Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Είναι δυνατόν να ξεχάσουν τα Σκόπια,το όνομα Μακεδονία;

Σταύρος Λυγερός

Τι προκύπτει από τις συνομιλίες Κοτζιά - Ντιμιτρόφ - Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η νέα κυβέρνηση της  FYROM και το βέτο της Ελλάδας  για την είσοδο του γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ


Ο νέος υπουργός Εξωτερικών της FYROM, Νίκολα Ντιμιτρόφ, ήρθε στην Αθήνα με «λουλούδια». Οι δηλώσεις του στους «Financial Times» είχαν δώσει το στίγμα του διπλωματικού ανοίγματος που επιχειρεί η νέα κυβέρνηση στα Σκόπια. Το καλό κλίμα επιβεβαιώθηκε και στις συνομιλίες που είχε με τον Ελληνα ομόλογό του. Μέχρι εκεί όμως.

Οπως φάνηκε και από τις δηλώσεις των δύο υπουργών, προς το παρόν τουλάχιστον δεν προέκυψε επί της ουσίας κάτι νέο.

Ο κ. Νίκος Κοτζιάς ανταπέδωσε τα καλά λόγια και ανταποκρίθηκε στο άνοιγμα του Σλαβομακεδόνα ομολόγου του, υπογραμμίζοντας την ελληνική θέση υπέρ της ακεραιότητας του γειτονικού κράτους. Ξεκαθάρισε, όμως, ότι χωρίς να επιλυθεί το ζήτημα της ονομασίας δεν πρόκειται η Ελλάδα να αλλάξει θέση όσον αφορά στην ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ και το προχώρημα της διαδικασίας ένταξης στην Ε.Ε.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, το κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είναι εάν η κυβέρνηση του Ζόραν Ζάεφ επιδιώκει απλώς την ένταξη στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία FYROM ή εάν είναι διατεθειμένη να εισέλθει με εποικοδομητική διάθεση σε μια διαπραγμάτευση για το ευρύτερο πρόβλημα της ονομασίας.

Τι ζήτησε ο Ντιμιτρόφ

O κ. Ντιμιτρόφ, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, ζήτησε από τον Ελληνα ομόλογό του να επιτρέψει η Ελλάδα την είσοδο του γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ με το όνομα FYROM, ή τουλάχιστον να επιτρέψει στο ΝΑΤΟ να απευθύνει σχετική πρόσκληση στα Σκόπια. Επίσης, του ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε. Επικαλούμενος τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και η νέα κυβέρνηση, ο κ. Ντιμιτρόφ ζήτησε η ουσιαστική διαπραγμάτευση για το όνομα να γίνει αργότερα, όταν οι νέοι κυβερνώντες θα έχουν σταθεροποιηθεί. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στα 25 και χρόνια που διατηρείται αυτή η εκκρεμότητα, τα Σκόπια ποτέ δεν διαπραγματεύτηκαν ουσιαστικά. Κάθονταν στο τραπέζι επειδή πιέζονταν να διαπραγματευτούν.

Θεωρούσαν ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ τους και γι’ αυτό είχαν υιοθετήσει την τακτική της προσχηματικής διαπραγμάτευσης. Και βεβαίως είχαν μετατρέψει την εγγενή αδυναμία και αστάθεια του κράτους τους σε διπλωματικό όπλο.

Οι συνομιλίες Κοτζιά - Ντιμιτρόφ έδειξαν ότι τα Σκόπια επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο. Τα όσα είπαν ήταν σε διερευνητικό επίπεδο και αναμένεται να μπουν στον πυρήνα του προβλήματος όταν ο Ελληνας υπουργός θα ανταποδώσει την επίσκεψη. Η θέση του κ. Κοτζιά, πάντως, είναι ότι «εάν επιδιώκετε τη σταθεροποίησή σας μέσω της ένταξης στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, τότε πρέπει να κάνετε και τις αναγκαίες υποχωρήσεις. Το πρόβλημα είναι δικό σας. Δεν μπορεί να ζητάτε από την Ελλάδα να υποχωρήσει και εσείς να παραμένετε αδιάλλακτοι».

Στη δεκαετία του ’90 οι Σλαβομακεδόνες πρότασσαν την εγγενή αστάθειά τους για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη της Δύσης. Αυτό συνεχίστηκε και μετά τον εθνοτικό πόλεμο μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανομακεδόνων, ο οποίος έληξε με τη συμφωνία της Αχρίδας το 2001. Ακόμα και τότε, η σλαβομακεδονική πλειονότητα θεωρούσε ότι δεν είχε να κερδίσει κάτι ουσιαστικό εάν έκανε βήματα πίσω για να κλείσει το διπλωματικό μέτωπο με την Ελλάδα.

Σημείο-τομή στον μακρόσυρτο αυτό διπλωματικό πόλεμο ήταν η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008. Εκεί, ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Μπους είχε ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις για να ενταχθεί το γειτονικό κράτος στην Ατλαντική Συμμαχία με το όνομα «Μακεδονία». Η ισχυρή ελληνική επιχειρηματολογία πέτυχε όχι μόνο να ματαιώσει την αμερικανική επιδίωξη, αλλά και να βρει ερείσματα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ ουσιαστικά να μπει στο ράφι για μία σχεδόν δεκαετία. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι με τη γενικότερη πολιτική του ο κ. Νικολά Γκρουέφσκι έστρεψε τη Δύση εναντίον του. Την έστρεψε για τρεις λόγους: Πρώτον, επειδή καλλιεργούσε έναν ακραίο εθνικισμό, δεύτερον, επειδή οικοδομούσε καθεστώς, διολισθαίνοντας συνεχώς σε έναν πολιτικό αυταρχισμό, τρίτον, επειδή έκανε κάποια ανοίγματα στη Μόσχα.

Ο κ. Γκρουέφσκι καλλιέργησε έναν υστερικό «Μακεδονισμό» και την αντίστοιχη επιθετική ρητορική έναντι της Ελλάδας. Εφτασε να αρνείται τη σλαβική καταγωγή των κατοίκων, γέμισε τις πλατείες με αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου, προχώρησε σε μαζική μετονομασία δρόμων. Με άλλα λόγια, έκανε ό,τι μπορούσε για να εδραιώσει και να διαχύσει ως εθνική ιδεολογία το κατασκευασμένο αφήγημα ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι οι απόγονοι και κληρονόμοι των αρχαίων Μακεδόνων.

Η πολιτική κρίση

Το κράμα φανατικού εθνικισμού και αντιδημοκρατικού αυταρχισμού προκάλεσε όχι μόνο την αντίδραση του αλβανομακεδονικού στοιχείου, αλλά και ισχυρές ενστάσεις στους κόλπους των ίδιων των Σλαβομακεδόνων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η FYROM να περιέλθει σε πολιτική κρίση.

Με ενορχηστρωτή τα Τίρανα και με τις έμμεσες ευλογίες της Δύσης, τα αλβανομακεδονικά κόμματα έσπασαν την παράδοση και όλα μαζί συνασπίστηκαν με το σλαβομακεδονικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του Ζάεφ. Ετσι προέκυψε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία ανέτρεψε τον κ. Γκρουέφσκι.

Οι Σλαβομακεδόνες του Ζάεφ έχουν συνειδητοποιήσει ότι η ενότητα του κράτους κινδυνεύει και θα διασφαλιστεί μόνο εάν η FYROM ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και προωθηθεί η διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε.

Η νέα κυβέρνηση στα Σκόπια γνωρίζει, έχει συνείδηση ότι η δική της σταθερότητα εξαρτάται από την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Οπως προαναφέραμε, όμως, πιστεύει ότι πουλώντας αδυναμία μπορεί να εξασφαλίσει αυτή τη στήριξη, χωρίς να κάνει βήμα πίσω στο ζήτημα της ονομα­σίας. Ελπίζει, μάλιστα, ότι ΗΠΑ και Ε.Ε. θα ασκήσουν πιέσεις στην Αθήνα.

Τα «λουλούδια» του κ. Ντιμιτρόφ και τα ρητορικά ανοίγματα έχουν σκοπό να δημιουργήσουν την εντύπωση μιας μετριοπαθούς κυβέρνησης που, σε αντίθεση με τον κ. Γκρουέφσκι, επιδιώκει να τα βρει με τους γείτονες. Εχει κρίσιμη σημασία η δήλωση Ντιμιτρόφ ότι «οποιαδήποτε νέα ονομασία συμφωνηθεί με την Αθήνα θα τεθεί προς έγκριση σε δημοψήφισμα».

Μπορεί η αλλαγή της ονομασίας να εξασφαλίσει πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Γι’ αυτό και ο κ. Γκρουέφσκι είχε υιοθετήσει ως τελευταία γραμμή άμυνας στις διεθνείς πιέσεις τη θέση ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο όνομα μπορεί να γίνει μόνο μέσω δημοψηφίσματος. Μετά από τόσα χρόνια εντατικής πλύσης εγκεφάλου σε όλα τα επίπεδα, οι Σλαβομακεδόνες είναι μάλλον απίθανο να αποδεχθούν την πραγματικότητα της περιοχής, ότι τόσο το κράτος όσο και οι ίδιοι ως εθνότητα αποτελούν μέρος και όχι όλον στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας.

Αν και έχουν ισχυρά κίνητρα να κλείσουν το μέτωπο με την Ελλάδα, οι Σλαβομακεδόνες του Ζάεφ δεν έχουν σε καμία περίπτωση απαλλαγεί από το ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού». Απλώς, έχουν πάρει αποστάσεις από τις ακρότητες του κ. Γκρουέφσκι και ο δικός τους «Μακεδονισμός» είναι πιο μετριοπαθής και ευέλικτος και γι’ αυτό πιο αποδεκτός από τη Δύση.
Η Αθήνα δεν μπορεί, βεβαίως, να εμποδίσει τα Σκόπια να προκηρύξουν δημοψήφισμα σε περίπτωση που βρεθεί κοινά αποδεκτή φόρμουλα για την αλλαγή του ονόματος. Μπορεί, όμως, να καταστήσει σαφές ότι εάν προκηρυχθεί δημοψήφισμα στη FYROM για την ονομασία, θα διεξαχθεί δημοψήφισμα και στην Ελλάδα για το εάν θα ανάψει το πράσινο φως για την ένταξη του γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε.

Θεσμικά η Ελλάδα έχει αυτό το δικαίωμα και δεν θα ήταν η πρώτη χώρα που θα το ασκούσε. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στη Γαλλία είχε διεξαχθεί δημοψήφισμα για την ένταξη της Βρετανίας στην τότε ΕΟΚ. Το ζήτημα αυτό είχε απασχολήσει και την κυβέρνηση Καραμανλή. Αναφερόμενος στο ζήτημα του δημοψηφίσματος ο τότε υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης είχε δηλώσει: «Οταν θα έρθει εκείνη η ώρα, η κυβέρνηση, η όποια κυβέρνηση, θα πρέπει να έχει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα».

Ο κ. Κοτζιάς υπογράμμισε ότι η λύση του προβλήματος της ονομασίας είναι όρος για την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. Θα γινόταν, όμως, πανίσχυρη εάν καθιστούσε σαφές στον συνομιλητή του ότι η προκήρυξη δημοψηφίσματος στη FYROM θα οδηγούσε αναπόφευκτα και στην προκήρυξη αντίστοιχου δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, το αποτέλεσμα του οποίου θα ήταν δεδομένο. Αυτό θα σήμαινε ότι το γειτονικό κράτος θα έμενε οριστικά εκτός ΝΑΤΟ και Ε.Ε. Τέτοια συζήτηση δεν έγινε μεταξύ τους, αλλά δεν αποκλείεται σε κάποια φάση των διαπραγματεύσεων να τεθεί τέτοιο θέμα.

Η Ουάσινγκτον δεν δίνει δεκάρα για τις εθνικές φαντασιώσεις των Σλαβομακεδόνων και το όνομα. Ενδιαφέρεται, όμως, να καταστήσει τη FYROM μέλος του ΝΑΤΟ και αργότερα μέλος της Ε.Ε. για να την προσδέσει οριστικά και αμετάκλητα στο άρμα της Δύσης και να κλείσει τον δρόμο στη ρωσική επιρροή.

Στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα, η Αθήνα δεν έχει άλλη επιλογή από το να θέσει τα Σκόπια αντιμέτωπα με τις συνέπειες της πολιτικής τους. Μόνο έτσι θα τα υποχρεώσει να διαπραγματευτούν σοβαρά μια σύνθετη ονομασία, η οποία να αντανακλά την πραγματικότητα της περιοχής.

Διαπραγματευτικό όπλο

Το ζητούμενο δεν είναι το γειτονικό κράτος να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία FYROM όπως είχε ενταχθεί τη δεκαετία του ’90 στον ΟΗΕ. Εάν η Αθήνα το αποδεχόταν, θα έχανε το μοναδικό όπλο που της έχει απομείνει. Θα διέπραττε ένα διά παραλείψεως εθνικό έγκλημα. Τα Σκόπια δεν θα είχαν κανέναν λόγο να κάνουν βήμα πίσω. Το «Μακεδονία» θα επικρατούσε πλήρως και οριστικά.

Το FYROM ήταν προσωρινή λύση. Εμεινε τόσα χρόνια επειδή οι Σλαβομακεδόνες μετέτρεψαν τη διαπραγμάτευση στο πλαίσιο του ΟΗΕ σε προσχηματική διαδικασία. Με άλλα λόγια, η εμμονή στο FYROM αποδείχθηκε στην πράξη ότι όχι μόνο δεν βοήθησε στη λύση του προβλήματος, αλλά και ευνόησε καταφανώς τους Σλαβομακεδόνες. Ουσιαστικά ευνούχισε την ελληνική διπλωματία.

Τα πράγματα άλλαξαν το 2008 στο Βουκουρέστι και εκείνο το διπλωματικό κέρδος δεν πρέπει να χαθεί από λάθος χειρισμό τώρα. Η γραμμή «πρώτα συμφωνία για το όνομα και μετά ένταξη» είναι ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο. Στόχος της Αθήνας δεν είναι να ταπεινώσει τους Σλαβομακεδόνες, αλλά να επιβάλλει έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό, ο οποίος να αντανακλά την πραγματικότητα της περιοχής και να λειτουργεί σταθεροποιητικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου