21 Μαΐου 2010

Μια μέρα στη ζωή του Σταύρου Ψημάρη.



Χρόνια στο κουρμπέτι. Ξεκίνησε από χαμηλά και παρόλο που ήταν εντελώς ατάλαντος ήταν εξαιρετικά καλός σε ένα πράγμα, το γλύψιμο. Το δούλευε επί δεκαετίες το ταλέντο του, φίλησε χιλιάδες κατουρημένες ποδιές και τελικά τα κατάφερε. Έγινε ο νούμερο 2 σε μια μεγάλη εφημερίδα.

Μόλις "αναχώρησε" το αφεντικό του, κατάφερε να πάρει στον έλεγχό του την κατάσταση και πίστεψε ότι ήλθε η ώρα της προσωπικής του δικαίωσης.
Η ώρα που περίμενε 35 ολόκληρα χρόνια. Και τότε ακριβώς τούρθε η κεραμίδα.

Του την έπεσε η τεχνολογία, γεννήθηκαν τα μπλόγκς. Είχε ακούσει για κάτι πιτσιρικάδες που παίζουν με κάτι ηλεκτρονικά αλλά σου λέει, άστα τα παιδιά, game-boy θα είναι.

Μετά άρχισαν να συμβαίνουν πράγματα που δεν τα καταλάβαινε.
Η κυκλοφορία άρχισε να πέφτει στα καθημερινά φύλλα. Σιγά σιγά άρχισαν να αιμορραγούν και τα κυριακάτικα. Ρίχνει και άλλα λεφτά για να σώσει τον ασθενή αλλά τίποτε.
Νέκρα, κάτω 50% σε ένα χρόνο.
Παίρνει και αλλα δάνεια και άλλους ανθρώπους, τα ίδια. Μπέρδεμα.

Φωνάζει κάτι τύπους μορφωμένους που ήξεραν από Business και αυτοί του σκάνε το μυστικό.
-Είναι τα blogs.
-Τί λέτε ρε παπάρες, τί σχέση έχουν τα παιγνίδια με τη δουλειά;
-Δυστυχώς κύριε Ψημάρη, αυτή είναι η αλήθεια, είναι παγκόσμιο το φαινόμενο.
-Και τώρα μου το λέτε ρε αλήτες; Με γκρεμίζετε ρε, με καταστρέφετε, στρίγγλιζε ο κυρ-Σταύρος απελπισμένος.
- ...

Δεν μπορεί, πρέπει κάτι να κάνω, δεν μπορώ να το αφήσω έτσι, μονολογούσε.

Είναι άδικο. Το παλιό μου αφεντικό με το ίδιο εργαλείο ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις και εγώ τώρα θα μείνω με το μουτζούρη στο χέρι;

Φτούσου, εκείνος ο γκαντέμης ο Μητσοτάκης με γλωσσόφαγε. Τί τάθελα και εγώ και τάβαζα με το δράκουλα; Δεν τόξερα ότι όσοι πίνουν αίμα παίρνουν δύναμη από τον εξαποδώ;

Κάτι πρέπει να κάνω, δεν θα περάσει έτσι. Δεν είναι δυνατό να έχουμε εκλογές και να μην μπορώ να κάνω τη δουλειά μου όπως την ξέρω εγώ, μονολογούσε.

Η υπόθεση είναι μονόδρομος. Το κλείσιμο των μπλόγκς του έχει γίνει έμμονη ιδέα του κυρ-Σταύρου. Έχει γίνει άλλος άνθρωπος, το μάτι του γυαλίζει μόνιμα. Ένα όνειρο και ένα μόνιμο στόχο έχει τώρα πιά στη ζωή του, να κλείσει τα μπλόγκς.

Το λέει στην προσευχή του πριν κοιμηθεί κάθε βράδυ, το oνειρεύεται στον ύπνο του, το σκέφτεται όταν ξυπνάει και το μουρμουράει όλη μέρα στη δουλειά.

Κάποιος μούλεγε ότι τον άκουσε να παραμιλάει μόνος του σε ένα εστιατόριο λέγοντας: #%$#$%olympia$%#%&$654antinews$#@^%$#75kafeneio#$$@$^dexiextrem #^%#@$%taxalia$#$%^&exomatiakaivlepo%*%^%$$antilogos.

Ήταν ιδρωμένος, συγχισμένος και κατακόκκινος, παρόλο που δεν είχε πιεί κρασί.

Πήρε μετά τηλέφωνο ένα τύπο, Γιωργάκη (υπάλληλός του πρέπει να ήταν γιατί άφριζε όταν του μιλούσε) και του τάριχνε.

-Και τί σε έχω εκεί ρε μακάκα, για να μου κάνεις τον τροχονόμο;, του γκάριζε από το τηλέφωνο.
- ...

-Κόψε το κεφάλι σου, δεν με νοιάζει.
- ...

-Δεν θα χαλάσω εγώ το "μαγαζί" μου για σένα, ρε άχρηστε άντρα.
- ...

-Το μοναστήρι να είναι καλά και από καλογέρους είναι γεμάτος ο τόπος, πανηλίθιε. Κάντο ή κάντην μόνος πριν σε κάνω, γκέγκε;
- ...
Ο άλλος δεν πρέπει να μίλαγε πολύ γιατί ο κυρ-Σταύρος δεν σταματούσε να βρίζει και να αφρίζει. Στο τέλος του τόκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα και έφυγε φουριόζος και με πίεση 25.

Πάντως, χωρίς να μου πέφτει λόγος, έχει τα δίκια του ο κυρ-Σταύρος. Δεν είναι δυνατόν να τον πληρώνεις τον άλλο τον ξεφτίλα και αυτός τα ζώα μου αργά. Τρέχουν και οι υποχρεώσεις, ένα σωρό δάνεια είναι στον αέρα.
Α πα πα, εμένα μου φανηκε ότι ο κυρ-Σταύρος έχει όλα τα δίκια με το μέρος του. Αν ο άλλος, πώς τον λέγαμε, δεν κάνει καλά τη δουλειά του, πάει σούμπιτος.

Ο κυρ-Σταύρος είναι έτοιμος για όλα.