07 Ιανουαρίου 2011

Παρακολουθώντας τις διάφορες συζητήσεις που γίνονται γύρω μου αυτόν τον καιρό συχνά πυκνά σκέφτομαι διάφορους τύπους που συναντούσα καθημερινά.

Ο ένας έτρεχε στα στενά σα να ήταν σε αουτοστράσε στη Γερμανία. Σταματούσε στα στοπ ένα μέτρο μετά και κοιτούσε αδιάφορα τους οδηγούς που προσπαθούσαν να περάσουν.

Όταν άναβε κόκκινο μάρσαρε δυνατά κι έφευγε σα να συμμετείχε σε καταδίωξη στους αχανείς δρόμους της Αμερικής. Πήγαινε αργά αργά στους δρόμους του Κολωνακίου χαζεύοντας με το όχημα τις βιτρίνες, επιδεικνύοντας τη τζιπούκλα του στους άλλους αρχοντοχωριάτες που το έπαιζαν μεγαλοαστοί, αδιαφορώντας για τους αγανακτισμένους πίσω του. Αν τον κοιτούσες επιτιμητικά για την ανάρμοστη συμπεριφορά του σε κοιτούσε σαν κουνούπι που σε λίγο θα το έλιωνε με το χοντρό του δάχτυλο «Τι κοιτάς ρε; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ το έχω πιο μεγάλο (το τζιπ)»

Ο άλλος περνούσε τα μεσημέρια από τις γειτονιές και έτριζαν τα τζάμια των σπιτιών καθώς συντονιζόντουσαν με τους ακατάληπτους ήχους που απλώνονταν από τα τερατώδη ηχεία με τα οποία είχε επενδύσει το κινητό του στούντιο. Πεταγόντουσαν οι γριές από το μεσημεριανό ραχάτι «Παναγιά μου! Πόλεμος! Οι Γερμανοί ξανάρχονται» τρόμαζαν και το πάθαιναν το μικρό εγκεφαλικό «Ήσυχα μάνα, ήσυχα. Ο Φώτης από δίπλα είναι που έρχεται να φάει για μεσημέρι. Ο γιος του Θανάση του οικοδόμου, μην ανησυχείς, μουσική είναι…» «Τι μουσική παιδάκι μου είναι αυτή; Τα ύστερα του κόσμου! Φέρε μου λίγο νεράκι, πήγε η καρδιά μου στην κούλουρη και γύρισε». Αν είχες την ατυχία να σταματήσεις δίπλα του σε φανάρι και να τον κοιτάξεις λίγο στραβά γιατί σου πήρε τ’αυτιά και σου ανακάτεψε το στομάχι με τις μουσικές του, σε κοίταζε αγριεμένα «Τι κοιτάς μωρή; Πήγαινε πλύνε κάνα πιάτο! Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ το έχω πιο μεγάλο (το ηχείο)»

Ο τρίτος καθόταν στην ταβέρνα στην κορυφή του τραπεζιού, αρχηγός της οικογένειας, κύρης μεγάλος και τρανός, πάτερ φαμίλιας και γενάρχης. Καμάρωνε το τσιμπούσι που βέβαια θα πλήρωνε αυτός για να δείξει την οικονομική του επιφάνεια και την κιμπαροσύνη του, θα τσακωνόταν κιόλας, εύκολα θα τσακωνόταν αν τολμούσε κανείς άλλος να κάνει κίνηση να βγάλει πορτοφόλι. Έτρωγε σα γουρούνι, του έτρεχαν τα λίπη πάνω στην χοντρή του την κοιλιά και μετά αφού τη γέμιζε και τιγκάριζε, τράβαγε κι ένα ρέψιμο στα μούτρα της γυναίκας του «Α! Φάγαμε καλά και σήμερα ε;» Αν τον κοιτούσες παραξενεμένος από την συμπεριφορά του, τις φωνές που σκέπαζαν ακόμα και τις σκέψεις σου (τι ατυχία κι αυτή, να καθήσεις στο διπλανό τραπέζι) σου έριχνε ένα φαρμακερό βλέμμα, μπορεί κι ένα ακόμα ρέψιμο να το’χεις όλο δικό σου «Τι κοιτάς βρε χτικιάρη που βρωμάνε τα χνώτα σου από την πείνα; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ το έχω πιο μεγάλο (το κέρασμα)»

Εκείνος στο κατάμεστο μπαρ, καθόταν με τους φίλους του μπροστά στο μπουκάλι το ουίσκυ και κοιτούσε τους νεανικούς κώλους που πάλλονταν μπροστά του. Καμάκωνε άγρια ό,τι θηλυκό υπήρχε γύρω του σε ακτίνα δέκα μέτρων κρατώντας στα χέρια του το μπρελόκ της μερτσέντα. Χωρίς μερτσέντα και μπουκάλι δεν είχε πολύ τύχη και το ήξερε (άσχετο αν δεν το παραδεχόταν ποτέ ούτε στον ίδιο τον εαυτό του). Αν το θύμα δεν έπεφτε εύκολα, έριχνε στη μάχη τα μεγάλα όπλα. Το πούρο! Έβγαζε την πουράκλα και με αρχοντιά και χάρη περισσή το άναβε μπουχτίζοντας την ήδη βεβαρημένη ατμόσφαιρα του γεμάτου καπνού μπαρ. Αν τολμούσες να τον κοιτάξεις αγκουσεμένα «Καλέ μου άνθρωπε, καπνιστές ρέγγες μας έκανες!» σε κοιτούσε απαξιωτικά «Τι κοιτάς βρε ξινισμένη; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ το έχω πιο μεγάλο (το πούρο)»

Ο άλλος σε κοιτούσε από την ψηλή του καρέκλα καθώς προσπαθούσες να του δείξεις την προσφορά. Πού να τον φτάσεις τόσο φαρδύ που ήταν το τεράστιο του γραφείο! Με τρεμάμενα χέρια (από τον κόπο) και τον λαιμό ξερό (τόσον ιδρώτα έχυσες για να σκαρφαλώσεις στο γραφείο) ρωτούσες το στέλεχος της εταιρείας «Κάνω τζίρο διακόσιες χιλιάδες ευρώ αλλά εσύ θα φέρεσαι σα να είμαι η Πρόκτερ εντ Γκαμπλ τουλάχιστον Α.Ε.» πώς του φάνηκαν οι όροι της προσφοράς «Λοιπόν κύριε «Δεν με ξέρει ούτε η μάνα μου αλλά εσύ θα με γλύφεις μέχρι θανάτου αλλιώς δουλειά δε θα δεις από μένα» είστε ικανοποιημένος; Θα προχωρήσουμε σε συνεργασία;». Εκείνος ευτυχισμένος που επιτέλους κάποιος θα άκουγε τις μακροσκελείς βαρετές ανόητες αναλύσεις του (αν μπορούσες ας έκανες κι αλλιώς) έπαιρνε ύφος οκτακοσίων καρδιναλίων τουλάχιστον και σ’ άρχιζε σ’ ένα μονότερμα που το ένιωθες στο τέλος θα τον οδηγούσε σε οργασμό! Ήταν φανερό ότι καύλωνε τόσο ακούγοντας τη φωνή του! Αν ξεγελιόσουν, κουραζόσουν, σιχαινόσουν και τον κοιτούσες ικετευτικά «Τελείωνε άνθρωπέ μου!» σε κοιτούσε από τα ψηλά στα χαμηλά «Πώς τολμάς να μην έρχεσαι κι εσύ σε οργασμό μαζί μου; Πώς; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ το έχω πιο μεγάλο (το γραφείο)»

Τέτοια φαινόμενα, τέτοιους παράξενους ανθρώπους συναντούσα. Τώρα έχουν αλλάξει οι συνθήκες αλλά όχι οι άνθρωποι. Η γιαγιά μου έλεγε ότι το χούι δεν βγαίνει εύκολα. Πρώτα πεθαίνει ο άνθρωπος έλεγε και μετά το χούι.

Τώρα βλέπεις ανθρώπους με σκυμμένο κεφάλι, να περπατάνε στο δρόμο παραμιλώντας και μετρώντας και ξαναμετρώντας. Τώρα βλέπεις ανθρώπους να μένουν άνεργοι από τη μια μέρα στην άλλη, να χάνουν τις ζωές τους σα να μην υπήρξαν ποτέ. Τώρα βλέπεις αποφάσεις αναγκαστικής κατάσχεσεις να φτάνουν στα σπίτια σα να είναι λογαριασμοί της ΔΕΗ. Αλλά το χούι δε φεύγει. Ποτέ δε φεύγει. Εδώ είναι Ελλάδα ρε! Η χώρα που τιμά τις παραδόσεις της! Μπορεί το περιεχόμενο των συζητήσεων να άλλαξε, η ουσία μας όχι… Σας θυμίζει κάτι ο παρακάτω διάλογος;

-Πώς είσαι;

-Ας τα λέμε καλά. Εσύ;

-Κι εγώ μια από τα ίδια. Να δούμε τι θα κάνουμε πώς θα τη βγάλουμε καθαρή. Έχει μειωθεί ο τζίρος μου 50% αυτό το μήνα.

-Και σένα; Και μένα! Εμένα μειώθηκε κατά 55% και συνεχίζει η πτωτική πορεία. Δεν ξέρω πια τι να κάνω!

-Άστα άστα! Δεν χτυπάει το τηλέφωνο σου λέω! Κανένα ενδιαφέρον για τα προϊόντα μας! Λέω να φέρω κάτι καινούριο μπας και καταφέρω τίποτα!

-Και το δικό μας κέντρο δεν χτυπάει! Τον άλλο μήνα θα διώξω την τηλεφωνήτρια δεν πάει άλλο!

-Τι μας λες τώρα; Τρεις απέλυσα αυτόν τον μήνα! Δύο τον προηγούμενο και έπεται συνέχεια!

-Αυτό λες; Εγώ έδιωξα τη γυναίκα μου (ξέρεις που την είχα προσλάβει εικονικά) δεν μπορώ να πληρώνω τα ένσημα του ΙΚΑ πια.

-Μη μου λες για ΙΚΑ! Μη μου λες για ΙΚΑ. Ξέρεις πόσα χρωστάω;

-Εγώ να δεις! Άσε το ΤΕΒΕ! Τρία χρόνια απλήρωτο είναι!

-Μόνο τρία; Σιγά τ’αυγά! Εγώ το έχω απλήρωτο έξι και κάτι χρόνια! Αν αρρωστήσω να δω πού θα με πετάξουν. Έκοψα και την ιδιωτική ασφάλεια.

-Καλά τώρα! Στην ιδιωτική ασφάλεια κολλάς; Εγώ έβγαλα τα παιδιά μου από το ιδιωτικό σχολείο που τα έστελνα.

-Ποιο ιδιωτικό σχολείο μου τσαμπουνάς; Σε λίγο θα σταματήσουν και τις ξένες γλώσσες! Δε βγαίνουμε σου λέω! Δε βγαίνουμε!!!!

-Εμένα μου λες! Εμένα μου λες! Καταστρέφομαι καταλαβαίνεις; Δεν πουλάω τίποτα πια, τίποτα…

-Χάλια χάλια ξέρω. Αλλά επιμένω εγώ είμαι σε δυσκολότερη θέση. Δεν θα τα βγάλω πέρα!

-Εγώ δεν θα τα βγάλω πέρα σου λέω! Εσύ θα τα καταφέρεις! Μια ζωή τα καταφέρνεις. Είσαι κωλοπετσομένος εσύ!

-Ε όχι σου λέω δεν είμαι! Είμαι στα πρόθυρα της κατάθλιψης, τι να λέμε τώρα; Χρωστάω παντού! Σε λίγο θα αρχίσουν τις διαταγές πληρωμής.

-Τι παντού μου τσαμπουνάς; Οι τράπεζες έχουν γίνει συνέταιροί μου πλέον. Γι’αυτές δουλεύω! Γι’αυτές και τους υπάλληλους! Τεράστιο το χρέος μου! Τεράστιο!

-Να σου πω ρε Θανάση! Για σταμάτα επιτέλους! Ξέρεις πού μιλάς ρε; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ το έχω πιο μεγάλο ρε! Εγώ το έχω πιο μεγάλο (το χρέος).

http://amelielaw.wordpress.com