28 Φεβρουαρίου 2011

Η θέση της Αθήνας το 1979 για την ΑΟΖ-Απαράδεκτες τουρκικές προτάσεις για μοιρασιά του Αιγαίου

Ο τουρκικός χάρτης δεν έδιδε υφαλοκρηπίδα στα ελληνικά νησιά και η τουρκική γραμμή οριοθέτησης περιλάμβανε μια μεγάλη περιοχή προς δυτικά. Προς νότια η τουρκική γραμμή δεν προνοούσε υφαλοκρηπίδα ούτε για την Κρήτη.

της Φανούλας Αργυρού

Στις 24 Ιανουαρίου 1979, η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ενημερώνει τον κ. T.L.A. Daunt του Νοτίου Τμήματος Ευρώπης στο Φόρεϊν Όφις, για τις πληροφορίες που πήρε από τον τότε Γενικό Διευθυντή του ελληνικού ΥΠΕΞ κ. Ιωάννη Τζούνη, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις που είχε η ελληνική κυβέρνηση με την Τουρκία, για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Εκ μέρους της Τουρκίας διαπραγματευτής ήταν ο κ. Μπιλτζί.


Δύο χάρτες

Η συνάντηση έγινε στις 23 Ιανουαρίου και είχε ήδη προηγηθεί συνάντηση Ελλήνων και Τούρκων στο Παρίσι τον προηγούμενο Δεκέμβριο, την οποία ο κ. Τζούνης χαρακτήρισε ως σημαντικό βήμα, όταν αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν στο Παρίσι να συζητήσουν την πρακτική οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, καθώς και η συνάντηση της Βιένης μεταξύ 9 και 12 Ιανουαρίου 1979.

Στη συνάντηση του Παρισιού είχε, επίσης, συμφωνηθεί όπως αμφότερες οι πλευρές παρουσιάσουν χάρτες, με τις απόψεις τους ως προς τη γραμμή των ορίων αυτών. Τελικά στη Βιένη, σύμφωνα με τον κ. Τζούνη, οι Τούρκοι άρχισαν τη συζήτηση που διήρκεσε δύο μέρες, κατά πόσο έπρεπε να δώσουν χάρτη. Τελικά δέχθηκαν να δώσουν χάρτη σε κλειστή συνεδρία. Ένα χάρτη που άφησε έκπληκτους τους Έλληνες για την έκταση των τουρκικών απαιτήσεων. Ο τουρκικός χάρτης δεν έδιδε υφαλοκρηπίδα στα ελληνικά νησιά, δεν λάμβανε υπόψη τις προηγηθείσες ελληνικές θέσεις, η τουρκική γραμμή οριοθέτησης περιλάμβανε μια μεγάλη περιοχή προς δυτικά. Προς νότια και πάλιν η τουρκική γραμμή δεν προνοούσε υφαλοκρηπίδα ούτε για την Κρήτη, πράγμα που οι Έλληνες βρήκαν απαράδεκτο, εγκλώβιζε μεγάλο αριθμό ελληνικών νησιών.

Η πρόταση της ελληνικής πλευράς βασιζόταν στην γραμμή ορίων που περνούσε μεταξύ των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των τουρκικών ακτών, και πρότεινε «τρία δάκτυλα» μεταξύ Λήμνου και Λέσβου, Λέσβου και Χίου, και Χίου και Ικαρίας. Η περιοχή νότια της Ικαρίας, τα σύνορα μεταξύ της Δωδεκανήσου και των τουρκικών ακτών είχαν διευθετηθεί με διεθνή συμφωνία του 1932. Οι Τούρκοι δικαιολόγησαν τη γραμμή που πρότειναν, λέγοντας ότι η υφαλοκρηπίδα τους πρέπει να επεκτείνεται, δίχως εμπόδια, στο Αιγαίο πέραν των ελληνικών νήσων, για να μπορούν τα τουρκικά πλοία να έχουν προσπέλαση παραμένοντας στη δική τους υφαλοκρηπίδα. Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, επέμενε ότι κανένα ελληνικό νησί δεν έπρεπε να μένει εγκλωβισμένο. Ο Τζούνης δεν μπορούσε να κατανοήσει τη λογική των Τούρκων.

Καθησυχαστικές προτάσεις

Σε μια προσπάθεια να καθησυχάσουν τους Τούρκους, οι Έλληνες προσέφεραν κάποιες δεσμεύσεις, περιλαμβανομένων εγγυήσεων για ελεύθερη διακίνηση για τα τουρκικά πλοία σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, ότι καμία πλευρά δεν θα προβεί σε ανακήρυξη αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) στο Αιγαίο, και πως καμία πλευρά δεν θα μεταφέρει επιθετικά όπλα στο θαλάσσιο βυθό στη δική της υφαλοκρηπίδα. Οι Τούρκοι ούτε καν ενδιαφέρθηκαν γι' αυτές τις ιδέες.

Ο κ. Τζούνης, εν πάση περιπτώσει, επέμενε ότι η ελληνική θέση στο θέμα του μη εγκλωβισμού νησιών δεν ήταν διαπραγματεύσιμη. Ο ελληνικός λαός πίστευε ότι οι Τούρκοι θα εκμεταλλεύονταν την κατάσταση, για να διεκδικήσουν κυριαρχία πάνω στα νησιά. Η ελληνική πλευρά δεν ήταν αισιόδοξη για συμφωνία για το θέμα αυτό με τους Τούρκους.

Τουρκικά τα ελληνικά νησιά

Εν τω μεταξύ, είχε προηγηθεί και η αναφορά του κ. Αθανασίου της Ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, και πάλιν προς τον κ. T.L.A. Daunt του Νοτίου Τμήματος Ευρώπης στο Φόρεϊν Όφις, ημερ. 17 Ιανουαρίου 1979, όταν ο κ. Αθανασίου τόνισε και εκείνος ότι «κανένα ελληνικό νησί δεν έπρεπε να εγκλωβιστεί, όμως η Ελλάδα είχε δεχθεί την ιδέα η Τουρκία να εξασφαλίσει υφαλοκρηπίδα μεταξύ των προεξοχών των «δακτύλων» μεταξύ των ελληνικών νησιών». Μετά από αυτή την εισήγηση, προφανώς ο Τούρκος διαπραγματευτής κ. Μπιλτζί διαμόρφωσε το τουρκικό αίτημα: Μια γραμμή που περνά διαμέσου του Αιγαίου δυτικά της διαχωριστικής γραμμής. Έθετε αριθμό μεγάλων ελληνικών νησιών σίγουρα μέσα στην τουρκική περιοχή (περιλαμβανομένων της Λήμνου, Λέσβου, Χίου, Ικαρίας, Σάμου, Κως, Ρόδου, Καρπάθου και Κάσου). Η γραμμή δυτικά της Κάσου ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, τόνισε ο κ. Αθανασίου, γιατί υπονοούσε την τουρκική άποψη, ότι η Κρήτη δεν έχει υφαλοκρηπίδα.

Παραθέτουμε το χάρτη που συνοδεύει τα σχετικά έγγραφα και που βρίσκονται στο Βρετανικό Εθνικό Αρχείο. Ο χάρτης έχει την εξής χειρόγραφη σημείωση στα ελληνικά «Τουρκική ''γραμμή'' 11 Ιαν. 79» και διευκρινίζει τις γραμμές 1) Μέση Γραμμή μεταξύ ηπειρωτικών ακτών και 2) επιδειχθείσα υπό Τούρκων «γραμμή».

Ιστορικό (Σύμφωνα με τα βρετανικά αρχεία)

Μετά από πολύχρονες προσπάθειες ερευνών στο Αιγαίο τον Ιανουάριο του 1974 η Ελλάδα ανακάλυψε πετρέλαιο κοντά στη νήσο Θάσο. Τον προηγούμενο Νοέμβριο του 1973, η τουρκική κυβέρνηση έδωσε άδειες σε τουρκική κυβερνητική εταιρεία πετρελαίου να προχωρήσει με εξερευνήσεις σε 27 σημεία του βορειοανατολικού βυθού του Αιγαίου, να σημειωθεί πλησίον των ελληνικών νήσων Σαμοθράκης, Μυτιλήνης και Χίου (όμως εκτός των χωρικών τους υδάτων). Σε κατάθεσή της η Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο το 1976, ισχυρίστηκε ότι οι άδειες που έδωσε η Τουρκία παραβίαζαν την υφαλοκρηπίδα ελληνικών νήσων.

Η Τουρκία απάντησε ισχυριζόμενη ότι κατά την ώρα εκείνη η Ελλάδα δεν είχε οριθετημένα κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο, πέραν των δικών της χωρικών υδάτων.
Αφού ανταλλάχτηκαν σημειώσεις τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1975 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι υπουργοί Εξωτερικών αμφοτέρων των χωρών συναντήθηκαν στη Ρώμη το Μάιο (του 1975), όπου πάρθηκε απόφαση να καταθέσουν το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο. Στις 31 Μαΐου 1975, οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες και εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν, λέγοντας ότι αποφάσισαν τα προβλήματα μεταξύ των χωρών τους «λυθούν ειρηνικά με διαπραγματεύσεις και όσον αφορά την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης». Η ελληνική πλευρά ισχυρίστηκε ότι η Τουρκία υπαναχώρησε στην υποχρέωση αυτή. Με σημείωμά της η Τουρκία, ημερ. 18 Νοεμβρίου 1975, διαφώνησε ότι είχαν συμφωνήσει να παραπέμψουν το θέμα της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο. Η τουρκική πλευρά υποστήριζε ότι θα έπρεπε πρώτα να προηγηθούν διμερείς διαπραγματεύσεις και μόνο τα σημεία των διαφωνιών να αφεθούν για το Δικαστήριο.

Τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1976 βγήκε το «Σισμίκ» για έρευνες σε αμφισβητούμενες περιοχές στο Αιγαίο. Η Ελλάδα μονομερώς παρέπεμψε το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο στις 10 Αυγούστου 1976, ζητώντας από το δικαστήριο να αποφανθεί για τα σύνορα της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο.

Μετά από έντονες διαπραγματεύσεις, οι 4 δυτικές χώρες, μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, με το ψήφισμα 395 κάλεσαν αμφότερες τις πλευρές να αποφεύγουν εμπρηστικές ενέργειες και μετά από συναντήσεις στη Νέα Υόρκη μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών, συμφωνήθηκε να επαναρχίσουν διαπραγματεύσεις στις 2 Νοεμβρίου. Στις 11 Σεπτεμβρίου... Το δικαστήριο ανέβαλε την απόφασή του ενόσω συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις. Περαιτέρω συνομιλίες έλαβαν χώρα στο Λονδίνο μεταξύ 31 Ιανουαρίου και 4 Φεβρουαρίου 1977, δίχως αποτέλεσμα, όπως και συνομιλίες στο Παρίσι 1 και 2 Ιουνίου 1977...

http://www.sigmalive.com/simerini/politics/reportaz/357585

Η ελληνική κυβέρνηση πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να ξεπεραστούν οι δυσκολίες ήταν για την ΕΟΚΑ Β' να μετατραπεί σε πολιτική κίνηση και ο Αρχιεπίσκοπος να αφοπλίσει τους υποστηρικτές του.

Στις 30 Μαΐου 1974, το Φόρεϊν Όφις, σε σημείωμά του προς τον υφυπουργό Χάτεσλεϊ σε σχέση με τις διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας, αναφέρθηκε σε συνάντηση που θα είχε με τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι τόσο το Λονδίνο όσο και η Ουάσιγκτον είχαν ενημερώσει τη γραμματεία του ΝΑΤΟ για τις ανησυχίες τους για τις κλιμακούμενες διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών. Η ελληνική κυβέρνηση είχε πάρει θετικά μέτρα για να ελαττώσει την ένταση, λέγοντας στους Τούρκους ότι δεν είχαν αντιρρήσεις να συζητήσουν πώς να μοιράσουν το Αιγαίο, για σκοπούς ερευνών για πετρέλαιο.

Την 1η Ιουνίου, η βρετανική πρεσβεία στην Άγκυρα ενημέρωσε το Λονδίνο ότι ο Μπαρουτσιού (Τούρκος αξιωματούχος) είπε ότι ενώ η Ελλάδα είχε με σημείωμά της ημερ. 24 Μαΐου συμφωνήσει να οριοθετηθεί η υφαλοκρηπίδα, ο ελληνικός Τύπος το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε τίποτα για διαπραγμάτευση.

Τα προβλήματα

Στις 19-20 Ιουνίου 1974, έλαβαν χώρα διμερείς συνομιλίες μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Τουρκίας και της Ελλάδας στην Οτάβα του Καναδά (στα πλαίσια της συνεδρίας του ΝΑΤΟ σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών), στην παρουσία υψηλόβαθμών Βρετανών αξιωματούχων του Φόρεϊν Όφις, και ειδικά του πρώτου τέτοιου σε σχέση με το Κυπριακό, κ. Άλαν Γκούτισον. (Στις συνομιλίες παρευρέθη μεγάλη ελληνική αντιπροσωπία).

Ο Τούρκος υπ. Εξωτερικών Γκιουνές πρότεινε να εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν, γνωστοποιώντας την επιθυμία τους να εισαγάγουν μια νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, συμφωνώντας να λύσουν όλες τις εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών, διά μέσου συνομιλιών μεταξύ τους.

Ο κ. Τετενές (Έλληνας υπ. Εξωτερικών) δέχθηκε επιφυλακτικά την πρόταση, αλλά είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι οποιαδήποτε τέτοια ανακοίνωση θα έπρεπε να αφεθεί για περαιτέρω συζήτηση μεταξύ των δύο πρωθυπουργών, στις Βρυξέλλες, στην εβδομάδα που θα ακολουθούσε.

Ένας κατάλογος προβλημάτων είχε ήδη ανταλλαγεί μεταξύ του κ. Μπαγιουλκέν και του κ. Καβαλιεράτου. Οι Έλληνες ήσαν σίγουρα έτοιμοι να συζητήσουν με τους Τούρκους και να εντοπίσουν τα προβλήματα... Οι Βρετανοί ρώτησαν τον κ. Τζούνη ποια ήσαν τα ευκολότερα προβλήματα και ο τελευταίος απάντησε ίσως εκείνο των μειονοτήτων. Όμως και σ’ αυτό η Τουρκία είχε υπόψη κάποια αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης... Υπήρχε το πρόβλημα με τους μουσουλμάνους στη Θράκη, τους Έλληνες ορθόδοξους στην Κωνσταντινούπολη, το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών της Λίμνου και Σαμοθράκης κ.ά.

Να γίνει κόμμα η ΕΟΚΑ Β’ και να αφοπλιστεί το Εφεδρικό

Όσον αφορά την Κύπρο, ο Τζούνης είπε ότι αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν όπως αυτή μη συζητηθεί μεταξύ τους σ΄ αυτές ειδικά τις συναντήσεις. Δεν μπορούσε να επιβληθεί λύση στην Κύπρο, δεδομένου του γεγονότος ότι θα ήταν απαράδεκτη για τον Μακάριο. Ούτε η Σοβιετική Ένωση θα ενέκρινε μια τέτοια ιδέα. Οι διακοινοτικές συνομιλίες έπρεπε να συνεχιστούν, με τους δύο συνταγματολόγους να προσπαθούν να βρουν ουσιαστικές λύσεις στα πραγματικά προβλήματα. Ο Τζούνης ρώτησε τον κ. Γκούτισον ποια ήταν η άποψή του για τη λύση του Κυπριακού, μετά την πρόσφατη περιοδεία του στην περιοχή. Ο αξιωματούχος του Φόρεϊν Όφις είπε ότι του έκαναν εντύπωση οι δυνατές διαφορές μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, και ο στενός συντονισμός μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και του Ρ. Ντενκτάς. Η ελληνική κυβέρνηση πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να ξεπεραστούν οι δυσκολίες ήταν για την ΕΟΚΑ Β' να μετατραπεί σε πολιτική κίνηση και ο Αρχιεπίσκοπος να αφοπλίσει τους υποστηρικτές του, και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους προς αυτή την κατεύθυνση...

Ένα περίεργο τηλεγράφημα...

Στις 15 Ιουνίου 1974, ένα εμπιστευτικό τηλεγράφημα από τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα Χούπερ προς το Φόρεϊν Όφις, τις πρεσβείες Άγκυρας, Λευκωσίας και Αρχηγείο Επισκοπής (βάση Ακρωτηρίου) αναφερόταν σε μιαν άκρως εμπιστευτική επιστολή ημερ. 7 Ιουνίου και τόνισε: «Πιστεύω θα πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε να μη γνωστοποιηθεί η προσωπική εκτίμηση του Χακίμ για ανταλλαγή ελληνικών νήσων στο Αιγαίο με την τουρκική μερίδα στην Κύπρο. Παρόλο ότι τέτοιες απόψεις είχαν προβληθεί στο παρελθόν στην Αθήνα, αυτές κατά γενικολογία αναφερόντουσαν στο Καστελόριζο και όχι σε νησιά του Αιγαίου. Οι Έλληνες ήδη είναι σχεδόν πεπεισμένοι ότι οι Τούρκοι έχουν σχέδια για την κυριαρχία της Λέσβου, Χίου κ.α. και ότι έχουν μπλοκάρει την πρόοδο στην Κύπρο, ως αντίβαρο διαπραγματευτικό χαρτί για τη συνολική συμφωνία... Εκείνο που φοβούνται περισσότερο οι Έλληνες είναι η απειλή αμφισβήτησης της πλήρους κυριαρχίας τους για τα νησιά του Αιγαίου. Αυτό και όχι το πετρέλαιο είναι το κύριο θέμα που μπορεί ξαφνικά να τους προκαλέσει αυτοκαταστροφική επιθετικότητα. Οποιαδήποτε τέτοια βολιδοσκόπηση σ΄ αυτό το στάδιο στις γραμμές του Χακίμ θα συμβάλει σ΄ αυτόν τον κίνδυνο, αν το μάθουν οι ΄Ελληνες». (Ποιος ήταν ο Χακίμ δεν αναφέρεται).

Η θέση Κίσιγκερ

Στις 4 Ιουνίου, τηλεγράφημα από τη βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ενημέρωνε το Λονδίνο για τις επαφές των Βρετανών με το Στέιτ Ντεπάρτμεντ για το θέμα αυτό. Ο Χάρτμαν (Αμερικανός αξιωματούχος) συμφωνούσε με την απαισιόδοξη βρετανική άποψη των γεγονότων, αλλά είπε ότι ο Δρ Κίσιγκερ πίστευε ότι οποιαδήποτε αλλαγή για το καλύτερο θα έπρεπε να έλθει από τους ίδιους τους Έλληνες. Ήταν σκεπτικός ακόμα και στις ιδέες που του πρότεινε το ίδιο το Στέιτ Ντεπάρτμεντ, για ιδιωτικά μηνύματα προς τους Έλληνες, αναπτύσσοντάς τους τις αμερικανικές ανησυχίες. Ο Χάρτμαν αξιολόγησε τη διστακτικότητα του Κίσιγκερ ως απλή επιθυμία να μην προστεθούν και άλλα προβλήματα για τις ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, πέραν των όσων ήδη είχαν. Ο Χάρτμαν είπε, επίσης, ότι ο Δρ Κίσιγκερ ήταν κάθετα αντίθετος με επιδείξεις αγανάκτησης εναντίον του ελληνικού καθεστώτος, γιατί αυτές δεν βοηθούσαν καθόλου...

http://www.sigmalive.com/simerini/politics/reportaz/358259