Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου για τον πρώτο εορτασμό της εθνικής γιορτής



27 Οκτωβρίου 1941

[Το ακόλουθο κείμενο, από τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφικής Λογοδοσίας μιας ζωής (σ. 287-293) περιγράφει ουσιαστικά την απαρχή της αντίστασης στον φοιτητικό χώρο. Επειδή κάποιες λέξεις στα σημερινά τους συμφραζόμενα μπορεί να ξενίσουν, υπενθυμίζουμε, πέρα από τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τότε και τον πατριωτικό ιδεαλισμό του συγγραφέα, ότι ο Κ. Τσάτσος εξορίστηκε από τη δικτατορία Μεταξά (καλοκαίρι 1939-Ιανουάριος 1940), η οποία στη συνέχεια δεν του επέτρεψε να πολεμήσει ως εθελοντής (ήταν πάνω από 40 ετών) στο μέτωπο.]

Την Παρασκευή το πρωί 24 Οκτωβρίου τοιχοκόλλησα την ακόλουθη ανακοίνωση: «Την Τρίτην εικοστήν ογδόην Οκτωβρίου κωλύομαι να διδάξω». Υπογραφή ολόκληρη: Κωνσταντίνος Τσάτσος.
Την ανακοίνωση αυτή την έκανα όταν πληροφορήθηκα ότι ήταν επιθυμία των φοιτητών με την αποχή από τα μαθήματα να φανερώσουν την ζωντανή παρουσία στη μνήμη τους της περυσινής 28ης Οκτωβρίου. Μου φάνηκε αλήθεια ο πιο σεμνός τρόπος να εορτασθεί χωρίς προκλητικότητα και με αξιοπρέπεια η μέρα αυτή.

Τη Δευτέρα στις 2 παρά τέταρτο με παίρνει στο τηλέφωνο ο Τζαβάρας για να μου διαβιβάσει την εντολή του πρυτάνεως την Τρίτη πρωί (28ης Οκτ.) να κάνω μάθημα και αν οι φοιτητές προβούν σε εκδηλώσεις, να εγκαταλείψω την αίθουσα. Απάντησα αμέσως ότι αύριο δεν θεωρώ πρέπον να γίνει μάθημα και παρακούω τις διαταγές της πρυτανείας, αναλαμβάνοντας όλες τις ευθύνες της ανυπακοής μου αυτής. Τότε ο Τζαβάρας μου συνέστησε να συνεννοηθώ απευθείας με τον Πρύτανη. Του απάντησα ότι δεν έχω τίποτε άλλο να προσθέσω σε αυτά που του δήλωσα και περιττεύει η απευθείας συνεννόηση. Σε λίγα λεπτά με ξαναπαίρνει στη τηλέφωνο και μου επαναλαμβάνει την εντολή της Πρυτανείας, λέγοντάς μου να κάνω μάθημα, εκτός αν δω ότι θορυβούν οι φοιτητές. Απάντησα τότε ότι αυτό θα συμβεί εκατό τοις εκατό και έτσι δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω να μην κάνω μάθημα. Αν όμως έκανα μάθημα και οι φοιτητές προέβαιναν σε εκδηλώσεις, δεν θα μπορούσα να φανώ δειλότερος από τους φοιτητές.

Στις 3 μ.μ., 27/10, είχα φροντιστήριο. Φθάνοντας στο Πανεπιστήμιο ήρθανε προς προϋπάντησή μου ο Δεσποτόπουλος, ο Καστοριάδης και ο Γόντικας, για να μου πουν ότι η αίθουσα του Κεντρικού Αμφιθεάτρου, όπου θα δίδασκα, ήταν ασφυκτικά γεμάτη και τα παιδιά με μεγάλες εκδηλώσεις περίμεναν να τους μιλήσω. Με πληροφόρησαν ότι και το πρωί έγιναν διάφορες εκδηλώσεις σε άλλους καθηγητές, αλλά δεν έγιναν μαθήματα. Μπήκα στο σπουδαστήριο όπου βρήκα ένα συνάδελφο, που μου συνέστησε να πω στα παιδιά μόνο τούτο: ότι για το καλό του Έθνους και του Πανεπιστημίου να μην προβούν σε καμιά εκδήλωση. Με συγκρατημένη οργή απάντησα πως τα παιδιά με το δίκιο τους ζητάνε κάποια συμμετοχή του καθηγητού στη συγκίνηση της ημέρας αυτής και δεν μπορούμε να φανούμε πιο φοβιτσιάρηδες από τους νέους. Του συνέστησα μάλιστα να μην περιορισθεί σε τέτοιες καθησυχαστικές εκφράσεις αλλά να πάει προς τα παιδιά με περισσότερη γενναιότητα, τότε μονάχα θα μπορούσε, άλλωστε, να βάλει σε κάποιο ρείθρο την ορμή τους, με θάρρος, με αξιοπρέπεια και μαζί χωρίς παράτολμα κινήματα.

Ύστερα μπήκα στην αίθουσα διδασκαλίας. Απάνω από 500, όρθιοι όλοι, μόλις μπήκα με χειροκρότησαν επί πολλά λεπτά της ώρας. Τα χέρια μου τρέμαν. Αμέσως ύστερα ψάλλανε τον Εθνικό Ύμνο με στεντορία φωνή, αλλά με συγκίνηση και με τέλεια –έτσι την αισθάνθηκα– ακρίβεια και μέτρο. Στο τέλος φώναξαν τα παιδιά «Ζήτω η Ελλάς». Και σήκωσα και εγώ το χέρι μου και φώναξα: «Ζήτω η Ελλάς». Ύστερα έγινε ησυχία και είπα στα παιδιά –μέσα σε απόλυτη σιγή– αυτά τα λόγια απάνω κάτω. Η φωνή, θεληματικά, ήταν πολύ ήσυχη και συγκινημένη:

«Παιδιά, θα σας μιλήσω πολύ ήσυχα και θα μ’ ακούσετε κ’ εσείς πολύ ήσυχα». «Σαν αληθινοί Έλληνες», (διέκοψε μια φοιτήτρια). «Από μέρες τώρα διαλογίζομαι με αγωνία πώς θα σας αντικρύσω σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα. Σκέφτηκα πολύ. Σκέφτηκα Σας, σκέφτηκα τη μέρα τούτη, σκέφτηκα πιο πέρα τη μοίρα του τόπου αυτού μέσα στα χρόνια και το πόρισμα όλης αυτής της σκέψης που έγινε, δε σας το κρύβω, σκέψη ολονύκτια, ήταν η απόλυτη, η ακλόνητη, η ατράνταχτη πίστη μου στο μεγαλείο του έθνους και στο μέλλον της φυλής μας. (Σ’ αυτό το σημείο τα παιδιά με χειροκρότησαν με ενθουσιασμό).

Μη νομίσετε πως το πόρισμα τούτο είναι γέννημα ενός τυφλού ενθουσιασμού. Στην ηλικία μου άλλες δυνάμεις κυριαρχούν εντός μας. Το πόρισμα τούτο βγαίνει από μιαν ήσυχη, αντικειμενική παρατήρηση της εθνικής μας ιστορίας. Τοποθετημένη στο σύνορο του ευρωπαϊκού πολιτισμού η φυλή μας δέχτηκε τις επιθέσεις συχνά των βαρβάρων που έρχονταν να τον καταλύσουν. Στην αρχαιότητα, με τους Μηδικούς Πολέμους, δεν έσωσε τον θησαυρό που ονομάζομε ευρωπαϊκό πολιτισμό; Είναι νοητός ευρωπαϊκός πολιτισμός χωρίς μια ελεύθερη Αθήνα; Στους μέσους χρόνους, επί χίλια χρόνια έφραζε τις πύλες της νότιας Ευρώπης και προφύλαγε την αρχαία κληρονομιά ώσπου να ανδρωθούν άλλοι λαοί και να την αξιοποιήσουν. Και στους νέους χρόνους ανάλογους αγώνες αγωνίσθηκε η φυλή μας. Συχνά μέσα στους αγώνες αυτούς η χώρα ολόκληρη κατακτιόνταν και φαινόταν σαν να ήταν να σβήσει για πάντα πια το μεγάλο γένος. Και όμως, μέσα από την τέφρα αναζούσε πάντα ξανά ο φοίνικας της ψυχής μας, με τις ίδιες αρετές, τις ίδιες δυνάμεις και τις ίδιες κακίες και άρχιζε ξανά η εθνική ζωή προς καινούργια πεπρωμένα. Ό,τι τόσες φορές συνέβαινε στους αιώνες, γιατί ν’ αμφιβάλλομε πως θα συμβεί ξανά και τώρα;

Είστε μια ευλογημένη γενιά. Εμάς, μας μάρανε τα παιδικά χρόνια ο πρώτος πόλεμος. Ζήσαμε τα νιάτα μας μέσα στις ατασθαλίες και τις αμαρτίες της μεταπολεμικής περιόδου και τώρα, στα ώριμα χρόνια που θάπρεπε να είμαστε εν πλήρει δράσει, βρισκόμαστε σκλάβοι, αδύναμοι να δώσομε ό,τι μας ανήκει να δώσομε. Εσείς, μόλις εγκαταλείψετε τα φοιτητικά εδώλια θα βρείτε μιαν ελεύθερη χώρα, ένα πιο αναπεπταμένο παρά ποτέ πεδίο δράσης. Όσα κατακτήσανε αυτοί που κοιμούνται στα χιόνια της Αλβανίας, αυτοί που γυρίζουν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, και χωρίς μάτια στους δρόμους, εσείς θάχετε την τιμή και την ευτυχία να τα καρπωθείτε και να τα αξιοποιήσετε. Γι’ αυτό η θέση της γενεάς σας θα είναι σημαντική. Δεν πρέπει να σταθείτε στο επίπεδο των ενθουσιασμών• πρέπει ν’ ανεβείτε στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης. Έχοντας από τη μοίρα μια μεγάλη πολιτική αποστολή να εκπληρώσετε, πρέπει από νωρίς να ανδρωθείτε πολιτικά και με σοβαρότητα, και με ωριμότητα να αντιμετωπίζετε τα προβλήματα του κοινωνικού μας βίου και προ παντός με το βαθύ αίσθημα της ιστορικής ευθύνης που σας βαραίνει.

Επί του παρόντος, πρώτο καθήκον σας είναι η φυσική και ηθική επιβίωση της φυλής. Το να ζήσετε, εσείς προ πάντος οι νέοι, μη νομίσετε πως είναι μια ιδιοτελής σκέψη. Το να ζήσει ο καθένας σας είναι εθνικό σας καθήκον. Χρειάζεστε όλοι για να επιτελέσετε αύριο τα πολλά, τα πολλά που έχετε να επιτελέσετε. Αν δεν πραγματοποιήσετε, ύστερα από τόσο αίμα που χάθηκε, μια πολιτειακή και μια διαπολιτειακή τάξη στηριγμένη στις αρχές της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τότε και όλος ο αγώνας του παρόντος κινδυνεύει να χάσει την αξία του. Αλλά είμαι βέβαιος πως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Η ζείδωρος αύρα κιόλας αρχίζει να δροσίζει το μέτωπό μας. Από αυτές τις σκέψεις κινημένος σας συνιστώ αυτοσυγκράτηση και πειθαρχία. Αν σήμερα, τέτοια μέρα, σας μίλησα τόσο ήσυχα, δεν το έκανα από μια κακώς εννοούμενη φρόνηση. Το έκανα βοηθημένος από τη σταθερότητα της πίστης μου στην έκβαση του αγώνα και από τη βαθειά επίγνωση πως στην κρίσιμη ώρα η φυλή μας έκανε συνολικά το καθήκον της.

Γνωρίζοντας πως η αυριανή μέρα είναι και πρέπει να είναι ημέρα συλλογής, για τον καθένα μας, κιόλας από την Παρασκευή σας εγνωστοποίησα πως αύριο μάθημα δεν θα κάνω. Αλλά εσείς, σαν πιο νέοι, προτρέχετε μερικές ώρες και ζητάτε να μη γίνει μάθημα και σήμερα. Ε, παιδιά, ας μη γίνει και σήμερα»!

Συνοδευόμενος από τα ζωηρά χειροκροτήματα των παιδιών βγήκα από την αίθουσα με τη συναίσθηση ότι ήμουν άτονος συγκριτικά με τη στάση των παιδιών.

[...] Βγαίνοντας έξω στο προαύλιο ήρθανε προς το εμένα μερικά παιδιά, που μούσφιξαν το χέρι λέγοντάς μου πως είναι περήφανοι να είναι μαθητές μου. [...] Μετά ξαναγύρισα στο σπίτι με τρεις δικούς μου. [...] Εν τω μεταξύ ήρθε ο Κ. Μαλτέζος που μου είπε τα διατρέξαντα στον Λούβαρι που είχε μάθημα μια ώρα ύστερα από μένα. Όταν έφυγε ο Μαλτέζος άρχισα να τακτοποιώ μερικά βιβλία. Κατά τις 6 κουδούνισαν και με ζήτησε ένας, καθώς είπε, φοιτητής. Εγώ αρνήθηκα να τον δεχτώ. Αυτός επέμεινε αφού δήλωσε πως είναι αστυνομικός. Τότε βγήκα στο χωλλ και μου παρουσιάστηκε. «Ντυθείτε να φύγομε, σε λίγο θαρθούν να σας συλλάβουν. [...] Για τρεις μέρες πρέπει οπωσδήποτε να κρυφτείτε». Φίλησα τα παιδιά που τα είχαν χαμένα και την Ιωάννα και έφυγα με τον αστυνομικό. [...]

Την επομένη η Κυβέρνηση με απέλυσε από καθηγητή με ένα απλό Διάταγμα και με στερούσε από κάθε συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου