08 Οκτωβρίου 2016

Πέθανε ο Στυλιανός Παττακός σε ηλικία 104 ετών

Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί σε κλειστό οικογενειακό κύκλο, στο Ρέθυμνο που ήταν και ο τόπος καταγωγής του

Σε ηλικία 104 ετών έφυγε από τη ζωή ο μακροβιότερος από τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος και της 7χρονης δικτατορίας στην Ελλάδα, Στυλιανός Παττακός.

Σύμφωνα με πληροφορίες η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη στην Αγία Παρασκευή Ρεθύμνου, που ήταν και ο τόπος καταγωγής του. Η κηδεία του Στυλιανού Παττακού θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο.

Δύο ημέρες νωρίτερα, είχε γίνει στόχος ληστών καθώς τα ξημερώματα της Πέμπτης άγνωστοι εισέβαλαν στη μονοκατοικία όπου διέμενε στα Πατήσια και έκλεψαν κοσμήματα, συλλεκτικά νομίσματα και αναμνηστικά μετάλλια. Ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε το περιστατικό καθώς κοιμόταν.

Ο Στυλιανός Παττακός ήταν ο πιο σημαντικός κρίκος στο Απριλιανό πραξικόπημα του 1967. Ήταν εκείνος που κατέβασε τα τανκς στην Αθήνα που ανέτρεψαν τη Δημοκρατία. Κατά την επταετή στρατιωτική δικτατορία που επιβλήθηκε διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών (1967-71) και Α΄ αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης (1971-73). Μετά την πτώση της δικτατορίας κρίθηκε ένοχος στάσης και εσχάτης προδοσίας για τη συμμετοχή του στο πραξικόπημα και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Αποφυλακίστηκε το Σεπτέμβριο του 1990, για λόγους υγείας.

Στον απολογισμό της ζωής του εξακολουθούσε να επιμένει στην «αθώα» εκδοχή των γεγονότων και ισχυριζόταν ότι οι πολιτικοί ηγέτες που συνελήφθησαν αμέσως μετά το πραξικόπημα, φυλακίσθηκαν σε «αριστοκρατικές» συνθήκες στο Πικέρμι.


Γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912 στην Αγία Παρασκευή της επαρχίας Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου στην Κρήτη. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως καταγόταν από κλάδο της βυζαντινής οικογένειας των Σκορδιλών. Φοίτησε αρχικά στις Σχολές Υπαξιωματικών και εισήλθε στην Σχολή Ευελπίδων το 1934, απ' όπου αποφοίτησε το 1937 με το βαθμό του ανθυπιλάρχου (ανθυπολοχαγού Ιππικού).

Συμμετείχε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως διοικητής ίλης της 11ης Ομάδος Αναγνωρίσεως της 11ης Μεραρχίας Πεζικού, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «Όμηρος». Έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά, συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο ως διοικητής της ίλης αρμάτων μάχης Κένταυρος σε αρκετά σημεία της Βόρειας Ελλάδας και παρασημοφορήθηκε με τρία αριστεία ανδρείας, επτά πολεμικούς σταυρούς, δύο μετάλλια εξαίρετων πράξεων καθώς και με όλα τα προβλεπόμενα σε καιρό ειρήνης μετάλλια και παράσημα. Στη συνέχεια σπούδασε στη Σχολή Πολέμου και κατάφερε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του ταξιάρχου, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση τεθωρακισμένων με έδρα στου Γουδή. Αποτάχθηκε από τον στρατό όντας Υποστράτηγος.

Ήταν παντρεμένος με την Δήμητρα Νικολαΐδη, κόρη του Νικόλαου Γεωργίου Νικολαΐδη, συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μαζί απέκτησαν δύο κόρες συζύγους Παύλου και Μεϊντάση.

Συμμετοχή στη Χούντα 

Ο Παττακός υπήρξε μέλος της τριμελούς ηγετικής ομάδας με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον Νικόλαο Μακαρέζο που πρωτοστάτησε στην εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Ήταν το δεύτερο σημαντικότερο στέλεχος της Χούντας μετά τον Παπαδόπουλο. Τον Απρίλιο του 1967, μετά την εκδήλωση πραξικοπήματος ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών, μέχρι το 1971, οπότε και ανέλαβε αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ως το 1973. Το 1971 με δική του διαταγή έγινε η μεταφορά της πρωτεύουσας της Κρήτης από τα Χανιά στο Ηράκλειο, αν και αργότερα κατηγόρησε τους κατοίκους του Ηρακλείου για αχαριστία επειδή υποστήριζαν το ΠΑΣΟΚ.

Στο επιχειρησιακό κομμάτι του πραξικοπήματος, ο ρόλος του Παττακού ήταν μακράν ο σπουδαιότερος, καθώς, ως διοικητής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων, ήλεγχε τις μονάδες των Τεθωρακισμένων που ήταν απαραίτητες για την κατάληψη της Αττικής. Είχε διοριστεί σ' αυτή τη θέση το 1966 ως έμπιστος «εθνικόφρων» από την κυβέρνηση των Αποστατών που φοβόταν τη άνοδο της δημοτικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου και ήθελε να ελέγχει τις στρατιωτικές δυνάμεις μέσα και γύρω από την Αθήνα «διά παν ενδεχόμενον».

Μετά την πτώση της χούντας Ιωαννίδη, συνελήφθη στις 23 Οκτωβρίου 1974 και μεταφέρθηκε στην Κέα, ενώ στις 20 Ιανουαρίου 1975 προφυλακίστηκε. Στη δίκη που ακολούθησε το Πενταμελές Εφετείο υπό την προεδρία του Γιάννη Ντεγιάννη τον έκρινε ένοχο στάσης και εσχάτης προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη από την πολιτική εξουσία. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 αποφυλακίστηκε «λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του» με την υποχρέωση να δίνει το παρόν ανά 15 ημέρες στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και ανά 5 μήνες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

Παρέμεινε αμετανόητος και ισχυριζόταν ότι η Χούντα έσωσε την Ελλάδα από σχεδιαζόμενη σοσιαλιστική δικτατορία του Ανδρέα Παπανδρέου που θα έβαζε την Ελλάδα στο Ανατολικό Μπλοκ. Επίσης έλεγε ότι η κυβέρνηση τους έβαλε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό σε πολλά σπίτια, ότι έκαναν πολλά δημόσια έργα κλπ. Αρνήθηκε κατ' επανάληψη ότι έγιναν βασανισμοί πολιτικών κρατουμένων επί χούντας, με εξαίρεση τον Παναγούλη και τον Μουστακλή οι οποίοι κατά την γνώμη του Παττακού: «Τα ήθελαν και τα έπαθαν».