30 Απριλίου 2017

Θέσεις για τη σχέση Εκκλησίας – Κράτους: αποξένωση ή συμπόρευση

Του Γιώργου Δημητρακόπουλου*

Πολύς λόγος έχει γίνει τελευταία για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, ειδικά μετά τις τελευταίες τριβές που παρατηρήθηκαν ανάμεσα στους 2 θεσμούς, με αιτία/αφορμή μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες στην Παιδεία που τρόπον τινά επηρέασαν τις εκκλησιαστικές αρχές, καθώς και επιστημονικού/ιστορικού τύπου αναζητήσεις που εγείρουν μεταξύ τους διαφωνίες.
Έτσι, το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους έχει επανέλθει δυναμικά στο πολιτικό και επιστημονικό προσκήνιο, με γνώμονα την αναζήτηση των ευθυνών για τις ως άνω τριβές, καθώς και την εξεύρεση λύσεων για την εξάλειψή τους.

Ο διαχωρισμός του Κράτους από την Εκκλησία αποτελεί την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα σε πολλά μουσουλμανικά κράτη και στο λεγόμενο Δυτικό πολιτισμό. Ενώ λοιπόν σε πολλά μουσουλμανικά κράτη ο θρησκευτικός ηγέτης είναι και πολιτικός ηγέτης, προφανώς δε συμβαίνει το ίδιο στις περισσότερες δυτικές χώρες, οι οποίες έχουν προ πολλού υιοθετήσει το μοντέλο του κοσμικού κράτους, στο οποίο ο πολιτικός ηγέτης είναι υπεύθυνος για τις βιωτικές ανάγκες των πολιτών, ενώ η θρησκευτική ηγεσία απευθύνεται στις πνευματικές των ανάγκες, ούσα αφοσιωμένη παράλληλα σε πληθώρα φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων.

Ως εκ τούτου, η άποψη περί διαχωρισμού Εκκλησίας-Κράτους δεν είναι καινούρια, εφόσον τα κοσμικά κράτη υπάρχουν εδώ και χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα έχει τις ρίζες της στην Αναγγενησιακή περίοδο. Είναι λάθος επομένως η παρουσίαση και το σερβίρισμά της ως κάτι το καινοτόμο, ριζοσπαστικό και προοδευτικό, το οποίο συμπλέει με νέο αέρα, πιθανόν ορμώμενο από αριστερές πολιτικές αντιλήψεις, κλπ. Το λάθος αυτό δε, είναι πιθανόν συγχωρητέο όταν γίνεται ασυνείδητα, αλλά χρήζει προσεκτικής ανάλυσης και αντιμετώπισης όταν γίνεται εσκεμμένα.

Στην πραγματικότητα, η ουσία του ζητήματος έγκειται στο τι ακριβώς σημαίνει «διαχωρισμός», σε τι βαθμό εκτείνεται, πού αποσκοπεί και πώς υλοποιείται. Ο διαχωρισμός πρέπει να προϋποθέτει το σεβασμό στις διαφορετικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας και του Κράτους, τη μη παρέμβαση του ενός θεσμού στις αρμοδιότητες του άλλου στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, αλλά και τη διάθεση για συναινετικές λύσεις και συγκλίσεις, όταν το παραπάνω δεν είναι απολύτως εφικτό. Επιπροσθέτως, πρέπει απαραιτήτως να είναι σεβαστό το κατωχυρωμένο δικαίωμα της ανεξιθρησκείας, με έντονη όμως την υποσημείωση της μοναδικότητας της «Ελληνορθόδοξης» περίπτωσης, όπου για αιώνες ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία συμπορεύτηκαν και συμπορεύονται ως θεσμοί αλληλοβοηθούμενοι, παραδεχόμενοι όμως και ιστορικά λάθη εκατέρωθεν. Έτσι, οι ως άνω γενικές αρχές περί συμπόρευσης Κράτους-Εκκλησίας απαιτούν ακόμα προσεκτικότερη εφαρμογή στην περίπτωση Ελλάδας-Ορθοδοξίας. Το Ελληνικό κράτος πρέπει να στοχεύει συνεχώς στον εκσυγχρονισμό των λειτουργιών του με στόχο τη βελτίωση του βιωτικού επιπέδου των πολιτών, όσο η Ορθοδοξία παράλληλα φροντίζει να διατηρεί και όσο μπορεί να μεγεθύνει το κομμάτι του πληθυσμού που μεταδίδει από γενιά σε γενιά τις αρχές της.

Εν κατακλείδι, αποδεχόμενοι τους διαφορετικούς, αλλά παράλληλα ζώντες, ρόλους των θεσμών της Εκκλησίας και του Κράτους, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι διαχέεται ευχερώς η ανάγκη συνεργασίας και συμπόρευσης. Ειδικά μάλιστα στην ιδιάζουσα περίπτωση της Ελλάδας και τη διαχρονική ταύτισή της με την Ορθοδοξία (ακόμα και εάν αυτή κατά περιόδους ετίθετο / τίθεται εν αμφιβόλω), οι 2 θεσμοί πρέπει να παραμένουν ενωμένοι, με στόχο και αποστολή τη διακονία των βιωτικών και πνευματικών αναγκών των πολιτών. Προς τούτο, απαιτείται διάθεση αποφυγής παρεμβατικών πρωτοβουλιών εκατέρωθεν που πιθανόν να οδηγούν σε παρεξηγήσεις και συγκρούσεις, αλλά επιτάσσεται πνεύμα αρμονικής συνύπαρξης και καλής συνεργασίας.

* Ο κ. Δημητρακόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής πληροφορικής και τηλεματικής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, πολιτικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας που έχει περάσει από τη διαδικασία του Μητρώου Πολιτικών Στελεχών.

http://www.liberal.gr/arthro/134077/apopsi/arthra/theseis-gia-ti-schesi-ekklisias--kratous-apoxenosi-i-sumporeusi.html