Από την κατάρρευση του ΑΕΠ και τον πληθωρισμό του 686% στα συσσίτια και τα 7,8 εκατ. προσφύγων - Πώς η χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο βυθίστηκε στην φτώχεια, ενώ οι εκλεκτοί του καθεστώτος ζούσαν στη χλιδή - Τα σενάρια για τα ορυκτά και ο ρόλος των ΗΠΑ
«Η Βενεζουέλα είναι μια πολύ πλούσια χώρα, αλλά οι κάτοικοί της είναι φτωχοί». Κλισέ των τελευταίων τουλάχιστον 12-13 χρόνων, που συνοδεύει πολύ συχνά κάθε αναφορά στην πολύπαθη χώρα της Νότιας Αμερικής. Δεν είναι όμως, ακριβώς έτσι.

Συσσίτια και οικονομική εξαθλίωση για εκατομμύρια πολίτες της χώρας με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Φωτογραφία: Getty Images / Ideal image
Η Βενεζουέλα ήταν, δεν είναι πια, μια πλούσια χώρα. Κάποτε μάλιστα ήταν αναλογικά η πλουσιότερη χώρα της Νότιας Αμερικής. Αλλά το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) της, από την κορυφή που άγγιξε το 2012, λίγο πριν το θάνατο του προέδρου της Τσάβες, όταν βρέθηκε στο ύψος των 372,592 δισ. δολαρίων, οδηγήθηκε στην ασύλληπτη κατάρρευση των μόλις 42,84 δισ. μέσα σε 6 μόνο χρόνια, το 2020, για να ανακάμψει έκτοτε μέχρι και τα 119,803 δισ. το 2024, εν αναμονή των στοιχείων για το κλείσιμο του 2025, που προμηνύουν ξανά πτώση.

Η Βενεζουέλα ήταν, δεν είναι πια, μια πλούσια χώρα. Κάποτε μάλιστα ήταν αναλογικά η πλουσιότερη χώρα της Νότιας Αμερικής. Αλλά το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) της, από την κορυφή που άγγιξε το 2012, λίγο πριν το θάνατο του προέδρου της Τσάβες, όταν βρέθηκε στο ύψος των 372,592 δισ. δολαρίων, οδηγήθηκε στην ασύλληπτη κατάρρευση των μόλις 42,84 δισ. μέσα σε 6 μόνο χρόνια, το 2020, για να ανακάμψει έκτοτε μέχρι και τα 119,803 δισ. το 2024, εν αναμονή των στοιχείων για το κλείσιμο του 2025, που προμηνύουν ξανά πτώση.

Βενεζουαλανοί μετανάστες στο Μεντεγίν γιορτάζουν την πτώση του καθεστώτος Μαδούρο. Φωτογραφία: Getty Images / Ideal image
Αναλόγως, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, από το ρεκόρ του 2012, των 12.688 δολαρίων, συνετρίβη στα 1.533 δολάρια το 2020 για να ανακάμψει στα 4.510 δολάρια το 2024 και «προσγειωθεί» πάλι σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα, όπως εκτιμάται, το 2025. Όλα αυτά σύμφωνα με την διεθνή πύλη δεδομένων Statista, που συγκεντρώνει τα στοιχεία για τις οικονομίες όλων των χωρών του πλανήτη από όλες τις διαθέσιμες πηγές (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΕΚΤ, Eurostat κ.ο.κ.).

Αναλόγως, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, από το ρεκόρ του 2012, των 12.688 δολαρίων, συνετρίβη στα 1.533 δολάρια το 2020 για να ανακάμψει στα 4.510 δολάρια το 2024 και «προσγειωθεί» πάλι σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα, όπως εκτιμάται, το 2025. Όλα αυτά σύμφωνα με την διεθνή πύλη δεδομένων Statista, που συγκεντρώνει τα στοιχεία για τις οικονομίες όλων των χωρών του πλανήτη από όλες τις διαθέσιμες πηγές (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΕΚΤ, Eurostat κ.ο.κ.).

Το γράφημα αποτυπώνει την πρωτοφανή οικονομική καθίζηση της χώρας. Από τα επίπεδα των 372 δισ. δολαρίων το 2012, η οικονομία της Βενεζουέλας συρρικνώθηκε βίαια, φτάνοντας στο χαμηλότερο σημείο της το 2020 (περίπου 43 δισ. δολάρια), μια πτώση που αγγίζει το 90% της αξίας της. Η συνδυασμένη επίδραση της πτώσης των τιμών του πετρελαίου, του υπερπληθωρισμού και της κακοδιαχείρισης οδήγησε σε μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις στη σύγχρονη ιστορία.


Η εικόνα είναι σοκαριστική. Το 2012, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Βενεζουέλας άγγιζε τα 12.688, τοποθετώντας τη χώρα ανάμεσα στις πιο εύπορες της Λατινικής Αμερικής. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, ο πλούτος ανά κάτοικο «εξαερώθηκε», κατρακυλώντας στα 1.533 το 2020. Μιλάμε για μια απώλεια της τάξης του 88% της ονομαστικής αξίας του εισοδήματος. Η πτώση των τιμών του πετρελαίου και ο υπερπληθωρισμός διέλυσαν το εθνικό νόμισμα.
Από την άλλη, πράγματι η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Βενεζουέλας είναι άνθρωποι δυστυχείς. Ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, πολλοί σε ανέχεια. Το προαναφερθέν κατά κεφαλήν εισόδημα δεν είναι ο πιο ειλικρινής δείκτης της κοινωνικής καταστροφής και αποσύνθεσης που βιώνει η χώρα τουλάχιστον στα χρόνια της διακυβέρνησης του Μαδούρο. Είναι ο μέσος όρος.
Παντού είναι έτσι, βέβαια. Αλλά η Βενεζουέλα ζει σε μια παράνοια ακραίας φτώχειας, όπου μια μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, κατά περιόδους, κυριολεκτικά, λιμοκτονεί. Σε αντίθεση με ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού, την πολιτική και την στρατευμένη γύρω από το καθεστώς Μαδούρο κοινωνική ελίτ της χώρας, που ζει σε ακραίες προνομιακές συνθήκες.
Οι αριθμοί της φτώχειας

Από την άλλη, πράγματι η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Βενεζουέλας είναι άνθρωποι δυστυχείς. Ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, πολλοί σε ανέχεια. Το προαναφερθέν κατά κεφαλήν εισόδημα δεν είναι ο πιο ειλικρινής δείκτης της κοινωνικής καταστροφής και αποσύνθεσης που βιώνει η χώρα τουλάχιστον στα χρόνια της διακυβέρνησης του Μαδούρο. Είναι ο μέσος όρος.
Παντού είναι έτσι, βέβαια. Αλλά η Βενεζουέλα ζει σε μια παράνοια ακραίας φτώχειας, όπου μια μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, κατά περιόδους, κυριολεκτικά, λιμοκτονεί. Σε αντίθεση με ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού, την πολιτική και την στρατευμένη γύρω από το καθεστώς Μαδούρο κοινωνική ελίτ της χώρας, που ζει σε ακραίες προνομιακές συνθήκες.
Οι αριθμοί της φτώχειας

Η κοινωνική εικόνα της Βενεζουέλας είναι ακόμη πιο αποκαρδιωτική από την οικονομική, καθώς η φτώχεια μετατράπηκε από ένα διαχειρίσιμο πρόβλημα σε μια καθολική ανθρωπιστική κρίση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας ENCOVI (η πιο αξιόπιστη πηγή, καθώς τα επίσημα κυβερνητικά στοιχεία συχνά απουσιάζουν), το ποσοστό φτώχειας εκτοξεύτηκε σε δυσθεώρητα επίπεδα. Μετά το 2014, η φτώχεια έπαψε να είναι σταδιακή. Μέσα σε 5 χρόνια, το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας σχεδόν τετραπλασιάστηκε, αγγίζοντας το ιστορικό υψηλό του 96,2% το 2019.
Πριν από τους άλλους αριθμούς, αξίζει μόνο η αναφορά στα στοιχεία της μετανάστευσης. Σύμφωνα με την Περιφερειακή Διατμηματική Πλατφόρμα Συντονισμού για Πρόσφυγες και Μετανάστες από τη Βενεζουέλα του ΟΗΕ, σήμερα, σε διάφορες χώρες του κόσμου, υπάρχουν σχεδόν 7,8 εκατομμύρια Βενεζουελάνοι πρόσφυγες και μετανάστες, από μόλις 700.000 το 2015. Εξ αυτών 2,9 εκατ. έχουν βρει καταφύγιο στην γειτονική Κολομβία, για αυτό και οι αρχές της χώρας αύξησαν από χθες τα μέτρα ασφαλείας στα σύνορα για την αποτροπή ενός νέου κύματος μεταναστών λόγω των δραματικών εξελίξεων και την αστάθεια που υπάρχει μετά την αμερικανική επίθεση και την ανατροπή του Μαδούρο που συνελήφθη μαζί με τη σύζυγό του και μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη. Άλλοι 1,5 εκατ. βρίσκονται στο Περού και 1,2 εκατ. σε χώρες εκτός Λατινικής Αμερικής.
Το παραπάνω δεδομένο και μόνο θα αρκούσε για την απόδειξη της ακραίας φτώχειας μέχρι και των καταστάσεων λιμοκτονίας, που βιώνουν οι Βενεζουελάνοι, σε πείσμα των εκτός Βενεζουέλας υποστηρικτών του καθεστώτος Μαδούρο. Υπάρχουν όμως κι άλλοι αριθμοί και προπαντός οι εικόνες της καθημερινότητας και οι αφηγήσεις όσων κατάφεραν να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Πριν από τους άλλους αριθμούς, αξίζει μόνο η αναφορά στα στοιχεία της μετανάστευσης. Σύμφωνα με την Περιφερειακή Διατμηματική Πλατφόρμα Συντονισμού για Πρόσφυγες και Μετανάστες από τη Βενεζουέλα του ΟΗΕ, σήμερα, σε διάφορες χώρες του κόσμου, υπάρχουν σχεδόν 7,8 εκατομμύρια Βενεζουελάνοι πρόσφυγες και μετανάστες, από μόλις 700.000 το 2015. Εξ αυτών 2,9 εκατ. έχουν βρει καταφύγιο στην γειτονική Κολομβία, για αυτό και οι αρχές της χώρας αύξησαν από χθες τα μέτρα ασφαλείας στα σύνορα για την αποτροπή ενός νέου κύματος μεταναστών λόγω των δραματικών εξελίξεων και την αστάθεια που υπάρχει μετά την αμερικανική επίθεση και την ανατροπή του Μαδούρο που συνελήφθη μαζί με τη σύζυγό του και μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη. Άλλοι 1,5 εκατ. βρίσκονται στο Περού και 1,2 εκατ. σε χώρες εκτός Λατινικής Αμερικής.
Το παραπάνω δεδομένο και μόνο θα αρκούσε για την απόδειξη της ακραίας φτώχειας μέχρι και των καταστάσεων λιμοκτονίας, που βιώνουν οι Βενεζουελάνοι, σε πείσμα των εκτός Βενεζουέλας υποστηρικτών του καθεστώτος Μαδούρο. Υπάρχουν όμως κι άλλοι αριθμοί και προπαντός οι εικόνες της καθημερινότητας και οι αφηγήσεις όσων κατάφεραν να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Χριστούγεννα στις φαβέλες του Καράκας. Φωτογραφία: Getty Images / Ideal image
Η ύφεση της οικονομίας οδήγησε σε υπερπληθωρισμό της τάξης ακόμα και του 686% (!) εκμηδενίζοντας σχεδόν την αξία του μπολιβάρ, του εθνικού νομίσματος, συνάμα όμως καθιστώντας πλουσιότερους εκείνους που διέθεταν καταθέσεις ή πληρώνονταν στις δουλειές τους ή λάμβαναν εμβάσματα από συγγενείς τους στο εξωτερικό σε αμερικανικό δολάριο. Αυτοί βεβαίως είναι πολύ λίγοι, καθώς η χώρα βρέθηκε από την εποχή Τσάβες αρκετές φορές σε καθεστώς αμερικανικών κυρώσεων.
Η φτώχεια σάρωσε τη Βενεζουέλα μετά το 2013. Οδηγώντας πολλούς, κατά μεγάλα διαστήματα, σε εξαθλίωση.

Η φτώχεια σάρωσε τη Βενεζουέλα μετά το 2013. Οδηγώντας πολλούς, κατά μεγάλα διαστήματα, σε εξαθλίωση.

Στη Βενεζουέλα το 2018 έπλεκαν... καλάθια με χαρτονομίσματα λόγω της υποτίμησης. Ο πληθωρισμός-ρεκόρ ύψους 13.000% στη χώρα είχε καταστήσει τα μπολίβαρ σχεδόν άχρηστα
Όπως αναφέρει το International Relations View, πολλοί εργαζόμενοι δεν έχουν καν την οικονομική δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ούτε τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να πάνε στις δουλειές τους, ως εκ τούτου εργάζονται σε άτυπες θέσεις εργασίας στο σπίτι, με αποτέλεσμα να παραμένουν εγκλωβισμένοι στη φτώχεια. Η ανεργία κινείται σε επίπεδα πάνω από 35%. Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας έχει μειωθεί από 65,2% το 2021, αλλά το χάσμα μεταξύ των δύο οικονομικών επιπέδων αυξάνεται δραματικά. Οι φτωχοί της Βενεζουέλας ζουν με μέσο εισόδημα μόλις 8 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ οι πιο ευκατάστατοι αντιστοίχως με 553.
Ακόμη και επί Τσάβες, οι πολίτες είχαν πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση σε φάρμακα, είδη προσωπικής υγιεινής και τρόφιμα από ό,τι επί Μαδούρο, ο οποίος για να αντιμετωπίσει τις αμερικανικές κυρώσεις επέβαλε πλήρη κρατικό έλεγχο στην οικονομία και στην ρύθμιση της αγοράς. Αλλά όταν οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις το 2021, οι έλεγχοι και οι περιορισμοί που εμπόδιζαν τις εισαγωγές και οδήγησαν σε ελλείψεις ακόμα και βασικών αγαθών, παρέμειναν και η φτώχεια απογειώθηκε.
Την ώρα που οι υποδομές της Βενεζουέλας για τους πλούσιους επεκτάθηκαν, δίνοντας στις ελίτ πρόσβαση σε πολυτελή καταστήματα μόδας, ακριβά νυχτερινά κέντρα και πολυτελή εστιατόρια, οι φτωχότεροι αποκλείονταν αλλά και πλήθαιναν. Έτσι η Βενεζουέλα μετατράπηκε σε χώρα-κόλαση ανισοτήτων.
Τα φτωχά νοικοκυριά πέφτουν θύματα επισιτιστικής ανασφάλειας, έλλειψης νερού, διακοπών ρεύματος, υποχρηματοδοτούμενης εκπαίδευσης και έλλειψης πρόσβασης σε υποδομές περίθαλψης σε τακτική βάση. Κατά διαστήματα οι ελλείψεις σε βασικά είδη όπως αλεύρι, ρύζι κ.α. και οι αυξανόμενες τιμές έχουν οδηγήσει σε ταραχές μέχρι και λεηλασίες. Οι εικόνες ανθρώπων που τρέφονται σε συσσίτια ή ακόμη ψάχνουν φαγητό σε κάδους σκουπιδιών δεν είναι σπάνιες.
Πριν 15 χρόνια, η Βενεζουέλα είχε τη χαμηλότερη ανισότητα στη Λατινική Αμερική. Τώρα, έχει την υψηλότερη. Το πλουσιότερο 10% των Βενεζουελάνων κερδίζει 70 φορές περισσότερα από το φτωχότερο 10% της Βενεζουέλας.

Τι συμβαίνει με το πετρέλαιο
Πώς όμως έχει συμβεί αυτό; Ένα άλλο κλισέ αναφέρει πως «παρότι η Βενεζουέλα διαθέτει μυθικές ποσότητες πετρελαίου, μεγάλο τμήμα του λαού της λιμοκτονεί». Άρα γιατί η χώρα δεν «προστατεύει» το λαό της; Το κλισέ έχει μια σημαντική ανακρίβεια. Η Βενεζουέλα είναι η μακράν πλουσιότερη χώρα στον πλανήτη σε αποθέματα πετρελαίου. Όχι όμως σε εξορύξεις, παραγωγή και εξαγωγές, όπου βρίσκεται αισθητά πίσω από άλλες χώρες.
Το 2023 διέθετε αποθέματα 303,2 δισ. βαρέλια του «μαύρου χρυσού», συγκεντρωμένα κυρίως στη «ζώνη του Ορινόκο». Αντιπροσώπευαν το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Αλλά παρήγαγε το μόλις 0,8% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής αργού. Από 3 εκατ. βαρέλια/ημέρα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, κατέρρευσε σε κάτω από 1 εκατ. τα τελευταία χρόνια λόγω χρόνιας υποεπένδυσης, κυρώσεων, απώλειας εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και κατάρρευσης της εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA. Φθορά των υποδομών, διακοπές λειτουργίας των διυλιστηρίων και έλλειψη πρόσβασης σε σύγχρονες τεχνολογίες γεώτρησης συνεχίζουν να περιορίζουν την ανάκαμψη.
Διαθέτει και αποθέματα πλέον των 200 τρισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, το 73% του συνόλου στη Νότια Αμερική. Παραμένει σε μεγάλο βαθμό «ακινητοποιημένο» λόγω της απουσίας αγωγών, εγκαταστάσεων LNG και εταιρικών σχέσεων με ξένα κεφάλαια.
Με μια λέξη, για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, η Βενεζουέλα αντιπροσωπεύει λανθάνουσα και όχι ανταποκρινόμενη προσφορά. Τα βαρέλια της σε πετρέλαιο και αέριο υπάρχουν, αλλά δεν είναι αξιόπιστα επενδυτικά υπό τις τρέχουσες συνθήκες.
Ευάλωτο μοντέλο
Δεν είναι όμως μόνο το ότι η χώρα δεν αξιοποιεί στο μέγιστο τις δυο «χρυσές ενεργειακές δεξαμενές», με τις οποίες έχει προικιστεί. Είναι το κατεξοχήν αντιπαραγωγικό, μονοδιάστατο και τελικά αντι-αναπτυξιακό και ευάλωτο οικονομικό μοντέλο που ακολουθεί η Βενεζουέλα. Στηριγμένο αποκλειστικά στις εξαγωγές πετρελαίου.
Αποτελεί παράδειγμα πετρελαϊκού κράτους, όπου η κυβέρνηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα από ορυκτά καύσιμα, η πολιτική και οικονομική εξουσία είναι συγκεντρωμένη σε μια μικρή ελίτ και η διαφθορά είναι εκτεταμένη, καθώς οι πολιτικοί θεσμοί είναι αδύναμοι και ελεγχόμενοι ασφυκτικά από την κεντρική εξουσία. Αυτά τα κράτη είναι ευάλωτα σε αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «ολλανδική ασθένεια», κατά την οποία μια κυβέρνηση αναπτύσσει μια «ανθυγιεινή» εξάρτηση από τις εξαγωγές φυσικών πόρων σε βάρος άλλων τομέων. Η οικονομία της Βενεζουέλας όπως και των άλλων πετρελαϊκών κρατών είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών ενέργειας και τη φυγή κεφαλαίων.

Όπως αναφέρει το International Relations View, πολλοί εργαζόμενοι δεν έχουν καν την οικονομική δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ούτε τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να πάνε στις δουλειές τους, ως εκ τούτου εργάζονται σε άτυπες θέσεις εργασίας στο σπίτι, με αποτέλεσμα να παραμένουν εγκλωβισμένοι στη φτώχεια. Η ανεργία κινείται σε επίπεδα πάνω από 35%. Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας έχει μειωθεί από 65,2% το 2021, αλλά το χάσμα μεταξύ των δύο οικονομικών επιπέδων αυξάνεται δραματικά. Οι φτωχοί της Βενεζουέλας ζουν με μέσο εισόδημα μόλις 8 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ οι πιο ευκατάστατοι αντιστοίχως με 553.
Ακόμη και επί Τσάβες, οι πολίτες είχαν πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση σε φάρμακα, είδη προσωπικής υγιεινής και τρόφιμα από ό,τι επί Μαδούρο, ο οποίος για να αντιμετωπίσει τις αμερικανικές κυρώσεις επέβαλε πλήρη κρατικό έλεγχο στην οικονομία και στην ρύθμιση της αγοράς. Αλλά όταν οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις το 2021, οι έλεγχοι και οι περιορισμοί που εμπόδιζαν τις εισαγωγές και οδήγησαν σε ελλείψεις ακόμα και βασικών αγαθών, παρέμειναν και η φτώχεια απογειώθηκε.
Την ώρα που οι υποδομές της Βενεζουέλας για τους πλούσιους επεκτάθηκαν, δίνοντας στις ελίτ πρόσβαση σε πολυτελή καταστήματα μόδας, ακριβά νυχτερινά κέντρα και πολυτελή εστιατόρια, οι φτωχότεροι αποκλείονταν αλλά και πλήθαιναν. Έτσι η Βενεζουέλα μετατράπηκε σε χώρα-κόλαση ανισοτήτων.
Τα φτωχά νοικοκυριά πέφτουν θύματα επισιτιστικής ανασφάλειας, έλλειψης νερού, διακοπών ρεύματος, υποχρηματοδοτούμενης εκπαίδευσης και έλλειψης πρόσβασης σε υποδομές περίθαλψης σε τακτική βάση. Κατά διαστήματα οι ελλείψεις σε βασικά είδη όπως αλεύρι, ρύζι κ.α. και οι αυξανόμενες τιμές έχουν οδηγήσει σε ταραχές μέχρι και λεηλασίες. Οι εικόνες ανθρώπων που τρέφονται σε συσσίτια ή ακόμη ψάχνουν φαγητό σε κάδους σκουπιδιών δεν είναι σπάνιες.
Πριν 15 χρόνια, η Βενεζουέλα είχε τη χαμηλότερη ανισότητα στη Λατινική Αμερική. Τώρα, έχει την υψηλότερη. Το πλουσιότερο 10% των Βενεζουελάνων κερδίζει 70 φορές περισσότερα από το φτωχότερο 10% της Βενεζουέλας.

Με περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, η Βενεζουέλα διαθέτει το 17-18% των παγκόσμιων αποθεμάτων, ξεπερνώντας τη Σαουδική Αραβία. Αν και έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα, η παραγωγή της έχει καταρρεύσει λόγω έλλειψης επενδύσεων, κυρώσεων και παρωχημένων υποδομών. Το πετρέλαιό της είναι «βαρύ» (heavy crude), γεγονός που καθιστά την εξόρυξη και τη διύλισή του πολύ πιο ακριβή και δύσκολη σε σχέση με το «ελαφρύ» πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής.
Τι συμβαίνει με το πετρέλαιο
Πώς όμως έχει συμβεί αυτό; Ένα άλλο κλισέ αναφέρει πως «παρότι η Βενεζουέλα διαθέτει μυθικές ποσότητες πετρελαίου, μεγάλο τμήμα του λαού της λιμοκτονεί». Άρα γιατί η χώρα δεν «προστατεύει» το λαό της; Το κλισέ έχει μια σημαντική ανακρίβεια. Η Βενεζουέλα είναι η μακράν πλουσιότερη χώρα στον πλανήτη σε αποθέματα πετρελαίου. Όχι όμως σε εξορύξεις, παραγωγή και εξαγωγές, όπου βρίσκεται αισθητά πίσω από άλλες χώρες.
Το 2023 διέθετε αποθέματα 303,2 δισ. βαρέλια του «μαύρου χρυσού», συγκεντρωμένα κυρίως στη «ζώνη του Ορινόκο». Αντιπροσώπευαν το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Αλλά παρήγαγε το μόλις 0,8% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής αργού. Από 3 εκατ. βαρέλια/ημέρα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, κατέρρευσε σε κάτω από 1 εκατ. τα τελευταία χρόνια λόγω χρόνιας υποεπένδυσης, κυρώσεων, απώλειας εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και κατάρρευσης της εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA. Φθορά των υποδομών, διακοπές λειτουργίας των διυλιστηρίων και έλλειψη πρόσβασης σε σύγχρονες τεχνολογίες γεώτρησης συνεχίζουν να περιορίζουν την ανάκαμψη.
Διαθέτει και αποθέματα πλέον των 200 τρισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, το 73% του συνόλου στη Νότια Αμερική. Παραμένει σε μεγάλο βαθμό «ακινητοποιημένο» λόγω της απουσίας αγωγών, εγκαταστάσεων LNG και εταιρικών σχέσεων με ξένα κεφάλαια.
Με μια λέξη, για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, η Βενεζουέλα αντιπροσωπεύει λανθάνουσα και όχι ανταποκρινόμενη προσφορά. Τα βαρέλια της σε πετρέλαιο και αέριο υπάρχουν, αλλά δεν είναι αξιόπιστα επενδυτικά υπό τις τρέχουσες συνθήκες.
Ευάλωτο μοντέλο
Δεν είναι όμως μόνο το ότι η χώρα δεν αξιοποιεί στο μέγιστο τις δυο «χρυσές ενεργειακές δεξαμενές», με τις οποίες έχει προικιστεί. Είναι το κατεξοχήν αντιπαραγωγικό, μονοδιάστατο και τελικά αντι-αναπτυξιακό και ευάλωτο οικονομικό μοντέλο που ακολουθεί η Βενεζουέλα. Στηριγμένο αποκλειστικά στις εξαγωγές πετρελαίου.
Αποτελεί παράδειγμα πετρελαϊκού κράτους, όπου η κυβέρνηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα από ορυκτά καύσιμα, η πολιτική και οικονομική εξουσία είναι συγκεντρωμένη σε μια μικρή ελίτ και η διαφθορά είναι εκτεταμένη, καθώς οι πολιτικοί θεσμοί είναι αδύναμοι και ελεγχόμενοι ασφυκτικά από την κεντρική εξουσία. Αυτά τα κράτη είναι ευάλωτα σε αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «ολλανδική ασθένεια», κατά την οποία μια κυβέρνηση αναπτύσσει μια «ανθυγιεινή» εξάρτηση από τις εξαγωγές φυσικών πόρων σε βάρος άλλων τομέων. Η οικονομία της Βενεζουέλας όπως και των άλλων πετρελαϊκών κρατών είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών ενέργειας και τη φυγή κεφαλαίων.

Η Βενεζουέλα αποτελεί το μεγαλύτερο παράδοξο της παγκόσμιας οικονομίας: κάθεται πάνω στον μεγαλύτερο «θησαυρό» μαύρου χρυσού, ενώ η οικονομία της καταρρέει. Φωτογραφία: Getty Images / Ideal image
Από την άλλη, η χώρα φιλοξενεί σημαντικούς τεκμαιρόμενους πόρους σιδηρομεταλλεύματος, βωξίτη, νικελίου, χαλκού, ψευδαργύρου, χρυσού και σπάνιων γαιών , ιδιαίτερα εντός της πλούσιας σε ορυκτά «Ασπίδας της Γουιάνας». Οι γεωλογικές έρευνες υποδηλώνουν σημαντικό δυναμικό για εισροές μπαταριών και ηλεκτροδότησης, συμπεριλαμβανομένων νικελίου και χαλκού, σε κλίμακα ανταγωνιστική με τις κορυφαίες χώρες-παραγωγούς.
Σε αντίθεση με χώρες - εξορυκτικές δυνάμεις (Καναδάς, Αυστραλία) όπου τα σταθερά πλαίσια επιτρέπουν σε πολυεθνικούς κολοσσούς όπως BHP και Rio Tinto Group να ευδοκιμήσουν, η Βενεζουέλα δεν διαθέτει βασικά στοιχεία για να μετατρέψει το ορυκτό δυναμικό σε αποδοτική παραγωγική πραγματικότητα. Χωρίς φιλικό περιβάλλον για τους πιθανούς διεθνείς μεγάλους επενδυτές, με ανεπαρκείς υποδομές στις εγκαταστάσεις ηλεκτρικής ενέργειας, μεταφορών και εξαγωγών, και με απρόβλεπτες πολιτικές σχετικά με την ιδιοκτησία, τη φορολογία και τον επαναπατρισμό κερδών, οι ξένες μακροπρόθεσμες επενδύσεις, που θα οδηγούσαν και σε διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλο της Βενεζουέλας, μειώνοντας την εξάρτηση από το πετρέλαιο, καθίστανται απαγορευτικές.
Είναι βέβαιο, ότι και όλα αυτά βρίσκονται στο πίσω μέρος του μυαλού του Τραμπ, που επί του παρόντος προτιμά να επικεντρώνει στο «πετρέλαιο που παρήγαγαν αμερικανικά χέρια στη Βενεζουέλα, αλλά κατέληξαν στα χέρια άλλων».
Από την άλλη, η χώρα φιλοξενεί σημαντικούς τεκμαιρόμενους πόρους σιδηρομεταλλεύματος, βωξίτη, νικελίου, χαλκού, ψευδαργύρου, χρυσού και σπάνιων γαιών , ιδιαίτερα εντός της πλούσιας σε ορυκτά «Ασπίδας της Γουιάνας». Οι γεωλογικές έρευνες υποδηλώνουν σημαντικό δυναμικό για εισροές μπαταριών και ηλεκτροδότησης, συμπεριλαμβανομένων νικελίου και χαλκού, σε κλίμακα ανταγωνιστική με τις κορυφαίες χώρες-παραγωγούς.
Σε αντίθεση με χώρες - εξορυκτικές δυνάμεις (Καναδάς, Αυστραλία) όπου τα σταθερά πλαίσια επιτρέπουν σε πολυεθνικούς κολοσσούς όπως BHP και Rio Tinto Group να ευδοκιμήσουν, η Βενεζουέλα δεν διαθέτει βασικά στοιχεία για να μετατρέψει το ορυκτό δυναμικό σε αποδοτική παραγωγική πραγματικότητα. Χωρίς φιλικό περιβάλλον για τους πιθανούς διεθνείς μεγάλους επενδυτές, με ανεπαρκείς υποδομές στις εγκαταστάσεις ηλεκτρικής ενέργειας, μεταφορών και εξαγωγών, και με απρόβλεπτες πολιτικές σχετικά με την ιδιοκτησία, τη φορολογία και τον επαναπατρισμό κερδών, οι ξένες μακροπρόθεσμες επενδύσεις, που θα οδηγούσαν και σε διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλο της Βενεζουέλας, μειώνοντας την εξάρτηση από το πετρέλαιο, καθίστανται απαγορευτικές.
Είναι βέβαιο, ότι και όλα αυτά βρίσκονται στο πίσω μέρος του μυαλού του Τραμπ, που επί του παρόντος προτιμά να επικεντρώνει στο «πετρέλαιο που παρήγαγαν αμερικανικά χέρια στη Βενεζουέλα, αλλά κατέληξαν στα χέρια άλλων».
Χρήστος Δρογκάρης
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
