19 Φεβρουαρίου 2026

Ποιοι Έλληνες επιχειρηματίες επενδύουν στην Τουρκία και ποιοι Τούρκοι στη χώρα μας: Ο στόχος των 10 δισ., το real estate, ο τουρισμός και η λιανική


Πάνω από 7 δισ. δολάρια οι επενδύσεις των Ελλήνων στη γείτονα χώρα- Το real estate, η ενέργεια, ο τουρισμός και η λιανική οι προτεραιότητες των Τούρκων στην Ελλάδα
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ωριμες δείχνουν οι συνθήκες σε οικονομικό επίπεδο για να υποδεχθούν το νέο κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις όπως αυτό εκφράστηκε κατά την πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο και εξειδικεύθηκε με τις συμφωνίες που υπογράφηκαν από τους αρμόδιους υπουργούς. Βέβαια η σχέση με τη γείτονα αποτελεί πάντα μια δύσκολη εξίσωση, με πολλούς αστάθμητους παράγοντες.

Ωστόσο, η επιχειρηματικότητα βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από την πολιτική, ανοίγοντας δρόμους. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών, μετά από μια περίοδο στασιμότητας, έχουν εισέλθει σε φάση ανάπτυξης, καθιστώντας εφικτό τον στόχο να φτάσουμε τα 10 δισ. δολάρια στο διμερές εμπόριο τα επόμενα χρόνια. Οπως τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, «έχουμε θέσει έναν φιλόδοξο στόχο, να φτάσουμε τα 10 δισ. δολάρια στο διμερές μας εμπόριο», ενώ αναφερόμενος στην επενδυτική κινητικότητα πρόσθεσε ότι «γίνονται σήμερα σημαντικές επενδύσεις από ελληνικές εταιρείες στην Τουρκία και σημαντικές επενδύσεις από τουρκικές εταιρείες στην Ελλάδα». Αυτή είναι μια πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια που αποτυπώνεται αφενός στις επενδύσεις μεγάλων ελληνικών και τουρκικών ομίλων, αφετέρου στις εισαγωγές-εξαγωγές χιλιάδων μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων για προϊόντα που καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσμα της κατανάλωσης και της βιομηχανικής παραγωγής.

Ετσι, αγοράζουμε -σε κάποιες περιπτώσεις χωρίς να το γνωρίζουμε- εκατοντάδες προϊόντα, όπως κρεβάτια, πετσέτες, ρούχα, διακοσμητικά, τρόφιμα που είναι τουρκικής προέλευσης. Κάτι αντίστοιχο κάνουν και οι καταναλωτές στη γειτονική χώρα. Στον επόμενο τόνο, ωστόσο, αναμένονται τα πρακτικά αποτελέσματα της προσέγγισης, όπως αυτά περιγράφονται τόσο από τη συμφωνία που υπέγραψε ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος με τον Τούρκο ομόλογό του Μεχμέτ Φετίχ Κασίρ για 110 κοινά ερευνητικά προγράμματα με θετική επίδραση και στην πραγματική οικονομία όσο και από την ανάπτυξη ενός μνημονίου συνεργασίας που θα αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα συστήματα πιστοποίησης προϊόντων και υπηρεσιών.

Σημαντικό ρόλο για την εμβάθυνση των οικονομικών και επιχειρηματικών σχέσεων αναμένεται να διαδραματίσουν και τα δύο business summit -σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη- που συμφώνησαν ο Κυριάκος Πιερρακάκης με τον Τούρκο ομόλογό του. Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική αύξησης του διμερούς εμπορίου αποτελεί μια ευκαιρία για τις ελληνικές επιχειρήσεις να απευθυνθούν στην τεράστια τουρκική αγορά των 90 εκατομμυρίων ανθρώπων.

«Απόλυτα εφικτός»

Ιδιαίτερα αισιόδοξος εμφανίζεται ο πρόεδρος του Ελληνοτουρκικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Παναγιώτης Κουτσίκος, ο οποίος δηλώνει στο «ΘΕΜΑ» ότι «ο στόχος των 10 δισ. είναι απόλυτα εφικτός», εκτιμώντας ότι «αν επικρατήσουν τα “ήρεμα νερά”, θα υπάρξει ταχύτατη εξέλιξη των οικονομικών σχέσεων και σε τρία με τέσσερα χρόνια θα τον έχουμε φτάσει».

Ο κ. Κουτσίκος επισημαίνει ότι «τη δύσκολη περίοδο 2016-18 το διμερές εμπόριο είχε μειωθεί από τα 4 δισ. στα 1,9-2 δισ. ευρώ. Στη συνέχεια ανέκαμψε σιγά-σιγά, τώρα έχουμε φτάσει στα 5 δισ. και προχωράμε». Πρόσθεσε μάλιστα πως «το τελευταίο διάστημα βλέπουμε ότι όλο και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις θέλουν να δραστηριοποιηθούν στην Τουρκία». «Ακτινογραφώντας» την ελληνική επιχειρηματική παρουσία στη γείτονα αναφέρει ότι στην Τουρκία δραστηριοποιούνται δύο κατηγορίες επιχειρήσεων. Η μία αφορά τους πάνω από 45 μεγάλους ομίλους που κάνουν σημαντικές επενδύσεις για την επέκτασή τους στη χώρα, όπως Τιτάν, βιομηχανίες συσκευασίας κ.ά. Στη δεύτερη κατηγορία, που διαμορφώνει ουσιαστικά και το συνολικό διμερές εμπόριο -με 2,5-3 δισ. εισαγωγές από την Τουρκία και 1,5-2 δισ. εξαγωγές-, περιλαμβάνονται περίπου 5.000 ελληνικές και τουρκικές επιχειρήσεις.

«Σχεδόν ό,τι παράγεται στην Ελλάδα υπάρχει χώρος να πουληθεί στην Τουρκία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις τουρκικές εταιρείες που πωλούν στην Ελλάδα. Δηλαδή, οι κατηγορίες των προϊόντων (από ηλεκτρικές μηχανές και ηλεκτρονικά μέχρι υλικά συσκευασίας, στρώματα, κρεβάτια κ.ά.) είναι ίδιες, εκτός από τα αυτοκίνητα και τα ανταλλακτικά» όπως λέει, καθώς η Τουρκία διαθέτει μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, με παρουσία πολλών ξένων ομίλων. Αποκαλύπτει μάλιστα ότι τα περισσότερα τουριστικά βαν που βλέπουμε να κυκλοφορούν στη χώρα μας είναι τουρκικής προέλευσης.

Real estate και τουρισμός

Ηχηρό «παρών» δίνουν οι Τούρκοι και στο εγχώριο real estate. Με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, το 2024 επενδύθηκαν 292 εκατ. ευρώ από Τούρκους πολίτες για την απόκτηση ακινήτων στη χώρα μας, σημειώνοντας αύξηση 174% σε σχέση με το 2023 και 380% έναντι του 2022. Σε επίπεδο Golden Visa -που αποκτάται με αγορά ακινήτων αξίας από 250.000 έως 800.000 ευρώ-, εκτιμάται ότι έχει δοθεί σε σχεδόν 2.000 Τούρκους, που κατατάσσονται στη δεύτερη θέση μετά τους Κινέζους μεταξύ των ξένων επενδυτών με μόνιμη άδεια διαμονής στην Ελλάδα.

Οι Τούρκοι επενδυτές προτιμούν κυρίως την αγορά της Αττικής, από το Κολωνάκι μέχρι και τα νότια προάστια, και δευτερευόντως τη Θεσσαλονίκη και κάποια δημοφιλή τουριστικά νησιά, όπως Μύκονο, Σαντορίνη, Ρόδο, Κρήτη, Κέρκυρα, αλλά και Θάσο.

Οσον αφορά τον τουρισμό, το 2024 οι Ελληνες που επισκέφθηκαν την Τουρκία ήταν 549.000 έναντι 599.000 το 2023, ενώ οι Τούρκοι που ήρθαν στην Ελλάδα αυξήθηκαν σε 1,2 εκατομμύριο, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις να φτάνουν το 1 δισ. δολάρια. Θα πρέπει επίσης να προστεθούν τα οφέλη από την έκδοση της ημερήσιας βίζας, η οποία έχει εκτοξεύσει τις αφίξεις εύπορων κυρίως και «σκαφάτων» Τούρκων τουριστών στα ελληνικά νησιά.

Η ελληνική παρουσία

Η χώρα μας καταγράφει σημαντική επενδυτική παρουσία στη γείτονα, με τις άμεσες επενδύσεις να υπερβαίνουν τα 7 δισ. δολάρια τα τελευταία χρόνια, ενώ εκεί δραστηριοποιούνται περισσότερες από 60 μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις. Ανάμεσά τους η τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν, η οποία μετά την πώληση της Adocim προχώρησε στην εξαγορά της Tracim Cement, η Πλαστικά Κρήτης, η Alumil, η Isomat, η Kleemann, η καπνοβιομηχανία Καρέλια, η Chipita (που έχει περάσει πλέον στην πολυεθνική Mondelez), η Ελληνικοί Λευκόλιθοι του Δημήτρη Πόρτολου, που διατηρεί παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα στη γείτονα, η Papaplast, ο όμιλος Rivulis (πρώην Eurodrip), η Intelli Solutions κ.ά. Την αξία της έχει και η πρόσφατη νύξη του επικεφαλής της Jumbo, Απόστολου Βακάκη, περί ενδεχόμενης επέκτασης στην Τουρκία.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η PeopleCert, με ισχυρό εκτόπισμα στον χώρο της εκπαίδευσης και της πιστοποίησης σε Ελλάδα, Τουρκία και πολλές άλλες χώρες. Ο ιδρυτής και επικεφαλής της, Βύρων Νικολαΐδης, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την τουρκική ηγεσία, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο για τη σύσφιξη των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών. Κατά το παρελθόν διατηρούσαν βραχίονες και άλλοι ελληνικοί όμιλοι, οι οποίοι ωστόσο αποχώρησαν, όπως η Fourlis, αλλά και η Πλαστικά Θράκης, που το 2013 πούλησε τη θυγατρική της Thrace Teknik. Σε γενικότερο επίπεδο, το διμερές εμπόριο διαχρονικά χαρακτηρίζεται από την κυρίαρχη συμμετοχή των προϊόντων διύλισης πετρελαίου-καυσίμων στη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών και την αυξανόμενη διεύρυνση του μείγματος των τουρκικών εξαγωγών. Με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat που επεξεργάστηκε για το «ΘΕΜΑ» το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, το 2025 ο διμερής όγκος εμπορίου ανήλθε σε 4,71 δισ. ευρώ, ελαφρά μειωμένος σε σχέση με το 2024. Παρατηρείται ωστόσο μια πτώση των ελληνικών εξαγωγών στο 1,37 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 1,52 δισ. το 2024, με τις εισαγωγές από την Τουρκία να φτάνουν τα 3,33 δισ. ευρώ, έναντι 3,23 δισ. το προηγούμενο έτος. Η μείωση των ελληνικών εξαγωγών προς την Τουρκία αποδίδεται, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, σε διάφορους παράγοντες. Για τα πετρελαιοειδή, που αποτελούν περίπου το 1/3 του συνόλου, η πτωτική τάση επιταχύνθηκε από τη λειτουργία του νέου διυλιστηρίου STAR στην Τουρκία, ενώ οι επενδύσεις σε νέα διυλιστήρια σε άλλες περιοχές της χώρας αναμένεται να μειώσουν περαιτέρω τη ζήτηση τα επόμενα έτη. Σε κάθε περίπτωση, τα σημαντικότερα ελληνικά εξαγώγιμα προϊόντα είναι τα ορυκτά καύσιμα, το εκκοκκισμένο βαμβάκι, οι αυτόματες μηχανές επεξεργασίας δεδομένων, τα ελάσματα αργιλίου και τα φάρμακα. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές από Τουρκία περιλαμβάνουν κυρίως ορυκτά καύσιμα, επιβατικά αυτοκίνητα, προϊόντα έλασης σιδήρου - χάλυβα, ιχθυηρά νωπά ή διατηρημένα σε απλή ψύξη.

Προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης των ελληνικών εξαγωγών υπάρχουν σε διάφορους τομείς. Καταρχάς, στα φαρμακευτικά προϊόντα, που καταγράφουν ανοδική πορεία στην αγορά της γείτονος με εξαγωγές περί τα 90 εκατ. ευρώ, έναντι μόλις 20 εκατ. το 2020. Για το ελληνικό βαμβάκι η ακμάζουσα τουρκική κλωστοϋφαντουργία-νηματουργία αποτελεί διαχρονικά βασικό προορισμό καθώς απορροφά το 75% της δικής μας παραγωγής. Στα δομικά υλικά, τις πρώτες ύλες και μια σειρά προϊόντων, όπως φύλλα αλουμινίου, σωλήνες κ.ά., για τις αυξανόμενες ανάγκες (και λόγω των πρόσφατων σεισμών) της οικοδομικής δραστηριότητας, αλλά και της αυτοκινητοβιομηχανίας της Τουρκίας.

Στα αγροτικά προϊόντα, όπως ελαιόλαδο, γαλακτοκομικά, μέλι, φρούτα, ενώ αυξημένη ζήτηση παρατηρείται σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων (σοκολατοειδή, καφές, κατεψυγμένα λαχανικά και ζύμες, βιολογικά, gourmet κ.ά.). Σημαντικό ενδιαφέρον καταγράφεται ακόμη για αρώματα, προϊόντα προσωπικής υγιεινής και καλλωπισμού, μηχανολογικό εξοπλισμό, οικιακά σκεύη κ.λπ.

Από την άλλη, η χώρα μας αναδεικνύεται σε προνομιακό επενδυτικό προορισμό για τις τουρκικές επιχειρήσεις. Πέραν των μεγάλων ομίλων που έχουν τοποθετηθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σημειώνεται παράλληλα αθρόα διείσδυση τουρκικών εταιρειών κυρίως μέσα από τα κανάλια της λιανικής.

Η τουρκική «απόβαση»

Ετσι, σε συνδυασμό με την έντονη παρουσία στο real estate, οι άμεσες τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα έφτασαν το 2024 τα 548 εκατ. δολάρια, έναντι 203 εκατ. το 2023 και μόλις 11 εκατ. το 2020. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι ισχυροί όμιλοι που ήρθαν την περίοδο της κρίσης, τη δεκαετία του 2010, όπως οι Koc και Dogus. Ο όμιλος Koc του μεγιστάνα Μουσταφά Ραχμί Κοτς μεταξύ άλλων απέκτησε την Avis Greece στα τέλη του 2017 έναντι 318,1 εκατ. ευρώ, αλλά και τη μαρίνα Μυτιλήνης. Από την άλλη, ο όμιλος Dogus, του επίσης δισεκατομμυριούχου Φερίτ Σαχένκ, έχτισε ισχυρό χαρτοφυλάκιο στον Ελλάδα, με μαρίνες και τουριστικά projects όπως οι συμμετοχές στην Ιονική Ξενοδοχειακή («Χίλτον») και στον «Αστέρα» Βουλιαγμένης. Στη συνέχεια, όμως, και υπό το βάρος της κρίσης που αντιμετώπισε, προχώρησε σε αποεπένδυση και από τη χώρα μας. Στις μεγάλες τουρκικές επιχειρήσεις με αξιοσημείωτη παρουσία στην Ελλάδα περιλαμβάνονται οι Eren Holding και Pak Holdings (Xαρτοποιία-Συσκευασία), η Dardanel Onentas που εξαγόρασε την εταιρεία κατεψυγμένων αλιευμάτων Καλλιμάνης, η Yildirim Holding που κατασκευάζει εργοστάσιο πλαστικών στην Κέρκυρα, όπως και η δημοφιλής στην αγορά στρωμάτων Istikbal, την οποία εκπροσωπεί ο όμιλος Πορτοκαλίδη. Εντονο επενδυτικό ενδια φέρον καταγράφεται και για την ελληνική αγορά ΑΠΕ. Ετσι, η Suoz Energy έχει εξαγοράσει φωτοβολταϊκά πάρκα, ενώ ο όμιλος Goktekinenergji αναπτύσσει τρία μεγάλα φωτοβολταϊκά projects στην Αμφίκλεια, κοντά στα Καμένα Βούρλα, 260 MW, 220 MW και 120 MW αντίστοιχα. Παράλληλα, η Akfen Συμμετοχών επένδυσε 20 εκατ. ευρώ σε εκτάσεις στη Χίο για αγροτική και τουριστική αξιοποίηση. Στη Ρόδο, η Cengiz Holding έχει ήδη αναλάβει κατασκευαστικά έργα υποδομών, ενώ στη Σάμο η Limak συμμετέχει στην ανακατασκευή του αεροδρομίου.

Επίσης, στο Μεγανήσι ο Τούρκος επενδυτής Χαλίτ Σινγκιλίογλου αναπτύσσει πολυτελή ξενοδοχειακή μονάδα. Την ίδια στιγμή, επενδυτικές ευκαιρίες στη χώρα μας -σε ενέργεια, real estate και εμπόριο- «σκανάρει» και ο Αντνάν Πολάτ, ο πανίσχυρος Τούρκος επιχειρηματίας που ανέλαβε προ διετίας τα ηνία του Ελληνοτουρκικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου και έδωσε το «παρών» στις πρόσφατες συναντήσεις.

Στη λιανική

Ιδιαίτερα πυκνή είναι η «άφιξη» τουρκικών αλυσίδων που ποντάρουν στην ελληνική αγορά λιανικής. Μεταξύ αυτών η Vakko -εκ των των κορυφαίων οίκων μόδας και luxury προϊόντων στη γείτονα-, που άνοιξε το πρώτο εκτός Τουρκίας κατάστημά της στο Κολωνάκι, η LC Waikiki -τα επονομαζόμενα και «τουρκικά Zara»-, η μεγαλύτερη τουρκική αλυσίδα ένδυσης με παρουσία σε 59 χώρες που διαθέτει ήδη 12 καταστήματα στην Ελλάδα, αλλά και η Penti (κάλτσες, εσώρουχα) που αναπτύσσει δίκτυο καταστημάτων στη χώρα μας.

Σταύρος Γριμάνης
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ