Οι επίμαχες φωτογραφίες αποδείχθηκαν γνήσιες και πολύ καλά έπραξε η κυρία Λίνα Μενδώνη με τη λύση που έδωσε. Πέρασαν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Κράτους και έκλεισαν στόματα πριν καν ανοίξουν.
Πιο μπροστά είχε ξεσπάσει ένας άνευ ουσίας πόλεμος για τη γνησιότητα τους. Γιατί ήταν άνευ ουσίας; Διότι το γεγονός το οποίο απεικόνιζαν ήταν ιστορικά αναμφισβήτητο. Ουδείς ποτέ ισχυρίστηκε πως την Πρωτομαγιά του 1944 δεν εκτελέστηκαν από τους Ναζί 200 Έλληνες, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Ακροναυπλιώτες, δηλ. μέλη του ΚΚΕ. Είθισται οι μάχες για τη γνησιότητα ιστορικών τεκμηρίων να δίνονται για γεγονότα που αμφισβητούνται και η επιβεβαίωσή τους ή όχι να εξαρτάται από την εξακρίβωση αυτής της γνησιότητας. Οι σχετικές φωτογραφίες δεν εμπίπτουν σε αυτή την περίπτωση. Δηλαδή και κατασκευασμένες να ήταν δε θα άλλαζε επί της ουσίας τίποτα. Οι 200 είχαν εκτελεστεί την Πρωτομαγιά του 1944, τελεία—παύλα.
Τότε γιατί έγινε όλος αυτός ο θόρυβος; Διότι είναι άλλο πράγμα να φαντάζεσαι ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός και άλλο πράγμα να το βλέπεις αποτυπωμένο σε μια φωτογραφία τη στιγμή ακριβώς που διαδραματιζόταν. Είναι άλλο πράγμα να μιλάς για κάποια 200 ονόματα εκτελεσμένων και άλλο πράγμα να βλέπεις κάποια από αυτά τα πρόσωπα μπροστά σου να πορεύονται προς τον θάνατο, μετά από 82 χρόνια.
Αυτές οι σπουδαίες φωτογραφίες έδωσαν την ευκαιρία στην Αριστερά να αναζητήσει το χαμένο ή το ανύπαρκτο «ηθικό πλεονέκτημά της». Ήταν μια μεγάλη ευκαιρία την οποία δεν την άφησαν να πάει χαμένη και από την πλευρά τους άριστα έπραξαν. Έτσι γίναμε μάρτυρες επικολυρικών κειμένων τα οποία όλα εκινούντο προς την κατεύθυνση της ηθικής υπεροχής, της δικαίωσης και της αναφοράς στο γνωστό μαρτυρολόγιο της δεκαετίας του 1940. Φυσικά σε αυτήν την προσπάθεια γράφτηκαν και πολλές ιστορικές ανακρίβειες, υπήρξαν δόλιες αποκρύψεις, για να στηριχθεί όλο αυτό το αφήγημα. Ήταν πιο πολύ μια ομαδική ψυχοθεραπεία, μια εκτόνωση λόγω της κατάντιας του σήμερα. Είναι κανόνας αυτοί που δε μπορούν να μιλήσουν για το σήμερα και το αύριο, διαρκώς να αναφέρονται στο χθες.
Όμως μετά από αυτό το επικοινωνιακό ξέσπασμα, τι έμεινε στο τραπέζι στο τέλος της ημέρας; Απολύτως τίποτα, καθώς το ιστορικό γεγονός της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή ήταν ήδη ευρέως γνωστό και αναμφισβήτητο, όπως προανέφερα. Η κοινή γνώμη δεν έμαθε κάτι καινούργιο.
Από την άλλη μεριά όμως άρχισαν να κυκλοφορούν κάτι ονόματα που ο απλός χρήστης του Διαδικτύου τα αγνοούσε και δεν είχε και κανένα λόγο να τα γνωρίζει. Αφορούσαν τα «ψιλά» γράμματα της Ιστορίας που απασχολούσαν την κοινότητα των ιστορικών και των φιλιστόρων. Αλήθεια, ποιος γνώριζε το όνομα του Παντελή Πουλιόπουλου, του Μανούσακα, του Άγι Στίνα, του Ποδαρά, του Γιαννόγκωνα, του Έξαρχου; Όλοι αυτοί ήταν Ακροναυπλιώτες οι οποίοι κατέθεσαν στην Ιστορία πως οι εκτοπισμένοι μπορούσαν να δραπετεύσουν στο τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1941, αλλά δεν τους το επέτρεψε η καθοδήγηση της Ακροναυπλίας. Δηλαδή όλοι αυτοί μαρτυρούν πως τελικά παραδόθηκαν στους κατακτητές οι φυλακισμένοι κομμουνιστές λόγω λάθους εκτίμησης ολόκληρης της καθοδήγησης, η οποία στη συνέχεια φρόντισε να διασωθεί η ίδια. Περίμεναν να τους απελευθερώσουν, μετά πάσης επισημότητας, οι σύμμαχοι της Σοβιετικής Ένωσης, οι Γερμανοί κατακτητές.
Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν άγνωστα στον πολύ κόσμο και τώρα, με αφορμή τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων, απέκτησαν μιαν απροσδόκητη έκταση, αποδομώντας το αφήγημα της επίσημης Ιστορίας του ΚΚΕ και των ιστορικών της Αριστεράς. Μάλιστα, ένας από αυτούς έφτασε στο σημείο να δηλώσει πως ο Ιωάννης Μεταξάς παρέδωσε τους 600 Ακροναυπλιώτες στους κατακτητές. Για την ιστορική ακρίβεια ο Ι. Μεταξάς αρνήθηκε να τους απελευθερώσει, διότι τότε το στρατηγείο της παγκόσμιας επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση, ήταν σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας. Γνώριζε τι στάση κράτησαν οι Γάλλοι κομμουνιστές όταν εισέβαλαν τα γερμανικά στρατεύματα στη Γαλλία και φοβόταν πως την ίδια στάση θα κρατούσαν και οι Έλληνες σύντροφοί τους. Ήταν ήδη γνωστό στον Ι. Μεταξά το δεύτερο (26/11/1940) και το τρίτο γράμμα (15/1/1941) του Νίκου Ζαχαριάδη με το οποίο συντασσόταν με τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Όμως την τύχη των Ακροναυπλιωτών τη σφράγισε η εσφαλμένη απόφαση της καθοδήγησής τους.
Τελικά από αυτόν τον έντονο πόλεμο της επικοινωνίας ποια πλευρά βγήκε κερδισμένη; Αυτή που απλώς επιβεβαίωσε ένα αναμφισβήτητο γεγονός ή αυτή που έκανε κτήμα των πολλών τις σκοτεινές και άγνωστες πλευρές της εκτέλεσης των 200;
ΥΓ. Υπενθυμίζω πως ασκήθηκε έντονη κριτική από μέρος της Αριστεράς στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο γράμμα», διότι δεν τόνιζε πως η συντριπτική πλειοψηφία των 200 οδηγήθηκε στον θάνατο διότι ήταν κομμουνιστές.
makedonikanea.gr
