Μια ιδιαίτερα σοβαρή καταγγελία που περιλαμβάνεται στην ογκώδη δικογραφία για την υπόθεση της απάτης με τις χρυσές λίρες περιγράφει ένα πλέγμα δραστηριοτήτων που, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ξεπερνά κατά πολύ τις απλές περιπτώσεις εξαπάτησης.
Η αναφορά, η οποία φέρεται να κατατέθηκε από άτομο που γνωρίζει εκ των έσω την κατάσταση στην κοινότητα των Ρομά, κάνει λόγο για ένα κλίμα φόβου που όπως υποστηρίζεται επικρατούσε γύρω από την οικογένεια που βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να μιλήσουν στις Αρχές, καθώς φοβούνται αντίποινα ή πιέσεις.
Στην καταγγελία περιγράφεται ένα δίκτυο συνεργατών και προσώπων που φέρονται να δραστηριοποιούνταν κυρίως στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Κατά τον καταγγέλλοντα, ορισμένα άτομα είχαν ρόλο συντονιστή, ενώ άλλα αναλάμβαναν την υλοποίηση ενεργειών που σχετίζονταν τόσο με οικονομικές δραστηριότητες όσο και με παρεμβάσεις σε διαφορές μεταξύ οικογενειών της κοινότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, τα συγκεκριμένα πρόσωπα φέρονται να παρενέβαιναν σε αντιπαραθέσεις μεταξύ οικογενειών Ρομά. Σε τέτοιες περιπτώσεις εμφανίζονταν ως «μεσολαβητές» και αποφάσιζαν ποια πλευρά είχε δίκιο, επιβάλλοντας συχνά χρηματικές αποζημιώσεις. Όπως υποστηρίζεται, από τα ποσά αυτά φέρονται να λάμβαναν μερίδιο. Η καταγγελία κάνει επίσης λόγο για πρακτικές τοκογλυφίας.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, όταν κάποιοι δεν μπορούσαν να καταβάλουν τα ποσά που επιβάλλονταν, τους προτεινόταν να δανειστούν χρήματα με ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις φέρονται να ξεπερνούσαν ακόμη και το 40%. Με αυτόν τον τρόπο, όπως αναφέρεται, δημιουργούνταν μεγάλα χρέη που δύσκολα μπορούσαν να αποπληρωθούν.
Παράλληλα, η ίδια καταγγελία περιγράφει και έναν ακόμη τρόπο παράνομης οικονομικής δραστηριότητας, ο οποίος σχετίζεται με δομές που εμφανίζονταν να λειτουργούν ως κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών (ΚΔΑΠ). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ορισμένες από αυτές τις δομές φέρονται να λειτουργούσαν μόνο στα χαρτιά καθώς γράφονταν παιδιά συγγενών ή γνωστών, χωρίς όμως να παρακολουθούν πραγματικά κάποιο πρόγραμμα, ενώ δηλώνονταν δίδακτρα και εμφανίζονταν έσοδα. Με τον τρόπο αυτό, όπως υποστηρίζεται, εξασφαλίζονταν κρατικές επιχορηγήσεις που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματική δραστηριότητα.
Στην ίδια καταγγελία γίνεται επίσης αναφορά και σε επιχειρήσεις μέσω των οποίων φέρεται να διοχετεύονταν χρηματικά ποσά, στο πλαίσιο διαδικασιών που ενδέχεται να σχετίζονται με ξέπλυμα χρήματος. Οι αρχές εξετάζουν το περιεχόμενο της συγκεκριμένης καταγγελίας στο πλαίσιο της ευρύτερης έρευνας για τη δράση της ομάδας. Οι αναφορές αξιολογούνται σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία της δικογραφίας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τεκμηριώνονται και κατά πόσο μπορούν να ανοίξουν νέες πτυχές στην υπόθεση.
