03 Μαρτίου 2026

📺Ελπίδες διάσωσης για το ορφανοτροφείο της Ρωμιοσύνης στην Πρίγκηπο


Το μεγαλύτερο ξύλινο κτίριο μνημείο του κόσμου ζητά μια δεύτερη ζωή - Η θρυλική ιστορία του και τα σχέδια για τουριστική αξιοποίηση - Πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατάφερε να ανακτήσει την ιδιοκτησία του από το τουρκικό κράτος

Στην άκρη της θάλασσας του Μαρμαρά, 8-11 μίλια νότια της ασιατικής πλευράς της Κωνσταντινούπολης, βρίσκονται τα Πριγκηπόνησα. Ενα σύμπλεγμα εννέα νησιών, ένας μικρός παράδεισος που δεν έχει καμία σχέση με την πολύβουη τσιμεντούπολη των 16 εκατομμυρίων κατοίκων. Οποιος τα επισκέπτεται, εύκολα καταλαβαίνει γιατί κατά το μακρινό παρελθόν είχαν επιλεγεί ως τόπος εξορίας ή μοναχισμού αυτοκρατόρων του Βυζαντίου και Πατριαρχών, για να εξελιχθούν αργότερα σε θέρετρα για τις πλούσιες οικογένειες της Πόλης, ιδιαίτερα για τους Ρωμιούς, αργότερα όμως και για τους ίδιους τους Τούρκους.

Τα πετράδια του Μαρμαρά

Γραφικά και ήσυχα, συνδυάζοντας αρχιτεκτονικά οθωμανικά στοιχεία και δυτικοευρωπαϊκά μοτίβα, πνιγμένα στο πράσινο τα μεγαλύτερα, χωρίς αυτοκίνητα, παρά μόνο με ποδήλατα, άμαξες και πλέον και με μικρά ηλεκτροκίνητα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται στα μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα. Εχουν ταυτίσει, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, το όνομά τους με την ιστορία των Ελλήνων, των Ρωμιών της Πόλης. Σε κάθε βήμα του επισκέπτη, τα νησάκια αυτά του μιλάνε για τον τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Κάποτε έσφυζαν από ελληνικό στοιχείο. Το κύμα των διωγμών όμως, μεταπολεμικά, πρώτα με το πογκρόμ του 1955 στην Κωνσταντινούπολη και σε δεύτερο στάδιο το 1964, οδήγησε στη δραματική συρρίκνωση των ομογενών και στα Πριγκηπόνησα. Κάτω από χίλιοι έχουν απομείνει, σε ένα σύνολο 17.000 κατοίκων και ολοένα λιγοστεύουν.

Πέρα από την πασίγνωστη λόγω της Θεολογικής Σχολής Χάλκη, ανάμεσα στα Πριγκηπόνησα ξεχωρίζει η Πρίγκηπος (Büyükada στα τουρκικά, δηλαδή Μεγάλο Νησί). Με πολλά εμβληματικά ελληνορθόδοξα στοιχεία, όπως η Μονή Αγίου Γεωργίου, αλλά και το Ελληνικό Ορφανοτροφείο (Büyükada Rum Yetimhanesi). Ενα ξύλινο τεράστιο κτίριο που, παρά τη φθορά λόγω της πολύχρονης εγκατάλειψης, διατηρεί αναλλοίωτη την αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητά του. Είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη και το δεύτερο στον κόσμο, πίσω μόνο από το υπέρτερο του βουδιστικού ναού Τοντάι-Τσι (Μεγάλος Ανατολικός Ναός) στο Κιότο της Ιαπωνίας. Και για το οποίο, επιτέλους, με τις συντονισμένες επίπονες προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της ελληνικής κοινότητας της Πόλης, ανοίγει ο δρόμος για την οριστική του διάσωση μέσω της ήπιας οικοτουριστικής αξιοποίησής του.

O Γάλλος κόμης

Οταν το 1898 ο Γάλλος κόμης Μορίς Μποζάρ έβλεπε στην Πρίγκηπο το πολυτελέστατο κτίριο-μαμούθ για την εποχή, που είχε ανεγείρει η ομώνυμη εταιρεία του, σχεδιασμένο από τον Αλεξάντρ Βαλαρί, Γάλλο οθωμανό αρχιτέκτονα, και που προοριζόταν να λειτουργήσει ως ξενοδοχείο υπερπολυτελείας, με εξαιρετικές ανέσεις και καζίνο, το μόνο που ασφαλώς δεν φανταζόταν ήταν ότι σχεδόν αμέσως το αρχιτεκτονικό αυτό ξύλινο αριστούργημα θα άλλαζε χρήση, με απόφαση του τότε σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ. Και θα μετατρεπόταν, για πολλές δεκαετίες, σε ένα ελληνικό ορφανοτροφείο, το μεγαλύτερο της ακόμα ακμάζουσας τότε ελληνικής μειονότητας της Πόλης.

Ο Μποζάρ είχε επιλέξει το ξύλο ως δομικό υλικό για το τεράστιο αυτό κτίριο, καθώς εξασφάλιζε γρήγορη κατασκευή. Οι οικοδομές με οπλισμένο σκυρόδεμα μόλις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην Ευρώπη. Η χρήση ξύλου στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν εκτεταμένη και σπουδαίες κατασκευές στην Πόλη, όπως και οι πολυτελείς κατοικίες στα Πριγικπόνησα, είχαν ξύλινο φέροντα οργανισμό, πολλά δε τη σφραγίδα του Βαλαρί.

Πολύ περισσότερο, πάντως, ο Μποζάρ δεν θα διανοούνταν ότι, δεκαετίες αργότερα, το κτίριο αυτό θα ερήμωνε και θα παραδινόταν στη φθορά του χρόνου. Με πολύχρονες δικαστικές αντιδικίες για την ιδιοκτησία του να δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα οδηγώντας το στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ολα όσα ακολούθησαν, δηλαδή, το κλείσιμο του Ορφανοτροφείου το 1964.

62 χρόνια λειτουργίας

Το Ελληνορθόδοξο Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου κάποτε έσφυζε από ζωή. Σε αυτό μεγάλωσαν, αλλά και εκπαιδεύτηκαν 5.744 Ελληνόπουλα, που στερήθηκαν τους γονείς τους και ένιωσαν την προστασία του μέχρι να μπορέσουν να ανοίξουν τα δικά τους φτερά στη ζωή. Εκατοντάδες άνθρωποι ακόμα εργάστηκαν σε αυτό ως παιδαγωγοί, εκπαιδευτικοί και σε πολλές ακόμα ειδικότητες, στο πλευρό αυτών των παιδιών. Σήμερα, τυλιγμένο σε μια εκκωφαντική μοναξιά, κουβαλώντας όμως μέσα του τα βιώματα και τις αναμνήσεις τόσων χιλιάδων ανθρώπων, ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της Ρωμιών της Πόλης, ατενίζει αγέρωχο, αν και «πληγωμένο», πανοραμικά τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Και δίνει, εδώ και πολλά χρόνια, μια σιωπηλή όσο και τιτάνια μάχη να κρατηθεί όρθιο. Πέρα από την ερήμωση και την εγκατάλειψη, υπέστη σημαντικές φθορές από μια πυρκαγιά το 1980, ενώ επιβαρύνθηκε και από τον καταστροφικό σεισμό που έπληξε την Κωνσταντινούπολη το 1999.


Στις έξι δεκαετίες λειτουργίας του, 5.744 ορφανά ρωμιόπουλα φιλοξενήθηκαν στις εγκαταστάσεις του

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η μάχη αυτή έμοιαζε άνιση. Παρά ταύτα, ο αγώνας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μιας ομάδας Ελλήνων ομογενών της Πόλης δίνει σφυγμό ζωής στο μεγαλύτερο ξύλινο μνημείο της Ευρώπης. Πρώτα, το 2009, κερδήθηκε η μάχη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του κτίσματος. Επανήλθε στα χέρια του Πατριαρχείου.

Ακολουθεί η μάχη με τον χρόνο. Κάθε χρόνος, κάθε μήνας, κάθε μέρα που περνάει, χωρίς παρέμβαση υποστήριξης του ογκωδέστατου αυτού κτιρίου, επιβαρύνουν επικίνδυνα την κατάσταση και την προοπτική του. Οπως αναφέρουν κύκλοι του Πατριαρχείου στο «ΘΕΜΑ», το κτίριο είναι «βαριά τραυματισμένο». Εδώ και καιρό δεν είναι πλέον επισκέψιμο, καθότι επικίνδυνο. Φυλάσσεται, αλλά και οι ντόπιοι ξεναγοί συστήνουν στους επισκέπτες του νησιού να αποφύγουν την επίσκεψη. Κατάσταση που φτάνει στο απροχώρητο. Και θα αναρωτηθεί κανείς, τόσα χρόνια μετά, πώς δεν έχει ακόμα προχωρήσει μια λύση-διέξοδος που θα οδηγήσει στη διάσωση του ξύλινου γίγαντα;

Είναι το πολύ υψηλό κόστος που δυσκολεύει τα πράγματα. Σχεδόν 130 χρόνια από την κατασκευή του, 62 από το κλείσιμο του Ορφανοτροφείου και οκτώ από την ημέρα που η «Europa Nostra» εξέπεμψε σήμα κινδύνου εντάσσοντάς το, το 2018, στη λίστα με τα επτά πολιτιστικά μνημεία της Ευρώπης που κινδυνεύουν περισσότερο, φαίνεται ότι επιτέλους ανοίγει οριστικά μια χαραμάδα ελπίδας για να κρατηθεί στη ζωή, αποκτώντας μάλιστα και νέα πνοή.

Οι αποφάσεις

Στις 3 Ιουνίου 2025, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου προσδιόρισε, σε γενικές γραμμές, τον οδικό χάρτη των επόμενων κινήσεών της για τη διάσωση-αξιοποίηση του ξύλινου γίγαντα: «Ο Πατριάρχης και οι συνοδικοί Αρχιερείς αποφάσισαν ομοφώνως να επιταχυνθούν οι απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αναπτυχθούν στον εν λόγω χώρο οικοτουριστικές δραστηριότητες, απόλυτα εναρμονισμένες με το περιβάλλον και τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα των Πριγκηπονήσων. Η απόφαση ελήφθη με σεβασμό στην ιστορική παρακαταθήκη του Ελληνικού Ορφανοτροφείου, το οποίο διαχρονικά υπηρέτησε τις ανάγκες της Ρωμέικης Κοινότητος, και με γνώμονα τη βιώσιμη ανάπτυξη του νησιωτικού συμπλέγματος του Μαρμαρά». Και ανέθεσε σε ειδική επιτροπή να προχωρήσει στα επόμενα βήματα.



Πώς μεταφράζεται αυτό; Αυτό που δεν πέτυχε ο Μποζάρ 128 χρόνια πριν, να λειτουργήσει το ξύλινο κτίριο ως ξενοδοχείο, πιθανότατα θα γίνει τώρα, στο πλαίσιο της οικοτουριστικής αξιοποίησής του μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης με κάποια εταιρεία, ως μονόδρομος σωτήριας προοπτικής για το κτίριο.

Κύκλοι του Πατριαρχείου επιβεβαίωσαν στο «ΘΕΜΑ» τη βασική κατεύθυνση για την αξιοποίηση του κτιρίου, ανάμεσα σε εναλλακτικές δυνατότητες. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε ότι η τελική απόφαση θα λαμβανόταν από την Ιερά Σύνοδο μέχρι τέλους του 2025, ωστόσο οι συζητήσεις συνεχίζονται ακόμα και μόλις υπάρχει από την επιτροπή οριστική εισήγηση προς την Ιερά Σύνοδο, η τελευταία θα κληθεί για να λάβει αποφάσεις. Οι άνθρωποι του Πατριαρχείου προτιμούν τα έργα, αποφεύγουν τις άσκοπες φλυαρίες. Οταν υπάρξει η οριστική απόφαση και δρομολογηθεί η οριστική επιλογή-λύση, τότε θα υπάρξουν και τελικές επίσημες ανακοινώσεις.

Εχει πάντως προηγηθεί μακρόχρονη διερεύνηση. Δεν πρόκειται για εύκολη υπόθεση - τουναντίον. Αμέσως μόλις το Πατριαρχείο ανέκτησε την κυριότητα του ξύλινου γίγαντα, με εντολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, διερευνήθηκαν όλες οι δυνατότητες διάσωσης του κτιρίου. Εξετάστηκαν πολλές προτάσεις και μελέτες για έναν βιώσιμο τρόπο αξιοποίησής του, καθώς το κόστος της πλήρους αποκατάστασής του από τις φθορές και της χρήσης του ως επισκέψιμου χώρου-καθρέφτη της Ιστορίας των Ρωμιών της Πόλης συν την περαιτέρω συντήρηση και προστασία του είναι δυσβάστακτο.

Πολλοί άνθρωποι της Ομογένειας στην Πόλη, εθελοντές από την Ελλάδα, ειδικοί επιστήμονες στην αρχιτεκτονική και την υποστήριξη ξύλινων κατασκευών, μέχρι ακόμα και πολιτιστικοί και οικολογικοί φορείς, κατά καιρούς, κατέθεσαν σχετικές μελέτες, ιδέες και προτάσεις, οι οποίες όμως πάντα προσέκρουαν στον παράγοντα «κόστος». Η επένδυση που πρέπει να γίνει είναι πολύ μεγάλη, το ύψος της παλαιότερα υπολογίστηκε σε 60-80 εκατ. δολάρια, δεν μπορεί εύκολα να την αναλάβει κάποιος. Κάποια περίοδο, π.χ., το Πατριαρχείο προσανατολίστηκε στο να αξιοποιηθεί το κτίριο για τη δημιουργία και λειτουργία Ινστιτούτου Περιβάλλοντος. Εγινε διερεύνηση, αποδείχτηκε ανέφικτο. Γενικότερα έγιναν πολλές προσπάθειες για την ανεύρεση χρηματοδότησης, αλλά δυστυχώς όλες απέβησαν άκαρπες, όπως διαπίστωσε η Ιερά Σύνοδος πέρυσι τον Ιούνιο.


Η Μεγάλη Πρίγκηπος είναι το μεγαλύτερο από τα Πριγκιπόννησα

«Πληγωμένος γίγαντας»Συγχρόνως όμως, με την πάροδο του χρόνου, η κατάσταση του κτιρίου διαρκώς επιδεινώνεται. Η στέγη παρουσίασε έντονες διαρροές, το ξύλο έχει παραμορφωθεί, έχοντας χάσει πολλές από τις ιδιότητές του. Η λύση της ανακατασκευής, στο πλαίσιο της ήπιας οικοτουριστικής αξιοποίησης, με σεβασμό, βεβαίως, σε κάποιες αρχές είναι η μόνη εφικτή. Αρχές όπως η μη καταστροφή της αρχιτεκτονικής και δομικής εμφάνισης του κτιρίου και η δημιουργία υποδομών που θα υπενθυμίζουν στους επισκέπτες την ιστορική ταυτότητά του.

Πριν από την επιλογή της ήπιας τουριστικής αξιοποίησης προηγήθηκε εντατική δουλειά και διερεύνηση εναλλακτικών προτάσεων. Οπως αναφέρουν οι πληροφορίες του «ΘΕΜΑτος», υπήρξε συγκεκριμένη μελέτη με εναλλακτικές μορφές αξιοποίησης από την εταιρεία-κτηματομεσιτικό σύμβουλο Servotel. Εγιναν πολλές συναντήσεις. Στο τραπέζι μπήκαν αρχικά οκτώ ιδέες για μια νέα λειτουργία του κτιρίου, που τελικά περιορίστηκαν σε τρεις, για να επιλεγεί η τουριστική, που περιλαμβάνει τη λειτουργία ξενοδοχείου, διεξαγωγή συνεδρίων κ.ά. Οι άλλες δύο αφορούσαν δράσεις ευεξίας (φροντίδα, ομορφιά, υγεία κ.λπ.), είτε ως χώρου παροχής υπηρεσιών υγείας στην τρίτη ηλικία.

Η ιστορία

Την ιδέα της σύστασης ενός Ιδρύματος στην Κωνσταντινούπολη για τη στέγαση και περίθαλψη των ορφανών παιδιών της Ομογένειας συνέλαβε για πρώτη φορά ο Πατριάρχης Γερμανός Δ’, το 1851. Εως το 1902, το Ορφανοτροφείο αποτέλεσε μικρό, αλλά σημαντικό τμήμα των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων Κωνσταντινουπόλεως, που βρίσκονται μέχρι σήμερα έξω από τα τείχη του Επταπυργίου.

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, όπως ο εκ Χάλκης καταγόμενος ιστορικός και συγγραφέας Αναστάσιος Κ. Ιορδάνογλου, το 1862, άρχισαν να λειτουργούν στο Ορφανοτροφείο, πρώτα το Αλληλοδιδακτικό και αργότερα το Ελληνικό Σχολείο, υπό τη διεύθυνση δύο δασκάλων και με 80 μαθητές. Επιπλέον, τα παιδιά μάθαιναν ραπτική και υποδηματοποιία. Ο μεγάλος σεισμός του 1894 προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο Ορφανοτροφείο, το οποίο επισκευάστηκε, αλλά μετετράπη σε μονώροφο, με τα παιδιά να ζουν και να μεγαλώνουν σε δύσκολες συνθήκες.

Τη λύση έδωσε σε δύο φάσεις ο Ανδρέας Συγγρός. Επισκέφθηκε το Ορφανοτροφείο και υποσχέθηκε για τη μεταφορά του να ανοικοδομήσει εκ βάθρων ένα ερειπωμένο άσυλο στο απέναντι γήπεδο των «Ψύλλων». Τον πρόλαβε ο θάνατος, όμως είχε μεριμνήσει στη διαθήκη του να κληροδοτήσει στο Εθνικό Ορφανοτροφείο 15.000 οθωμανικές λίρες, με τον όρο το νέο ίδρυμα να ανεγερθεί σε χώρο μακριά από το Εθνικό Νοσοκομείο.


O Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε μία από τις επισκέψεις του στο ιστορικό ορφανοτροφείο

Ο Ιωακείμ Γ’Τη νέα στέγη εντόπισε ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ το 1901. Με τη βοήθεια του Ιωάννη Χατζόπουλου, στενού του συνεργάτη, βρέθηκε το μεγαλοπρεπέστατο ξύλινης κατασκευής κτίριο «Prinkipo Palace», ιδιοκτησίας Μποζάρ, στον Λόφο του Χριστού της Πριγκήπου, που επρόκειτο να αξιοποιηθεί ως ξενοδοχείο και καζίνο . Το νεόδμητο 5ώροφο κτίριο, 3.587 τ.μ., σε έκταση 23 στρεμμάτων, είχε 206 ευρύχωρα, ευάερα και φωτεινά δωμάτια, δύο διπλά τεράστια σαλόνια, τραπεζαρία απέραντη, με απίστευτο διακοσμητικό πλούτο, σύγχρονη κουζίνα μεγάλη και τετράγωνη με άπειρες συσκευές που μόνο η αγορά και η εγκατάστασή τους στοίχισε τότε στους ιδιοκτήτες πάνω από 2.000 λίρες. Ακόμη περιελάμβανε αίθουσα τελετών ευρύτατη και μεγαλοπρεπέστατη που προοριζόταν για αίθουσα θεάτρου, δωμάτιο λουτρών, ιδιαίτερα αποχωρητήρια και άλλους κοινόχρηστους χώρους. Το νερό ήταν άφθονο και παροχετευόταν σε όλα τα τμήματα και σε όλους τους ορόφους. Η δε θέα προς τα πεύκα, ολόκληρο το νησί, προς τη θάλασσα κι ακόμη πιο πέρα, προς τις βιθυνιακές ακτές ήταν πανοραμική.

Προορισμός του ξενοδοχείου ήταν να φιλοξενεί την αφρόκρεμα της Ευρώπης. Επισκέπτες της υψηλότερης οικονομικής και κοινωνικής στάθμης, που θα έφταναν στην Κωνσταντινούπολη με το περίφημο «Orient Express», το δημοφιλέστερο μέσο μετακίνησης της ευρωπαϊκής ελίτ εκείνης της εποχής.

Ωστόσο, ο φιλόδοξος Γάλλος κατασκευαστής-ξενοδόχος φαίνεται ότι προχώρησε το σχέδιό του χωρίς να υπολογίσει τον... πραγματικό ξενοδόχο, που δεν ήταν άλλος από τον τότε Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β’, ο οποίος δεν έδωσε άδεια λειτουργίας στο συγκρότημα, θεωρώντας ότι η χρήση του ως καζίνο ήταν ενάντια στα οθωμανικά ήθη.

Η δωρήτρια

Ετσι το κτίριο έμεινε κλειστό μέχρι το 1902, οπότε το αγόρασε με σουλτανικό φιρμάνι, για λογαριασμό του Πατριαρχείου, η Ελένη Ζαρίφη, σύζυγος του Γεωργίου Ζαρίφη, της γνωστής οικογένειας τραπεζιτών της Πόλης εκείνης της εποχής και σπουδαίων ευεργετών. Η Ζαρίφη ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δαπάνη για την αγορά και μετασκευή του οικοδομήματος σε ορφανοτροφείο. Τότε προχώρησε και στη μετασκευή του πύργου με τη μαρμάρινη σκάλα, που συγκοινωνούσε με όλα τα διαμερίσματα, ώστε να χρησιμεύσει ως έξοδος κινδύνου σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Ακόμη, η Ελένη Ν. Ζαρίφη και η Αρτεμισία Ν. Πουρναρά πρόσφεραν η πρώτη 100 χρυσά εικοσάφραγκα και η δεύτερη 20 για την κατασκευή σιδηρουργείου στο ίδρυμα. Ο δε διευθυντής της Αυτοκρατορικής Οθωμανικής Τράπεζας Αλέξανδρος Παντζίρης μπέης διέθεσε 30 οθωμανικές λίρες για την κατασκευή κλινοστρωμνών. Η συντεχνία των λαδέμπορων πρόσφερε 300 γρόσια για τις ανάγκες του ιδρύματος. Αλλά και ο ίδιος ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, μετά από έγγραφη αναφορά των ορφανών, πρόσφερε 146 οθωμανικές λίρες. Με το διάταγμα (φιρμάνι) 2665 του Σουλτάνου επικυρώθηκε η αγορά και αναγνωρίστηκε ο νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τούτο πιστοποιείται και από το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο Κτηματολόγιο (σ.σ.: έναν αιώνα, δηλαδή, πριν από τη δημιουργία του ελληνικού) επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και μετέπειτα, στην κεμαλική Τουρκία.

Τα εγκαίνια του νέου ιδρύματος στην Πρίγκηπο έγιναν στις 21 Μαΐου 1903, ανήμερα της ονομαστικής γιορτής της μεγάλης δωρήτριας, με την παρουσία, βεβαίως, του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’.



Οι πόροι

Οι πόροι του Εθνικού Ορφανοτροφείου ήταν το ετήσιο επίδομα των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων (18.000 οθωμανικές λίρες), το μισό του κεφαλαίου του κληροδοτήματος του Α. Συγγρού και βέβαια άλλες δωρεές, κληροδοτήματα και συνεισφορές. Διοικούνταν από εξαμελή εφορία, με πρόεδρο συνοδικό αρχιερέα που εκλεγόταν από την Ιερά Σύνοδο. Στην καθημερινότητά του, από διευθυντή.

Η καχυποψία των Τούρκων, ωστόσο, ήταν απερίγραπτη. «Δεν πρέπει να εκλάβουμε, όμως, το Ορφανοτροφείο ως έναν τόπο όπου πραγματικά κατέφευγαν τα ορφανά παιδιά. Ο σκοπός ήταν να δημιουργηθεί ένας ισχυρός πυρήνας ελληνικής (Rum) νεολαίας κοντά στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε περίοδο πολέμου ή σε κρίσιμες περιστάσεις», ισχυριζόταν ο ιστορικός συγγραφέας Adil Ozguç, στο βιβλίο του «Batı Trakya Turklen» («Οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης»), του 1974.

Στο ίδρυμα φιλοξενούνταν Ορθόδοξα ομογενή ορφανά, ηλικίας 8-17ετών, αγόρια που, εκτός από τα μαθήματα του Δημοτικού, διδάσκονταν και τέχνες, όπως ραπτική, υποδηματοποιία, επιπλοποιία και σιδηρουργική. Στο τέλος της εξαετούς περιόδου φοίτησης υποβάλλονταν σε εξετάσεις και στις τέχνες και έπαιρναν το απολυτήριό τους.
Για ένα διάστημα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κτίριο επιτάχθηκε, στέγασε στρατιώτες των συμμαχικών με την Τουρκία γερμανικών δυνάμεων και υπέστη σημαντικές φθορές.

Από το 1942 ξεκίνησε να φιλοξενεί και ορφανά κορίτσια, που έμειναν άστεγα καθώς μέχρι τότε φιλοξενούνταν στη Μονή Καμαριώτισσας στη Χάλκη, η οποία όμως κατασχέθηκε για να χρησιμοποιηθεί για την τουρκική Ναυτική Στρατιωτική Σχολή. Ξεχωριστό κτίριο ήταν αυτό του Δημοτικού Σχολείου του Ορφανοτροφείου, που βρισκόταν στον περίβολο του ιδρύματος. Επισκευάστηκε εκ θεμελίων το 1959. Για μικρό χρονικό διάστημα χρησίμευσε ως νοσοκομείο και ως κατοικία του διευθυντή.

Το 1964, ωστόσο, με τη ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας εξαιτίας του Κυπριακού, οι τουρκικές αρχές ανέστειλαν την άδεια λειτουργίας του Ορφανοτροφείου, διατάσσοντας και την άμεση εκκένωσή του, επικαλούμενες κίνδυνο καταστροφής από πυρκαγιά.

Τα 150 παιδιά διοχετεύτηκαν τότε αρχικά στη Μονή Αγίου Νικολάου Πριγκήπου, όπου βίωσαν δύσκολες συνθήκες, ενώ τα μαθήματά τους γίνονταν στην Κοινοτική Αστική Σχολή Πριγκήπου, σε μεγάλη απόσταση από τη Μονή. Ζητήθηκε από τις τουρκικές αρχές να επιτραπεί η διδασκαλία στο κτίριο του Σχολείου του Ορφανοτροφείου, καθώς δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο. Οι Αρχές απάντησαν αρνητικά, τρία χρόνια μετά.

Η εγκατάλειψη

Το κτίριο εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1999, όταν επήλθε και η τελική σκληρή και μακρόχρονη δικαστική διένεξη ανάμεσα στη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων του τουρκικού κράτους, που το ανακήρυξε παράνομα κατειλημμένο και προσέφυγε κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ζητώντας να του αφαιρεθεί η ιδιοκτησία του κτιρίου του Ορφανοτροφείου.



Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Τουρκίας αποφάσισε ότι το ίδρυμα δεν λειτουργούσε πλέον ως Ορφανοτροφείο για πάνω από 10 χρόνια και επομένως, σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, είχε μετατραπεί σε κατασχεμένο περιουσιακό στοιχείο. Το Πατριαρχείο προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), για την ανάκτηση του κτιρίου, και το 2008 δικαιώθηκε. Με καθυστέρηση τεσσάρων ετών, το 2012, οι τουρκικές αρχές συμμορφώθηκαν και επέστρεψαν το κτίριο στην ιδιοκτησία του Πατριαρχείου.


Χρήστος Δρογκάρης
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ