Η πολιτική και θεσμική αντιπαράθεση γύρω από τη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα σημειώνεται σε μια ιδιαίτερη στιγμή, λίγες εβδομάδες πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής των τριών εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων πρώτου βαθμού, των οποίων λήγει η θητεία.
Μέχρι τα μέσα Μαΐου αναμένεται να συνεδριάσει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφασίσει αν θα παραμείνουν στις θέσεις τους για άλλα 5 χρόνια η Πόπη Παπανδρέου, η Χαρίκλεια Θάνου και ο Διονύσης Μουζάκης, ή αν θα προχωρήσει στην επιλογή νέων προσώπων. Ήδη ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, έχει αποστείλει, όπως προβλέπεται εκ του νόμου, το σχετικό ερώτημα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, για τις θέσεις έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον και από άλλους δικαστικούς λειτουργούς, πέραν των τριών.
Στο παρασκήνιο της υπόθεσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θεσμική διάσταση της διαδικασίας ανανέωσης. Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Νοέμβριο 2025 το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων είχε αποφασίσει ομόφωνα την παραμονή των τριών Ελλήνων εισαγγελέων, προκειμένου να συνεχίσουν την επεξεργασία των υποθέσεων που χειρίζονται.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, η απόφαση αυτή προκάλεσε δυσαρέσκεια στον Άρειο Πάγο, με ανώτατους δικαστικούς κύκλους να τη χαρακτηρίζουν όχι απλώς «εσπευσμένη», αλλά και «θεσμική εκτροπή». Το βασικό επιχείρημα εστιάζεται στο ότι δεν είχε προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία σύγκλησης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο καλείται -κατόπιν σχετικού ερωτήματος του υπουργείου Δικαιοσύνης- να διατυπώσει τη δική του κρίση.
«Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία βεβαίως έχει τον τελευταίο λόγο για το ποιοι θα επιλεγούν, δεν έχει όμως τον πρώτο», σημειώνουν αρμόδιες πηγές.
Από την άλλη πλευρά, δικαστικές πηγές, απαντώντας κυρίως στα περί «δικογραφίας σε δόσεις» σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σημειώνουν πως ο δικαστικός χρόνος δεν ταυτίζεται με τον πολιτικό.
Όπως επισημαίνουν, η ποινική διαδικασία επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις: όταν ένας δικαστικός λειτουργός εντοπίζει στοιχεία που αφορούν μέλος της κυβέρνησης, οφείλει να διαβιβάσει τη δικογραφία αμελλητί στη Βουλή. Αντίθετα, για τους βουλευτές υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της έρευνας και, εφόσον προκύψουν επαρκείς ενδείξεις, υποβάλλεται αίτημα άρσης ασυλίας.
Οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι η μη άμεση αποστολή στοιχείων θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόπειρα συγκάλυψης, επισημαίνοντας πως «αν κρατούσαν τις δικογραφίες στο συρτάρι, θα κατηγορούνταν για κάλυψη προσώπων». Σε κάθε περίπτωση, τονίζουν, δεν μπορούν να κρατούνται τέτοιες υποθέσεις με τη σκέψη ότι ενδέχεται να προκύψουν στοιχεία και για άλλα πρόσωπα, που μπορεί ποτέ να μην προκύψουν.
ΑΝΝΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
iefimerida.gr