28 Μαΐου 2026

29 χρόνια από τη δολοφονία του Κωστή Περατικού: Ο αγώνας του πατέρα του, το αποτύπωμα του Ξηρού και το γεύμα με τον Γιωτόπουλο στην Πάτμο


Το απόγευμα της 28ης Μαϊου του 1997, ο 42χρονος εφοπλιστής Κωστής Περατικός κατέβηκε από το γραφείο μαζί με τον πατέρα του Μιχάλη και τον αδελφό του Νίκο. Θα πήγαινε προς το λιμάνι του Πειραιά να παραλάβει το αυτοκίνητό του από το πάρκινγκ και θα επέστρεφε στην Αθήνα. Χαμογελαστός, έκανε νόημα στον πατέρα του ότι θα τα έλεγαν λίγο αργότερα. Στη συμβολή των οδών Φίλωνος και Φιλελλήνων ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο Σάββας Ξηρός του έκλεισαν τον δρόμο και τον σκότωσαν. Στο Τζάνειο νοσοκομείο όπου διακομίσθηκε, διαπιστώθηκε απλώς ο θάνατός του.

Στη θέση του οδηγού του λευκού βαν με το οποίο είχαν στήσει την ενέδρα στο θύμα τους βρισκόταν ο Βασίλης Ξηρός, που την κρίσιμη ώρα διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο δεν έπαιρνε μπροστά, αφού είχε μείνει από μπαταρία. Σύμφωνα με την ομολογία του μικρότερου από τα αδέλφια Ξηρού, ο Κουφοντίνας ήταν αυτός που έδωσε το σύνθημα να φύγουν με τα πόδια από τον τόπο του εγκλήματος. Ενας αστυνομικός από το Τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά που βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση, πυροβόλησε προς το μέρος τους. Οι τρομοκράτες πυροβόλησαν επίσης και λίγο πιο κάτω σταμάτησαν ένα ταξί, ο Κουφοντίνας απείλησε τον οδηγό με το όπλο, όπως και την επιβάτιδα. Με οδηγό τον «Φαρμακοχέρη»- αρχιδολοφόνο της 17Ν, απομακρύνθηκαν και έφτασαν στο δεύτερο όχημα διαφυγής που είχαν, ενώ ο κόσμος μαζευόταν στο σημείο όπου ξεψυχούσε ήδη ο 42χρονος Κωστής Περατικός. Ηταν μόνος του, χωρίς αστυνομική ή ιδιωτική φρούρηση.

Λίγες ώρες αργότερα, οι δολοφόνοι έστειλαν την προκήρυξή τους στην Ελευθεροτυπία, συνδέοντας τη δολοφονία Περατικού με τα ναυπηγεία Ελευσίνας και αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι το συγκεκριμένο χτύπημα «είχε προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί τον Ιούνη του '95, όταν τα Ναυπηγεία Ελευσίνας λειτουργούσαν στην ιδιοκτησία του εφοπλιστικού ομίλου Περατικού», ενώ πρόσθεταν ότι «η απόπειρα επανελήφθη την άνοιξη του 96».

Στο βαν που οι δράστες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν στον τόπο της δολοφονίας του Κωστή Περατικού οι αστυνομικοί εντόπισαν κατά την έρευνα ένα δακτυλικό αποτύπωμα. Το εύρημα ωστόσο παρέμενε «τυφλό», αφού δεν μπορούσε να διασταυρωθεί τίνος ήταν. Η ταυτοποίησή του με τον Σάββα Ξηρό έγινε πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2002, όταν ο Ξηρός τραυματίσθηκε κατά την απόπειρα να τοποθετήσει βόμβα σε εκδοτήρια ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, στον Πειραιά. Το αποτύπωμα ήταν το πρώτο στοιχείο «ταυτότητας» που άφηνε πίσω του ο Σάββας Ξηρός. Ακολούθησαν οι κηλίδες αίματος που εντοπίστηκαν μετά την επίθεση με ρουκέτα στο σπίτι του Γερμανού πρεσβευτή στο Χαλάνδρι, το 1999 που τοποθετούσαν και αυτές τον «άγνωστο» κατά τις πρώτες ώρες βομβιστή του Πειραιά στον κύκλο των δολοφόνων της 17 Νοέμβρη.

Ο πατέρας του θύματος, ο Μιχάλης Περατικός αποδείχθηκε ιδιαίτερα επίμονος και αποφασισμένος να κάνει τα πάντα που περνούσαν από τα χέρια του για να βρεθούν οι δολοφόνοι του πρωτότοκου γιου του. Στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ για τη 17 Νοέμβρη, στελέχη ελληνικών και ξένων υπηρεσιών ασφαλείας περιέγραφαν την ένταση με την οποία ο ηλικιωμένος άνδρας ζητούσε απαντήσεις. Είναι δε, απολύτως ενδεικτική η περιγραφή του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοϊδη της πρώτης συνάντησης που είχε με τον Μιχάλη Περατικό. Η συνάντηση έγινε τον Σεπτέμβριο του 1999 και περιγράφεται στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο του υπουργού:

«Σε βλέπω πολύ άνετο στην καρέκλα σου, έτσι που κάθεσαι», του είπε ο Περατικός. «Τι εννοείτε;», του είπα. «Κάθεσαι εδώ στην καρέκλα σου, ήσυχος ήσυχος, όπως και ο προηγούμενος από σένα. Εγώ όμως, έχω χάσει το παιδί μου...»Εβγαλε από έναν χαρτοφύλακα μερικές φωτογραφίες και τις άπλωσε μπροστά μου με τον σκοτωμένο γιο του να κείτεται στην άσφαλτο. “Δολοφόνησαν το παιδί μου. Για ποιο λόγο; Τι έκανε το παιδί μου και το σκοτώσανε; Δεν πρέπει να μου δώσετε μια απάντηση γι' αυτό;» Μετά τη συνάντηση με τον πατέρα Περατικό, ο Χρυσοχοϊδης συναντήθηκε με πολλούς ακόμη συγγενείς, καθώς προσπαθούσε να κατανοήσει βαθύτερα το φαινόμενο αυτής της βίας. Ο Μιχάλης Περατικός πρωτοστάτησε, λίγο αργότερα, μετά τη δολοφονία του Στίβεν Σόντερς, στις κινητοποιήσεις του συλλόγου των συγγενών των θυμάτων «Ως εδώ».

Τον Απρίλιο του 2003, σχεδόν έξι χρόνια μετά τη δολοφονία του γιου του, στα 86 του χρόνια πια, ο Μιχάλης Περατικός στεκόταν στο βήμα του μάρτυρα στη δίκη των μελών της 17 Νοέμβρη, αγέρωχος και ψύχραιμος μπροστά σ' εκείνους που είχαν στερήσει από εκείνον τον γιο και από τα εγγόνια του τον πατέρα τους.

Ο Μιχάλης Περατικός περιέγραψε τις τελευταίες στιγμές με τον γιο του, τις επισκέψεις του στους υπουργούς στην Κατεχάκη, στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας και χαρακτήρισε ως «τη μεγαλύτερη ανοησία της ζωής τους», την αγορά των Ναυπηγείων Ελευσίνας, κίνηση την οποία επικαλέστηκε η 17Ν για να «δικαιολογήσει» τη  δολοφονία του Κωστή Περατικού. «Δυστυχώς, την πληρώσαμε όχι μόνο με ολοκληρωτική ζημία της περιουσίας μας αλλά και με το αίμα του γιου μου». O Μιχάλης Περατικός, είπε ότι τα Ναυπηγεία Ελευσίνας κάθε άλλο παρά βιώσιμη επιχείρηση ήταν και αυτό γιατί τα στοιχεία που τους είχαν δοθεί από την τότε κυβέρνηση ήταν πλασματικά.

«O Κωστής είχε δεσπόζουσα θέση. Ηταν πρόεδρος της εταιρείας των μετόχων. Ημαστε στο γραφείο με τον Κωστή και τον Νίκο. Γύρω στις 5 κατεβήκαμε στην είσοδο του γραφείου. O Κωστής θα πήγαινε προς το λιμάνι να πάρει το αυτοκίνητό του να έρθει στην Αθήνα. Μου έκανε νόημα ότι θα με δει αργότερα και έφυγε χαμογελαστός. Οι ανδρείοι αυτοί κύριοι, τρεις ήταν, πήγαν και τον χτυπήσανε στην πλάτη με διάφορα όπλα, 45άρια, 38άρια, δεν ξέρω… Ηταν πολλοί αυτόπτες. Εκλαψαν μαζί μου, ήρθαν να με δουν και μου είπαν ότι δεν πρόκειται να πάνε να τα πουν γιατί φοβούνται αυτή την εταιρεία δολοφόνων, δειλών και ανάνδρων, που το είχαν κάνει βιοποριστικό».

«Αυτή η οργάνωση νομίζω ότι ηδονιζόταν με τη δολοφονία και στη συνέχεια με την αποστολή της προκήρυξης. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν τον λόγο επί 27 ολόκληρα χρόνια χωρίς να μπορεί να κάνει το ίδιο κανένας συγγενής θύματος. Σκοτώνανε και στη συνέχεια βγάζαν αυτά τα παραληρήματα που συζητιούνταν για ημέρες…», είχε καταθέσει ο Μιχάλης Περατικός. Στη συνέχεια της κατάθεσής του, είχε αναφερθεί και στη μαρτυρία προς εκείνον, ενός ιδιοκτήτη ταβέρνας στην Πάτμο. Σύμφωνα με εκείνη τη μαρτυρία, είχαν δει τον «Μιχάλη Οικονόμου» να τρώει στο ίδιο τραπέζι με τον γιο του, τον Κωστή. Ο Μιχάλης Οικονόμου δεν ήταν άλλος από τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, που συνέφαγε με τον άνθρωπο που είχε αποφασίσει να σκοτώσει. Για το συγκεκριμένο περιστατικό, πρόσφατα ήρθε στο φως και δεύτερη μαρτυρία, από τον πρέσβη και πρώην επικεφαλής της ΕΥΠ Λουκά Αποστολίδη, στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά στον Σκάι. Ο κ.Αποστολίδης περιέγραψε ότι παιδική του φίλη, τού είπε μετά τη σύλληψη του Γιωτόπουλου ότι είχε φάει με εκείνον και τον Κωστή Περατικό, στην Πάτμο.

Τον Μάρτιο του 2021, ο Κουφοντίνας έκανε απεργία πείνας διεκδικώντας τη μεταγωγή του στον Κορυδαλλό από τις φυλακές Δομοκού που είχε μεταχθεί. Η απεργία του, που κράτησε 66 ημέρες, είχε προκαλέσει αντιδράσεις και πολιτική αντιπαράθεση. Τότε, ο αδελφός του Κωστή Περατικού, Αντώνης, με μια από καρδιάς επιστολή, ζητούσε από τον δολοφόνο του αδελφού του, τη συγγνώμη, τις συγγνώμες, για όλα τα θύματά του. Εγραφε ο Αντώνης Περατικός: «”Φάγανε τον Κωστή μας”. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Έπρεπε να ακούσω από τον πατέρα μου «τον σκότωσαν» για να σκοτεινιάσουν όλα γύρω μου. Έβγαλα αυθόρμητα μιά κραυγή, είχε φύγει ένα κομμάτι μου. Στην κηδεία του, στο Nεκροταφείο θυμάμαι δύο πράγματα. Το χαμένο βλέμμα της μάνας μου και το ένα από τα δυο αγόρια του –ο άλλος ήταν πολύ μικρός για να τον φέρουμε σε τέτοια μαυρίλα. Πως να σκεφθεί ότι δεν θα ξαναδεί τον γιο της, πως να σκεφθούν ότι δεν θα έχουν πια πατέρα; Και μετά, το άλλο που θυμάμαι, είναι η στενοχώρια στο πρόσωπο των εκατοντάδων εργατών των Ναυπηγείων. Στο όνομα των εργατών «τον φάγανε τον Κωστή» αλλά οι εργάτες ήταν εκεί».

Ματίνα Ηρειώτου
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ