Απόλυτα κυνικός ήταν ο 54χρονος δολοφονός για την εκτέλεση του 21χρονου στην Κρήτη, παραδέχτηκε ότι ακόμα και χίλιες σφαίρες να είχε, θα τις έριχνε στο θύμα.
Για ένα πράγμα παρακάλεσε ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης, ο οποίος εκτέλεσε εν
ψυχρώ τον Νικήστρατο Γεμιστό, λίγο πριν ολοκληρώσει την πολύωρη απολογία του
στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου, το βράδυ της Πέμπτης.
«Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου
γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετίσω…» παρακάλεσε, σύμφωνα με το
Cretalive.gr.
Όπως είπε, για τον εαυτό του δεν τον νοιάζει τι θα απογίνει και τι θα πάθει,
δεν τον ενδιέφερε άλλωστε ούτε πριν.
Στη διάρκεια της απολογίας του, ομολόγησε ότι «αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες
θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι…».
Ο 54χρονος καθ' ομολογίαν δολοφόνος και η 56χρονη σύζυγος του, η οποία κρίθηκε
προσωρινά κρατούμενη για συνέργεια στην εκτέλεση του 21χρονου, θα μεταχθούν σε
φυλακές εκτός Κρήτης.
Τι είπε στην απολογία του ο δολοφόνος του Νικήτα
Προσωρινά κρατούμενοι κρίθηκαν ο 54χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία του
21χρονου Νικήτα στη Κρήτη και η 56χρονη σύζυγός του.
Οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν την Πέμπτη (7/5) υπό αυστηρή μυστικότητα στο
Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου.
Ο 54χρονος και η σύζυγός του, που βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο τη στιγμή
του αιματηρού περιστατικού που συγκλόνισε την Κρήτη και το πανελλήνιο,
οδηγήθηκαν στη φυλακή.
Σύμφωνα με το neakriti.gr, οι απολογίες τους, που έγιναν στα γραφεία της
Ασφάλειας Ηρακλείου, ξεκίνησαν το μεσημέρι και ολοκληρώθηκαν λίγο πριν τις
21:30, με τον εισαγγελέα και τον ανακριτή να αποφασίζουν την προσωρινή κράτηση
και των δύο.
Μάλιστα, για λόγους ασφαλείας θα μεταφερθούν σε φυλακές εκτός Κρήτης.
Ο συνήγορος του 54χρονου, κ. Γιώργος Κοκοσάλης, χαρακτήρισε αναμενόμενη και
νομοτελειακή την απόφαση για τον πελάτη του, ενώ για τη σύζυγό του μίλησε για
υπέρβαση, αν και σημείωσε την προστατευτική σκοπιμότητα λόγω του έντονου
κλίματος που επικρατεί.
Στην απολογία του ο 54χρονος δήλωσε πως δεν μπορούσε να εξηγήσει τις πράξεις
του και περιέγραψε την εμπειρία του ως ένα «μαύρο πέπλο», λέγοντας ότι έβλεπε
μόνο τον φονιά του γιου του.
«Ήμουν πλέον ένας τρελός. Στο πρόσωπό του έβλεπα τον φονιά του γιου μου»,
είναι κάποιες από τις φράσεις που χρησιμοποίησε ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης,
απολογούμενος για τη στυγερή δολοφονία που έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη.
Με αναφορές στην ψυχική του κατάρρευση μετά τον θάνατο του 17χρονου γιου του,
στην οργή που, όπως υποστηρίζει, συσσώρευε επί δυόμιση χρόνια και στο αίσθημα
ότι δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη, ο 54χρονος επιχείρησε να εξηγήσει πώς έφθασε
στην αδιανόητη εν ψυχρώ εκτέλεση του 21χρονου.
«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι
και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής», ήταν οι πρώτες του
κουβέντες. «Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω.
Είχα παραιτηθεί». Περιέγραψε ότι η καθημερινότητά του είχε μετατραπεί σε μια
αδιάκοπη διαδρομή πένθους.
«Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού
μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε
χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης
της υπόθεσης, εκφράζοντας την αγανάκτησή του.
«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη
επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο
συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί
ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με
συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και
ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο
αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με
κάποιο - έστω - συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους
πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».
Ο 54χρονος αναφέρει ότι είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει πως τίποτα δεν
μπορούσε πλέον να τον δικαιώσει. «Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα
έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου». Περιγράφοντας την
ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου
έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω
κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η
ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του
άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο
Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο
μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από
το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου.
Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής
στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του
Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την
είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που
αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή
μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της
μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι
μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο
των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».
Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο με τη σύζυγό του, ο 54χρονος περιγράφει ότι
βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, βυθισμένος στη
θλίψη και την οδύνη για την απώλεια του γιου του. Όπως υποστηρίζει, στον δρόμο
προς το Ηράκλειο συνάντησε τυχαία τον 21χρονο και θεώρησε ότι ο νεαρός τον
ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία. «Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα
πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό
μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους
ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και
τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου - χωρίς να το καταλάβω - έπεσα
πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να
φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο
του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής,
αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που
μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη
και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και
πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».
Ο 54χρονος ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή της εκτέλεσης είχε χάσει πλήρως τον
έλεγχο του εαυτού του και πως στο πρόσωπο του 21χρονου δεν έβλεπε έναν
άνθρωπο, αλλά εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό του παιδιού του. «Στο
πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού
μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από
καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα
μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη
την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει
τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να
μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής,
αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε
διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του
συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου
συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».
Μετά τη μακρά διαδικασία, εισαγγελέας και ανακριτής αποφάσισαν την προσωρινή
κράτηση και των δύο κατηγορουμένων, σε μια υπόθεση που συνεχίζει να προκαλεί
σοκ και έντονο προβληματισμό στην τοπική κοινωνία.
«Αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου»
«Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το
μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο
Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν
ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον..» ισχυρίστηκε
στην απολογία της η σύζυγος του 54χρονου.
«Ειλικρινά έπραξα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου τον αποτρέψω, πλην
όμως ΔΥΣΤΥΧΩΣ δεν τα κατάφερα. Στην συνέχεια σε όλο τον δρόμο προς τον σπίτι
μας πλέον έκλαιγα και μοιρολογούσα και του έλεγα «τί έκανες, τι έκανες..;».
Μόλις συνήλθαμε λίγο, μού είπε ότι θέλει να πάει να παραδοθεί, πράγμα που
υπερθεμάτισα και εγώ, όπως και έγινε. Χθες καταστράφηκε δυστυχώς – εκτός από
την δική μου – και άλλη μια οικογένεια, πράγμα που δεν έπρεπε να συμβεί.
Συμπάσχω με τον πόνο της μάνας του Νικήστρατου και συμμερίζομαι το πένθος της.
Εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια και εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα που
θα τον σκεπάσει» υποστήριξε.
Στην απολογία της ενώπιον της ανακρίτριας Ηρακλείου, η σύζυγος του 54χρονου
περιέγραψε έναν άνθρωπο που, όπως είπε, είχε καταρρεύσει ψυχολογικά μετά τον
θάνατο του 17χρονου γιου τους και ζούσε επί μήνες μέσα σε έντονη θλίψη, αϋπνία
και διαρκή συναισθηματική φόρτιση. Ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες τον έβλεπε
να καταρρέει ολοένα και περισσότερο, «να κλαίει ασταμάτητα», κυρίως όσο
πλησίαζε μια ιδιαίτερα φορτισμένη επέτειος για την οικογένεια, συνδεδεμένη με
προηγούμενο θανατηφόρο τροχαίο συγγενικού προσώπου, στο ίδιο σημείο όπου
έχασαν και το δικό τους παιδί.
Για την ημέρα της εκτέλεσης, φέρεται να υποστήριξε: «Επιστρέφοντας με τον
σύζυγό μου από το νεκροταφείο που είχαμε πάει για το μνημόσυνο του Χαρίλαου
και οδηγώντας αυτός το αυτοκίνητό μας με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο, μέσα σε
κλίμα βαθιάς θλίψης και οδύνης, που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη
επιβεβαρυμένη ψυχική μας κατάσταση, ξαφνικά συναντήσαμε τυχαία τον
συγχωρεμένο, ο οποίος μόλις μάς αντιλήφθηκε από μακριά, έκανε μία άσεμνη
χειρονομία προς τον Κώστα.
Ξαφνικά και χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί τρακάραμε με τον συγχωρεμένο,
εμένα μού έπεσαν τα γυαλιά μου κάτω στο πατάκι από το χτύπημα και χωρίς
ειλικρινά να αντιληφθώ τι ακριβώς συνέβη είδα τον συγχωρεμένο να επιτίθεται
στον σύζυγό μου και να τον κλωτσάει. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και τότε μόλις
που πρόλαβα και είδα τον σύζυγό μου να βγάζει από την μέση του ένα περίστροφο,
του οποίου την ύπαρξη ειλικρινά αγνοούσα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι ότι
κατόρθωσα να ουρλιάξω «ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ ΜΗ», αλλά ήταν πλέον αργά.
Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το
μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο
Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν
ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον».
«Εγώ έτρεξα να σε σηκώσω από τον δρόμο...» -Ραγίζει καρδιές η ανάρτηση της
αδελφής του Νικήτα
Συγκίνηση προκαλεί η τελευταία ανάρτηση της αδελφής του 21χρονου Νικήτα που
δολοφονήθηκε στην Αμμουδάρα. Με λόγια γεμάτα πόνο και δύο μαντινάδες της Βέρας
Σουλτάτου Ξυλούρη αποχαιρέτησε τον αδελφό της.
Η Μαρία Γεμιστού, μέσα σε λίγες γραμμές, εξέφρασε την αβάσταχτη απώλεια, τη
σιωπή και το κενό που άφησε πίσω του ο Νικήτας.
Στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, έγραψε «Και δα; Τίποτα. Σκοτάδι…
Εγώ έτρεξα να σε βγάλω από αυτό το αμάξι και εγώ έτρεξα να σε σηκώσω από το
δρόμο… Μα εδά όμως δε μ’ απαντούσες Ρούλιο μου…», περιγράφοντας τις τραγικές
στιγμές που έζησε.
Σε άλλο σημείο της ανάρτησης πρόσθεσε «Μακάρι μονάκριβέ μου να σ’ ανταμώσω
γρήγορα γιατί δε κάνω χωρίς σου», αποτυπώνοντας τη συντριβή και τον πόνο της
απώλειας.
Την ανάρτηση συνόδευσε με δύο μαντινάδες της Βέρας Σουλτάτου Ξυλούρη:
«Άσπρα μαντήλια βάλετε
κι ανάψτε το καντήλι…
Όμορφο νιο να υποδεχτεί
του κάτω κόσμου η πύλη»
και
«Άσπρα φορεί να κατέβει
στου Άδη το παλάτι…
Ένας αητός που έχασε
τση γης το μονοπάτι…»
Λόγια που αποτυπώνουν το βαρύ πένθος μιας οικογένειας που ακόμη δυσκολεύεται
να πιστέψει ότι ο Νικήτας δεν είναι πια στη ζωή.