Ανάλυση του αμερικανικού think tank “Brookings” αποκαλύπτει τη μη αναστρέψιμη εισβολή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα. Πιο ανησυχητικός για την Ελλάδα είναι ο στρατηγικός εναγκαλισμός της Άγκυρας με τη Ρώμη, ο οποίος αποτυπώνεται στο σχέδιο να εξοπλιστεί το ιταλικό αεροπλανοφόρο με τουρκικά drones, μετατρέποντας το TCG Anadolu και τις τεχνολογίες του σε μια νέα, ασύμμετρη απειλή.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου και της Ευρώπης βιώνει μια δομική αναδιάρθρωση, η οποία δεν βασίζεται πλέον μόνο σε διπλωματικές συμμαχίες, αλλά στις αλυσίδες παραγωγής της αμυντικής βιομηχανίας. Σε μια πρόσφατη, βαρύνουσας σημασίας ανάλυσή του, το κορυφαίο αμερικανικό think tank Brookings επισημαίνει ότι η Τουρκία έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως ένας απλός εξωτερικός προμηθευτής στρατιωτικού υλικού για τη γηραιά ήπειρο. Αντίθετα, έχει μετατραπεί σε έναν οργανικό εταίρο συμπαραγωγής και τεχνολογίας, ο οποίος ενσωματώνεται σταδιακά αλλά σταθερά στον ευρωπαϊκό αμυντικό-βιομηχανικό ιστό. Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με την επιχειρησιακή ωρίμανση πλατφορμών όπως το ελικοπτεροφόρο και αποβατικό σκάφος TCG Anadolu, καθώς και η ραγδαία σύσφιξη των αμυντικών σχέσεων μεταξύ Ρώμης και Άγκυρας, δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον ασφαλείας, το οποίο η Αθήνα καλείται να αναλύσει και να αντιμετωπίσει με εξαιρετική προσοχή.
Brookings: το μοντέλο του Near-Shoring
Η έκθεση του Brookings αναδεικνύει μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις παραδοσιακές πολιτικές αντιπαραθέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ η Άγκυρα παραμένει πολιτικά αποστασιοποιημένη ή και σε τροχιά σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες για μια σειρά από ζητήματα κράτους δικαίου και εξωτερικής πολιτικής, η διείσδυσή της στην ευρωπαϊκή άμυνα επιτυγχάνεται μέσω της «πίσω πόρτας» της βιομηχανίας και των εταιρικών συμπράξεων.
Το αμερικανικό ινστιτούτο χρησιμοποιεί τον όρο defense near-shoring για να περιγράψει πώς η Ευρώπη αρχίζει να βλέπει την Τουρκία ως μια κοντινή, οικονομικά αποδοτική και δοκιμασμένη σε συνθήκες μάχης βάση παραγωγής. Οι τουρκικές εταιρείες δεν πωλούν απλώς έτοιμα συστήματα, αλλά εντάσσονται στα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα πιστοποίησης, εφοδιαστικών αλυσίδων και κοινών επενδύσεων. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει σε ευρωπαϊκούς κολοσσούς να ενσωματώνουν τουρκικές πλατφόρμες ως φορείς για δικά τους ηλεκτρονικά συστήματα, ραντάρ και όπλα, εκμεταλλευόμενοι το χαμηλότερο κόστος και την ταχύτητα παραγωγής της Άγκυρας. Αυτή η λειτουργική ενσωμάτωση καθιστά την Τουρκία έναν υπολογίσιμο παίκτη, του οποίου ο αποκλεισμός από τα μελλοντικά ευρωπαϊκά αμυντικά σχέδια γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος για τα ευρωπαϊκά κεφάλαια.
Ο εναγκαλισμός Ρώμης – Άγκυρας
Ο πιο προηγμένος και ανησυχητικός για τα ελληνικά συμφέροντα θύλακας αυτής της νέας ευρωτουρκικής πραγματικότητας είναι η συστηματική προσέγγιση μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας. Η Ρώμη, καθοδηγούμενη από μια ρεαλιστική και εμπορικά προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική, δεν βλέπει την Τουρκία μέσα από το πρίσμα των εδαφικών αμφισβητήσεων, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, αλλά ως έναν κρίσιμο εταίρο για τη σταθερότητα στη Λιβύη και μια τεράστια αγορά για την εγχώρια βιομηχανία της.

Η συνεργασία αυτή έχει λάβει θεσμικό και δομικό χαρακτήρα. Ιταλικοί κολοσσοί όπως η Leonardo, η Fincantieri και η Iveco αναπτύσσουν κοινές στρατηγικές με τουρκικές εταιρείες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ίδρυση της LBA Systems, μιας κοινής κοινοπραξίας μεταξύ της ιταλικής Leonardo και της τουρκικής Baykar. Αυτό το σχήμα δεν αφορά μια απλή εμπορική συμφωνία, αλλά συνδέει την ιταλική μηχανική, τα συστήματα αποστολής και την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά με το χαρτοφυλάκιο μη επανδρωμένων αεροσκαφών της Baykar. Επιπλέον, εξετάζονται προηγμένα σενάρια επιχειρησιακής συνεργασίας στον αέρα, όπως η καθοδήγηση τουρκικών μη επανδρωμένων μαχητικών Kızılelma από ιταλικά αεροσκάφη M-346, αναδεικνύοντας ότι ο αμυντικός αυτός εναγκαλισμός αγγίζει πλέον το επίπεδο της μεταφοράς τεχνολογίας αιχμής και της κοινής στρατηγικής δόγματος.
Το ιταλικό αεροπλανοφόρο Cavour και τα Bayraktar
Η πιο απτή εκδήλωση αυτής της σύγκλισης καταγράφηκε σε επίσημο επίπεδο, όταν η ηγεσία του Ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να εντάξει το τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος Bayraktar TB3 στο οπλοστάσιο της ναυαρχίδας της, του αεροπλανοφόρου Cavour. Η απόφαση αυτή ελήφθη μετά από εντυπωσιακές επιδόσεις του TB3 σε νατοϊκές ασκήσεις στη Βαλτική Θάλασσα, όπου το τουρκικό drone απέδειξε την ικανότητά του να επιχειρεί αυτόνομα υπό ακραίες καιρικές συνθήκες, την ώρα που άλλα συμμαχικά μέσα παρέμεναν καθηλωμένα.
Για την Ιταλία, η επιλογή του TB3 αποτελεί μια εξαιρετικά ορθολογική οικονομική και επιχειρησιακή κίνηση. Το αεροπλανοφόρο Cavour είναι σχεδιασμένο να φέρει τα πανάκριβα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35B. Ωστόσο, η ενσωμάτωση του TB3, το οποίο διαθέτει αναδιπλούμενα πτερύγια και είναι ειδικά σχεδιαμένο για απονηώσεις από μικρά καταστρώματα χωρίς τη χρήση καταπέλτη, προσφέρει στο ιταλικό ναυτικό μια μόνιμη, χαμηλού κόστους ικανότητα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης, αναγνώρισης και πληγμάτων ακριβείας. Με αυτόν τον τρόπο, το TB3 λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, επιτρέποντας στα F-35B να φυλάσσονται για αποστολές υψηλής έντασης, ενώ η καθημερινή αεροπορική παρουσία στη Μεσόγειο εξασφαλίζεται από την τουρκική πλατφόρμα. Η Ιταλία καθίσταται έτσι ο πρώτος ευρωπαϊκός operator αυτού του τύπου, νομιμοποιώντας πλήρως την τουρκική τεχνολογία drones στα μάτια των υπολοίπων δυτικών συμμάχων.
Το Anadolu και το νέο δόγμα προβολής ισχύος
Η ανάπτυξη του Bayraktar TB3 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ίδιο το TCG Anadolu, το πλοίο που άλλαξε τα δεδομένα για το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό. Αρχικά, το Anadolu σχεδιάστηκε ως ένα κλασικό αποβατικό ελικοπτεροφόρο (LHD) με σκοπό να φιλοξενήσει τα F-35B. Μετά την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, η Άγκυρα επέδειξε μοναδική προσαρμοστικότητα, μετατρέποντας το Anadolu στο πρώτο παγκοσμίως «αεροπλανοφόρο drones» (UAV carrier).

Το TCG Anadolu διαθέτει ένα κατάστρωμα πτήσης με πίστα τύπου ski-jump, ένα ευρύχωρο υπόστεγο που μπορεί να φιλοξενήσει δεκάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη (TB3 και το ελικοφόρο drone Alpagut), καθώς και επιθετικά ελικόπτερα. Στα σπλάχνα του μπορεί να μεταφέρει μια πλήρη αποβατική δύναμη τάγματος, συμπεριλαμβανομένων δεκάδων κυρίων αρμάτων μάχης, αμφίβιων τεθωρακισμένων οχημάτων και αποβατικών σκαφών τύπου LCM και LCAC. Αυτός ο συνδυασμός δίνει στην Τουρκία τη δυνατότητα να προβάλλει ισχύ σε μεγάλες αποστάσεις, μεταφέροντας μια αυτόνομη αεροπορική και αμφίβια γροθιά οπουδήποτε στην περιοχή της Μεσογείου, της Ερυθράς Θάλασσας ή του Ευξείνου Πόντου, χωρίς να εξαρτάται από επίγειες βάσεις φιλικών κρατών.
Η απειλή για την Ελλάδα
Η επιχειρησιακή ετοιμότητα του TCG Anadolu και η τεχνολογική ωρίμανση των συστημάτων που φέρει συνιστούν μια πολυεπίπεδη, ποιοτική απειλή για την ελληνική αμυντική σχεδίαση. Η Ελλάδα, λόγω της νησιωτικής της γεωγραφίας, βασιζόταν πάντα στην αρχή ότι η τουρκική αεροπορική απειλή θα προερχόταν από συγκεκριμένους άξονες της μικρασιατικής ενδοχώρας, επιτρέποντας στην ελληνική αεράμυνα και το Πολεμικό Ναυτικό να δημιουργούν ζώνες άρνησης πρόσβασης.
Η παρουσία του Anadolu ανατρέπει αυτή τη γεωγραφική βεβαιότητα. Το πλοίο μπορεί να πλεύσει νότια της Κρήτης ή στην ανοιχτή θάλασσα της Ανατολικής Μεσογείου, λειτουργώντας ως μια κινητή αεροπορική βάση που μπορεί να εξαπολύσει κορεστικές επιθέσεις με drones από απρόσμενες κατευθύνσεις, πλαγιοκοπώντας την ελληνική διάταξη. Η χρήση των Bayraktar TB3, τα οποία φέρουν έξυπνα πυρομαχικά καθοδήγησης λέιζερ και πυραύλους cruise μικρού βεληνεκούς, επιτρέπει στην Άγκυρα να διεξάγει επιχειρήσεις συνεχούς επιτήρησης και προσβολής των ελληνικών ναυτικών μονάδων ή των παρακτίων οχυρώσεων στα νησιά, χωρίς να διακινδυνεύει τη ζωή Τούρκων πιλότων.
Παράλληλα, η τεχνογνωσία που αποκτά η Τουρκία στον τομέα του δικτυοκεντρικού πολέμου και της αυτόνομης λήψης αποφάσεων από σμήνη μη επανδρωμένων μέσων της επιτρέπει να δοκιμάζει τακτικές κορεσμού της ελληνικής αεράμυνας. Αν σε αυτό προστεθεί η ισχυρή αμφίβια συνιστώσα του Anadolu, το σκάφος αποτελεί την απόλυτη πλατφόρμα υλοποίησης του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας. Σε ένα σενάριο κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο, μακριά από την κάλυψη της ελληνικής επίγειας αεροπορίας, το Anadolu μπορεί να επιβάλει τετελεσμένα, υποστηριζόμενο από τη βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ που του εξασφαλίζει η σταδιακή ενσωμάτωσή του στο ευρωπαϊκό αμυντικό γίγνεσθαι.
Η ανάπτυξη του Bayraktar TB3 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ίδιο το TCG Anadolu, το πλοίο που άλλαξε τα δεδομένα για το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό. Αρχικά, το Anadolu σχεδιάστηκε ως ένα κλασικό αποβατικό ελικοπτεροφόρο (LHD) με σκοπό να φιλοξενήσει τα F-35B. Μετά την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, η Άγκυρα επέδειξε μοναδική προσαρμοστικότητα, μετατρέποντας το Anadolu στο πρώτο παγκοσμίως «αεροπλανοφόρο drones» (UAV carrier).

Το TCG Anadolu διαθέτει ένα κατάστρωμα πτήσης με πίστα τύπου ski-jump, ένα ευρύχωρο υπόστεγο που μπορεί να φιλοξενήσει δεκάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη (TB3 και το ελικοφόρο drone Alpagut), καθώς και επιθετικά ελικόπτερα. Στα σπλάχνα του μπορεί να μεταφέρει μια πλήρη αποβατική δύναμη τάγματος, συμπεριλαμβανομένων δεκάδων κυρίων αρμάτων μάχης, αμφίβιων τεθωρακισμένων οχημάτων και αποβατικών σκαφών τύπου LCM και LCAC. Αυτός ο συνδυασμός δίνει στην Τουρκία τη δυνατότητα να προβάλλει ισχύ σε μεγάλες αποστάσεις, μεταφέροντας μια αυτόνομη αεροπορική και αμφίβια γροθιά οπουδήποτε στην περιοχή της Μεσογείου, της Ερυθράς Θάλασσας ή του Ευξείνου Πόντου, χωρίς να εξαρτάται από επίγειες βάσεις φιλικών κρατών.
Η απειλή για την Ελλάδα
Η επιχειρησιακή ετοιμότητα του TCG Anadolu και η τεχνολογική ωρίμανση των συστημάτων που φέρει συνιστούν μια πολυεπίπεδη, ποιοτική απειλή για την ελληνική αμυντική σχεδίαση. Η Ελλάδα, λόγω της νησιωτικής της γεωγραφίας, βασιζόταν πάντα στην αρχή ότι η τουρκική αεροπορική απειλή θα προερχόταν από συγκεκριμένους άξονες της μικρασιατικής ενδοχώρας, επιτρέποντας στην ελληνική αεράμυνα και το Πολεμικό Ναυτικό να δημιουργούν ζώνες άρνησης πρόσβασης.
Η παρουσία του Anadolu ανατρέπει αυτή τη γεωγραφική βεβαιότητα. Το πλοίο μπορεί να πλεύσει νότια της Κρήτης ή στην ανοιχτή θάλασσα της Ανατολικής Μεσογείου, λειτουργώντας ως μια κινητή αεροπορική βάση που μπορεί να εξαπολύσει κορεστικές επιθέσεις με drones από απρόσμενες κατευθύνσεις, πλαγιοκοπώντας την ελληνική διάταξη. Η χρήση των Bayraktar TB3, τα οποία φέρουν έξυπνα πυρομαχικά καθοδήγησης λέιζερ και πυραύλους cruise μικρού βεληνεκούς, επιτρέπει στην Άγκυρα να διεξάγει επιχειρήσεις συνεχούς επιτήρησης και προσβολής των ελληνικών ναυτικών μονάδων ή των παρακτίων οχυρώσεων στα νησιά, χωρίς να διακινδυνεύει τη ζωή Τούρκων πιλότων.
Παράλληλα, η τεχνογνωσία που αποκτά η Τουρκία στον τομέα του δικτυοκεντρικού πολέμου και της αυτόνομης λήψης αποφάσεων από σμήνη μη επανδρωμένων μέσων της επιτρέπει να δοκιμάζει τακτικές κορεσμού της ελληνικής αεράμυνας. Αν σε αυτό προστεθεί η ισχυρή αμφίβια συνιστώσα του Anadolu, το σκάφος αποτελεί την απόλυτη πλατφόρμα υλοποίησης του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας. Σε ένα σενάριο κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο, μακριά από την κάλυψη της ελληνικής επίγειας αεροπορίας, το Anadolu μπορεί να επιβάλει τετελεσμένα, υποστηριζόμενο από τη βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ που του εξασφαλίζει η σταδιακή ενσωμάτωσή του στο ευρωπαϊκό αμυντικό γίγνεσθαι.
Η νέα ελληνική στρατηγική
Η ανάλυση του Brookings και οι κινήσεις της Ιταλίας αποδεικνύουν ότι η απομόνωση της Τουρκίας από την ευρωπαϊκή αμυντική αγορά είναι πλέον μια ουτοπική επιδίωξη. Η Άγκυρα έχει καταστεί πολύ χρήσιμη, πολύ φθηνή και πολύ προηγμένη για να την αγνοήσουν οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί βιομηχανικοί παίκτες.
Για την Αθήνα, το μάθημα είναι σαφές. Η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην αγορά ακριβών δυτικών πλατφορμών, όπως τα μαχητικά Rafale ή οι φρεγάτες Belharra, οι οποίες αν και κορυφαίες, αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του κόστους και της ποσοτικής αναλογίας έναντι των φθηνών τουρκικών μαζικών μέσων. Η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει επειγόντως τα δικά της συστήματα anti-drone, να επενδύσει στην εγχώρια παραγωγή μη επανδρωμένων σκαφών και αεροσκαφών και να επανασχεδιάσει το δόγμα της αεράμυνάς της, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κίνδυνος πλέον δεν έχει σταθερή γεωγραφική αφετηρία, αλλά πλέει στις θάλασσες της περιοχής.
enikos.gr