'Ηταν 22 Ιουλίου του 1987, σαν σήμερα δηλαδή πριν από 36 χρόνια, όταν το θερμόμετρο άρχισε να ανεβαίνει επικίνδυνα σε πολλές περιοχές της χώρας. Ο σαρωτικός καύσωνας που έπληξε τότε την Ελλάδα ήταν πρωτοφανής. Έως τις 29 Ιουλίου η θερμοκρασία βρισκόταν σταθερά πάνω από τους 40 βαθμούς Κελσίου.
Κάθε φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ακραίες θερμοκρασίες, ξυπνούν μνήμες από το καλοκαίρι του 1987. Ήταν ο φονικότερος καύσωνας, που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα, μια πρωτοφανής φυσική καταστροφή που άφησε πίσω της εκατοντάδες οικογένειες βυθισμένες στο πένθος και ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 1.300 άνθρωποι, έχασαν τη ζωή τους, εκ των οποίων οι 1.115 στην Αττική. Ωστόσο, ανεπίσημες εκτιμήσεις ανέβαζαν τον αριθμό των θυμάτων πάνω από τους 1.500, ενώ υπάρχουν αναφορές που κάνουν λόγο ακόμη και για περίπου, 4.000 νεκρούς.
Ο μαθηματικός και μετεωρολόγος Δημήτρης Ζιακόπουλος, στο βιβλίο του «Καιρός: Ο Γιος της Γης και του Ήλιου», τόμος ΙΙ «Η πρόγνωση», σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Τον Ιούλιο του 1987, ο φονικότερος στην ιστορία της χώρας καύσωνας σκότωσε περίπου 4.000 ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν ηλικιωμένοι και έμεναν στα δυτικά προάστια της Αθήνας».

Οκτώ ημέρες που η Ελλάδα «καιγόταν»
Από τις 20 έως τις 28 Ιουλίου 1987, ιδιαίτερα θερμές αέριες μάζες από τη Βόρεια Αφρική ,σκέπασαν ολόκληρη τη χώρα. Η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει επικίνδυνα από τις 22 Ιουλίου, φτάνοντας ακόμη και τους 44 βαθμούς Κελσίου.
Η κατάσταση στην Αθήνα, εξελίχθηκε γρήγορα σε εφιάλτη. Το νέφος, η πυκνή δόμηση και οι τεράστιες επιφάνειες από τσιμέντο και άσφαλτο εγκλώβιζαν τη θερμότητα, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας. Ακόμη και μετά τη δύση του ήλιου, η πόλη δεν κατάφερνε να δροσιστεί.
Για πολλές συνεχόμενες νύχτες, η θερμοκρασία δεν υποχωρούσε κάτω από τους 30 βαθμούς, «μετατρέποντας» τα σπίτια σε «φούρνους».
Οι New York Times περιέγραφαν μια πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Η εικόνα της Αθήνας, έκανε τον γύρο του κόσμου. Στις 29 Ιουλίου 1987, οι New York Times περιέγραφαν με δραματικό τρόπο όσα εκτυλίσσονταν στην ελληνική πρωτεύουσα:
«Οι νεκροθάφτες έχουν εντολή να εργάζονται ακόμη και νύχτα με υπερωρίες. Τα νοσοκομεία έχουν ζητήσει πάγο από τις ψαραγορές για να ψύξουν τα πτώματα. Το καλοκαίρι της Αθήνας, συνδέθηκε με τη φρίκη και το μακάβριο. Από τότε που κύμα ζέστης έπληξε πριν από δέκα την πόλη, που περίμενε ένα ζεστό καλοκαίρι, αλλά όχι τόσο ζεστό, η κυβέρνηση εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον 700 άνθρωποι -και δημοσιογραφικές πληροφορίες λένε πως είναι τουλάχιστον 1.000- έχουν πεθάνει. Ενώ ήταν περίοδος χαλάρωσης έχει γίνει στιγμή φρίκης και αμφισβήτησης της ικανότητας της Πολιτείας να διαχειριστεί ακραία φαινόμενα».

Διακοπές ρεύματος, χωρίς κλιματισμό και νοσοκομεία στα όριά τους
Σαν να μην έφταναν οι ακραίες θερμοκρασίες, πολλές περιοχές βρέθηκαν αντιμέτωπες με διακοπές ηλεκτροδότησης και υδροδότησης, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο μια ήδη τραγική κατάσταση.
Το 1987 όπως είναι λογικό, η εγκατάσταση air condition δεν ήταν τόσο διαδεδομένη, ενώ και πολλά νοσοκομεία, όπου κατέφτασαν κυρίως ηλικιωμένοι με θερμοπληξία, δεν διέθεταν κλιματισμό. Αρχικά έφυγαν από τη ζωή άνθρωποι που αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας. Τις επόμενες ημέρες όμως η κατάσταση μετατράπηκε σε έναν εφιάλτη. Όσο ο καύσωνας συνεχιζόταν, η λίστα των νεκρών μεγάλωνε δραματικά.
Οι νεκροθάλαμοι γέμισαν – Οι σοροί μεταφέρονταν ακόμη και σε βαγόνια-ψυγεία
Οι εικόνες που καταγράφηκαν εκείνες τις ημέρες παραμένουν συγκλονιστικές. Οι νεκροθάλαμοι των νοσοκομείων γέμισαν ασφυκτικά μέσα σε ελάχιστο χρόνο, αναγκάζοντας τις Αρχές να χρησιμοποιήσουν και τις εγκαταστάσεις των στρατιωτικών νοσοκομείων. Ούτε όμως αυτές επαρκούσαν.
Τα γραφεία τελετών και οι εργαζόμενοι στα κοιμητήρια αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στον τεράστιο αριθμό των θανάτων. Σε πολλές περιπτώσεις οι ταφές καθυστερούσαν, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, σοροί μεταφέρονταν και φυλάσσονταν προσωρινά σε ψυγεία μέσα σε βαγόνια του ΟΣΕ, καθώς δεν υπήρχε πλέον διαθέσιμος χώρος.

Η μαρτυρία του Δημήτρη Ζιακόπουλου
Ο γνωστός μετεωρολόγος Δημήτρης Ζιακόπουλος, περιέγραψε αργότερα στο προσωπικό του blog τις δραματικές ημέρες, που έζησε ως νέος τότε, μετεωρολόγος της ΕΜΥ:
«Νέος τότε μετεωρολόγος στην ΕΜΥ θυμάμαι την εντύπωση που μου είχαν κάνει οι υψηλές ελάχιστες θερμοκρασίες που κυμαίνονταν από 29 έως 32 βαθμούς (μέση τιμή 31 βαθμοί). Για πόσο διάστημα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος που ανήκει στις ευπαθείς ομάδες, όταν επί οκτώ ημέρες, οι ελάχιστες θερμοκρασίες ήταν αυτές που αναφέρθηκαν και οι μέγιστες θερμοκρασίες ήταν σταθερά πάνω από τους 40 βαθμούς (μέση τιμή 43 βαθμοί).

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι ελάχιστες θερμοκρασίες ήταν θερμοκρασίες κλωβού και όχι των διαμερισμάτων, που επί οκτώ μερόνυχτα ήταν συνεχώς «πυρακτωμένα». Ο μεγάλης διάρκειας καύσωνας του 1987 βρήκε την Αθήνα,ανοχύρωτη. Κλιματιστικά δεν υπήρχαν ούτε στους θαλάμους των νοσοκομείων. Οι ανεμιστήρες, που σε αρκετά διαμερίσματα έλειπαν και αυτοί, βοηθούσαν κάπως την κατάσταση, αλλά δεν έλυναν το πρόβλημα.
Πέρα από αυτό, ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό του πληθυσμού αγνοούσε τα βασικά μέτρα προφύλαξης από τις υψηλές θερμοκρασίες. Από εκείνες τις εφιαλτικές μέρες θυμάμαι την απόγνωση που είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του κόσμου. Κάθε μέρα οι άνθρωποι περίμεναν να ακούσουν καλά νέα από τις προγνώσεις μας, αλλά αυτά πήγαιναν όλο και πιο πίσω. Τότε κατάλαβα το πόσο άχαρα μπορεί να νοιώσει ένας παρουσιαστής δελτίου καιρού που σε τέτοιες δραματικές καταστάσεις δεν έχει να πει κάτι αισιόδοξο».
«Στις νυχτερινές ειδήσεις της τελευταίας μέρας του καύσωνα (27η Ιουλίου), όταν πια η αλλαγή του καιρού είχε ανακοινωθεί αλλά η πόλη εξακολουθούσε να βράζει, με ρώτησε ο έγκριτος δημοσιογράφος της ΕΡΤ Κώστας Χούντας: “Πότε θα έλθει ο βοριάς κ. Ζιακόπουλε;” Ήταν η ερώτηση που ήθελαν να κάνουν εκατομμύρια άνθρωποι, για τους οποίους και οι ώρες είχαν μεγάλη σημασία. Όμως, η ακριβής πρόβλεψη της αλλαγής των ανέμων δεν είναι εύκολη δουλειά για τους μετεωρολόγους ακόμα και σήμερα. Σκέφτηκα, λοιπόν, για μια στιγμή να αρχίσω να λέω ότι για τη μετεωρολογία είναι δύσκολες οι προγνώσεις με ακρίβεια ώρας κ.λπ., αλλά προτίμησα να πω απλά: “Στη διάρκεια της νύχτας”. Τελικά οι βοριάδες ήλθαν στην Αττική γύρω στις 2 η ώρα και το πρωί της 28ης Ιουλίου πήραμε όλοι ανάσα”»

Ο γνωστός μετεωρολόγος Δημήτρης Ζιακόπουλος, περιέγραψε αργότερα στο προσωπικό του blog τις δραματικές ημέρες, που έζησε ως νέος τότε, μετεωρολόγος της ΕΜΥ:
«Νέος τότε μετεωρολόγος στην ΕΜΥ θυμάμαι την εντύπωση που μου είχαν κάνει οι υψηλές ελάχιστες θερμοκρασίες που κυμαίνονταν από 29 έως 32 βαθμούς (μέση τιμή 31 βαθμοί). Για πόσο διάστημα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος που ανήκει στις ευπαθείς ομάδες, όταν επί οκτώ ημέρες, οι ελάχιστες θερμοκρασίες ήταν αυτές που αναφέρθηκαν και οι μέγιστες θερμοκρασίες ήταν σταθερά πάνω από τους 40 βαθμούς (μέση τιμή 43 βαθμοί).

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι ελάχιστες θερμοκρασίες ήταν θερμοκρασίες κλωβού και όχι των διαμερισμάτων, που επί οκτώ μερόνυχτα ήταν συνεχώς «πυρακτωμένα». Ο μεγάλης διάρκειας καύσωνας του 1987 βρήκε την Αθήνα,ανοχύρωτη. Κλιματιστικά δεν υπήρχαν ούτε στους θαλάμους των νοσοκομείων. Οι ανεμιστήρες, που σε αρκετά διαμερίσματα έλειπαν και αυτοί, βοηθούσαν κάπως την κατάσταση, αλλά δεν έλυναν το πρόβλημα.
Πέρα από αυτό, ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό του πληθυσμού αγνοούσε τα βασικά μέτρα προφύλαξης από τις υψηλές θερμοκρασίες. Από εκείνες τις εφιαλτικές μέρες θυμάμαι την απόγνωση που είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του κόσμου. Κάθε μέρα οι άνθρωποι περίμεναν να ακούσουν καλά νέα από τις προγνώσεις μας, αλλά αυτά πήγαιναν όλο και πιο πίσω. Τότε κατάλαβα το πόσο άχαρα μπορεί να νοιώσει ένας παρουσιαστής δελτίου καιρού που σε τέτοιες δραματικές καταστάσεις δεν έχει να πει κάτι αισιόδοξο».
«Στις νυχτερινές ειδήσεις της τελευταίας μέρας του καύσωνα (27η Ιουλίου), όταν πια η αλλαγή του καιρού είχε ανακοινωθεί αλλά η πόλη εξακολουθούσε να βράζει, με ρώτησε ο έγκριτος δημοσιογράφος της ΕΡΤ Κώστας Χούντας: “Πότε θα έλθει ο βοριάς κ. Ζιακόπουλε;” Ήταν η ερώτηση που ήθελαν να κάνουν εκατομμύρια άνθρωποι, για τους οποίους και οι ώρες είχαν μεγάλη σημασία. Όμως, η ακριβής πρόβλεψη της αλλαγής των ανέμων δεν είναι εύκολη δουλειά για τους μετεωρολόγους ακόμα και σήμερα. Σκέφτηκα, λοιπόν, για μια στιγμή να αρχίσω να λέω ότι για τη μετεωρολογία είναι δύσκολες οι προγνώσεις με ακρίβεια ώρας κ.λπ., αλλά προτίμησα να πω απλά: “Στη διάρκεια της νύχτας”. Τελικά οι βοριάδες ήλθαν στην Αττική γύρω στις 2 η ώρα και το πρωί της 28ης Ιουλίου πήραμε όλοι ανάσα”»

Ο καύσωνας που άλλαξε για πάντα την αντιμετώπιση των ακραίων θερμοκρασιών
Ο Ιούλιος του 1987, αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την ελληνική μετεωρολογική ιστορία. Η τραγωδία εκείνου του καλοκαιριού οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία σχεδίων πολιτικής προστασίας, στην καλύτερη ενημέρωση των πολιτών για τα μέτρα προστασίας από τη θερμοπληξία και στην ευρύτερη χρήση κλιματισμού σε νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες και κατοικίες.
Παρά τις σημαντικές αλλαγές που ακολούθησαν, ο φονικός καύσωνας του 1987, εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη υπενθύμιση, ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να εξελιχθούν σε εθνικές τραγωδίες, όταν η κοινωνία και οι υποδομές δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένες.
Ο Ιούλιος του 1987, αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την ελληνική μετεωρολογική ιστορία. Η τραγωδία εκείνου του καλοκαιριού οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία σχεδίων πολιτικής προστασίας, στην καλύτερη ενημέρωση των πολιτών για τα μέτρα προστασίας από τη θερμοπληξία και στην ευρύτερη χρήση κλιματισμού σε νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες και κατοικίες.
Παρά τις σημαντικές αλλαγές που ακολούθησαν, ο φονικός καύσωνας του 1987, εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη υπενθύμιση, ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να εξελιχθούν σε εθνικές τραγωδίες, όταν η κοινωνία και οι υποδομές δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένες.
Άννα Δόλλαρη
Πηγή: enikos