24 Ιουλίου 2026

Τραμπ: «Μποξ» με το παγκόσμιο εμπόριο και νέους δασμούς σε 80 χώρες – Αρνείται το «νοκ-άουτ» του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ


Στον επόμενο «γύρο» μιας εξαντλητικής πυγμαχίας με το παγκόσμιο εμπόριο πέρασε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλοντας νέους δασμούς σε περισσότερες από 80 χώρες. Η κίνηση αυτή, που αντικαθιστά τον οριζόντιο δασμό 10% που έληγε, προκάλεσε την άμεση αντίδραση των βασικών συμμάχων των ΗΠΑ.

Δασμοί 10% έως 12,5%

Στην πιο πρόσφατη προσπάθειά της να ασκήσει επιθετική εμπορική πολιτική, κόντρα στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε δασμούς ύψους 10% έως 12,5% σε δεκάδες χώρες.

Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται η Βρετανία, το Μεξικό, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Ινδία, η Κίνα, καθώς και τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το νέο αυτό καθεστώς αντικαθιστά ουσιαστικά τον οριζόντιο δασμό 10% που είχε επιβάλει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, αμέσως μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έκρινε παράνομους πολλούς από τους προηγούμενους επιβληθέντες δασμούς.

Οι νέες επιβαρύνσεις ανακοινώθηκαν αργά την Πέμπτη από τον Εκπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκρηρ, και βασίζονται στο Άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου (Trade Act) του 1974, το οποίο στρέφεται κατά χωρών που προσφεύγουν στη καταναγκαστική εργασία.

«Οι ΗΠΑ διατηρούν απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας για σχεδόν έναν αιώνα και την εφαρμόζουν αυστηρά – ήρθε ο καιρός να πράξουν το ίδιο και οι εμπορικοί μας εταίροι», δήλωσε ο Γκρηρ.

«Ενθαρρύνομαι από τους εμπορικούς εταίρους που κινήθηκαν γρήγορα για να υιοθετήσουν απαγορεύσεις εισαγωγών καταναγκαστικής εργασίας και ανυπομονώ να διασφαλίσω την αποτελεσματική εφαρμογή τους».

Διεθνής κατακραυγή

Η Αυστραλία και η Βραζιλία χαρακτήρισαν τους νέους δασμούς αδικαιολόγητους, τονίζοντας ότι θα επιδιώξουν την κατάργησή τους, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας δήλωσε ότι δεν υπάρχει καμία βάση για το νέο αυτό μέτρο.

Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, Κάγια Κάλας, ανέφερε ότι η ΕΕ θα ζητήσει διευκρινίσεις από την Ουάσινγκτον. Πρόσθεσε ότι το μπλοκ έχει τηρήσει τις δεσμεύσεις του στο πλαίσιο της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε πέρυσι και βλέπει τους νέους δασμούς ως «σοκ».

Ο Καναδάς, ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, αντέδρασε άμεσα υπογραμμίζοντας ότι «δεν θα έπρεπε να μπαίνει στο στόχαστρο», καθώς ηγείται των προσπαθειών κατά των εισαγωγών αγαθών που παράγονται με καταναγκαστική εργασία.

«Εάν ο στόχος είναι πράγματι η αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας, η εστίαση θα έπρεπε να είναι μια συντονισμένη προσέγγιση μέσω ενός πολυμερούς μηχανισμού», δήλωσε ο Μάθιου Χολμς, εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Καναδικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.

«Ο χρόνος αυτής της απόφασης είναι κάπως ύποπτος, καθώς οι προηγούμενοι γύροι δασμών μόλις έληγαν».

Το παρασκήνιο και το μπρα ντε φερ με το Ανώτατο Δικαστήριο

Ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί εδώ και καιρό τους δασμούς ως βασικό εργαλείο για την προστασία των αμερικανικών θέσεων εργασίας και της βιομηχανίας, τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος και την ανατροπής αυτού που αποκαλεί «άδικες» πρακτικές των εμπορικών εταίρων, αποκαλώντας επανειλημμένα τη λέξη «δασμός» ως «τη πιο όμορφη λέξη στο λεξικό».

Ωστόσο, βάσει του αμερικανικού Συντάγματος, μόνο το Κογκρέσο έχει την εξουσία επιβολής φόρων.

Τον περασμένο Απρίλιο, την ημέρα που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «ημέρα απελευθέρωσης», ο Τραμπ ανακοίνωσε βασικό δασμό 10% επικαλούμενος τον Νόμο περί Διεθνών Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA).

Η πολιτική αυτή δέχθηκε ισχυρό πλήγμα τον Φεβρουάριο, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε με πλειοψηφία 6-3 ότι η εξουσία επιβολής δασμών εν καιρώ ειρήνης ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος ανακοίνωσε αμέσως άλλο καθεστώς δασμών 10% βάσει διαφορετικού εμπορικού νόμου που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν, ο οποίος περιόριζε τη διάρκειά τους στις 150 ημέρες. Οι δασμοί αυτοί έληξαν ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής.

Ο νέος γύρος δασμών επικαλείται το Άρθρο 301, μια διάταξη που έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις και έχει χρησιμοποιηθεί σπάνια στο παρελθόν.

Παρωχημένοι πλέον οι πιο επιθετικοί δασμοί του Τραμπ

Αρχικά, ο Τραμπ επιχείρησε να διεξαγάγει τον παγκόσμιο εμπορικό του πόλεμο επικαλούμενος τον Νόμο περί Διεθνών Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977.

Κανένας πρόεδρος πριν από αυτόν δεν είχε ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη νομοθεσία κατά τρόπο που να επιτρέπει την επιβολή τέτοιων δασμών.

Ωστόσο, ο Αμερικανός Πρόεδρος προσπάθησε να αξιοποιήσει τον νόμο ώστε να αυξομειώνει τους δασμολογικούς συντελεστές, παρότι τέτοιες εξουσίες ανήκουν παραδοσιακά στο Κογκρέσο.

Ύστερα από προσφυγή μιας ομάδας πολιτειών και μικρών επιχειρήσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε ολόκληρο το δασμολογικό καθεστώς του Τραμπ τον Φεβρουάριο, αναγκάζοντάς τον να ξεκινήσει από το μηδέν. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα ποσά που είχε εισπράξει — περισσότερα από 160 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αμέσως μετά, ο Τραμπ στραφήκε στο Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974. Η διάταξη αυτή του επέτρεπε να επιβάλει σχεδόν οριζόντιους δασμούς σε όλες τις εισαγωγές για διάστημα έως και 150 ημερών, εκτός εάν το Κογκρέσο συμφωνούσε να παρατείνει τη διάρκειά τους.

Προτού όμως εκπνεύσει αυτή η προθεσμία, ομοσπονδιακό δικαστήριο τάχθηκε εκ νέου κατά του Τραμπ, κρίνοντας ότι δεν πληρούσε τα αυστηρά κριτήρια του νόμου που θα του επέτρεπαν να φορολογεί τις εισαγωγές ομοιόμορφα.

Παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο διατήρησε τους δασμούς σε ισχύ όσο η κυβέρνηση βρισκόταν σε διαδικασία έφεσης. Από την πλευρά τους, οι βουλευτές στο Καπιτώλιο δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να διατηρήσουν τον συντελεστή του 10% πριν αυτός λήξει τον Ιούλιο.

Ο Άλαν Γουλφ, ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Peterson και πρώην αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΠΟΕ, σημείωσε σε ανάλυσή του: «[Οι νέοι δασμοί] εγείρουν εκ νέου το ερώτημα εάν ο πρόεδρος έχει τη νομική εξουσία να καθορίζει και να εφαρμόζει την δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ – μια εξουσία που το Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο».

«Η απάντηση είναι όχι: το Κογκρέσο δεν εκχώρησε εξουσία τέτοιου εύρους στον πρόεδρο. Δεν μπορεί συνταγματικά να το πράξει», πρόσθεσε.

«Αυτοί οι νέοι δασμοί αντιπροσωπεύουν άλλη μια περίπτωση προεδρικής υπέρβασης. Εάν προσβληθούν στα δικαστήρια, το Ανώτατο Δικαστήριο πιθανότατα θα τους ακυρώσει».

Δυσαρέσκεια και πολιτικές πιέσεις

Πέρα από τα δικαστικά εμπόδια, οι δασμοί του Τραμπ αποδεικνύονται ιδιαίτερα μη δημοφιλείς μεταξύ των Αμερικανών καταναλωτών, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Δημοσκόπηση της Harris Poll έδειξε ότι 7 στους 10 Αμερικανούς δήλωσαν πως πληρώνουν υψηλότερες τιμές εξαιτίας των δασμών, ενώ το 72% των ψηφοφόρων θεωρεί ότι οι δασμοί έχουν αρνητικό παρά θετικό αντίκτυπο. Η άποψη αυτή επικρατεί ακόμη και ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους, με το 64% να συμφωνεί ότι οδήγησαν σε αυξήσεις τιμών και το 60% να βλέπει αρνητικές επιπτώσεις.

Ταυτόχρονα, οι Αμερικανοί καταναλωτές πιέζονται από τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι οποίες εκτόξευσαν το κόστος ενέργειας και τις τιμές των καυσίμων, οδηγώντας τον πληθωρισμό σε υψηλό τριετίας τον φετινό Μάιο.

Παρά τα στοιχεία αυτά, η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει ότι η πολιτική της βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών.

Σε μια έντονη αντιπαράθεση στη Γερουσία, ο Τζέιμισον Γκρηρ ρωτήθηκε από τη γερουσιαστή των Δημοκρατικών Ελίζαμπεθ Ουόρεν, αν οι δασμοί αύξησαν τις τιμές για τις αμερικανικές οικογένειες, με τον ίδιο να απαντά κοφτά «Όχι».

«Ο δομικός πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,6% σε ετήσια βάση, πολύ καλύτερα από ό,τι τον Ιανουάριο του 2025», προσέθεσε ο Γκρηρ – ο δομικός πληθωρισμός εξαιρεί τα τρόφιμα και την ενέργεια, αν και ο συνολικός πληθωρισμός παραμένει ελαφρώς υψηλότερος σε σχέση με την περίοδο που αποχώρησε από την προεδρία ο Τζο Μπάιντεν.

Με πληροφορίες από: Guardian, New York Times