Η έκδοση της υπ’ αριθ. 1798/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτέλεσε για το in.gr και τον όμιλο στον οποίο ανήκει αφορμή για μια ακόμη επίθεση κατά του Γρηγόρη Δημητριάδη.
Η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε κινήθηκε σε γνώριμα μονοπάτια, κάνοντας λόγο για ακόμη μία «δικαστική ήττα», ακόμη μία «απόρριψη αγωγής» και ακόμη μία δήθεν επιβεβαίωση ότι τα δημοσιεύματα σε βάρος του ήταν απολύτως δικαιολογημένα, ακριβή και εντός των ορίων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα απέχει από αυτή την παρουσίαση, όσο κι αν αυτό δεν εξυπηρετεί όσους ασκούν διαχρονικά έντονη κριτική στον πρώην Γραμματέα του Πρωθυπουργού.
Υπάρχουν, άλλωστε, δύο βασικά δεδομένα, τα οποία είναι αυτονόητα ακόμη και για έναν πρωτοετή φοιτητή της Νομικής. Το πρώτο είναι ότι η απόφαση 1798/2026 δεν είναι τελεσίδικη, αλλά πρωτόδικη. Συνεπώς, δεν έχει ακόμη εξεταστεί από το αρμόδιο Εφετείο και δεν συνιστά την οριστική δικαστική κρίση επί της υπόθεσης.
Το δεύτερο αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται αντίστοιχες αποφάσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που πρωτόδικες δικαστικές κρίσεις εμφανίζονται από ορισμένα μέσα ενημέρωσης ως αμετάκλητη επιβεβαίωση των δημοσιευμάτων τους. Η αποσιώπηση του χαρακτηρισμού «πρωτόδικη» δεν αποτελεί μια ασήμαντη λεπτομέρεια· αντιθέτως, είναι στοιχείο καθοριστικής σημασίας. Στοιχειώδες, Γουότσον.
Στην προκειμένη περίπτωση, το επίμαχο δημοσίευμα δεν περιορίστηκε να επισημάνει ότι ο Γρηγόρης Δημητριάδης είχε πολιτική ή θεσμική σύνδεση με την υπόθεση των παρακολουθήσεων. Προχώρησε ακόμη περισσότερο, αναφέροντας ότι ήταν ένας από τους «βασικούς πρωταγωνιστές» και ότι «φέρεται να παρακολουθούσε δεκάδες συνομιλίες πολιτών», ανάμεσά τους πολιτικούς αρχηγούς και ανώτατους στρατιωτικούς.
Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα σοβαρό πραγματικό ισχυρισμό και όχι για μια απλή πολιτική αξιολόγηση, ένα δημοσιογραφικό σχόλιο ή μια υπερβολική διατύπωση.
Το κατά πόσο η συγκεκριμένη διατύπωση δεν ήταν αντικειμενικά προσβλητική ή καλυπτόταν από το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, όπως έκρινε πρωτοδίκως το δικαστήριο, θα αποφασιστεί οριστικά από το αρμόδιο Εφετείο. Επομένως, η παρουσίαση της πρωτόδικης κρίσης ως «τελικής» και «μοναδικής» αλήθειας δεν συνιστά αντικειμενική ενημέρωση, αλλά μια προσπάθεια αυτοδικαίωσης εκ μέρους του ίδιου του μέσου που συμμετείχε στη δίκη.
Υπάρχει, ωστόσο, και μία ακόμη πτυχή της υπόθεσης, την οποία ο όμιλος ALTER EGO MEDIA δύσκολα θα επιλέξει να υπενθυμίσει στο αναγνωστικό του κοινό.
Η ομόφωνη καταδίκη του MEGA από το ΕΣΡ
Με την υπ’ αριθ. 5/2025 απόφασή του, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επέβαλε στην ALTER EGO MEDIA, ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού MEGA, διοικητικό πρόστιμο ύψους 90.000 ευρώ, κρίνοντας ότι υπήρξε κατ’ εξακολούθηση παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού της προσωπικότητας του Γρηγόρη Δημητριάδη.
Η συγκεκριμένη απόφαση δεν αφορούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό, μια άστοχη έκφραση ή ένα στιγμιαίο δημοσιογραφικό σφάλμα.
Αντίθετα, το ΕΣΡ διαπίστωσε παραβάσεις σε συνολικά επτά διαφορετικές τηλεοπτικές μεταδόσεις του MEGA. Σε τέσσερις περιπτώσεις η κρίση του ήταν ομόφωνη, ενώ στις υπόλοιπες τρεις ελήφθη κατά πλειοψηφία.
Ειδικότερα, ομόφωνα κρίθηκε ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του Δημητριάδη στα κεντρικά δελτία ειδήσεων της 17ης Οκτωβρίου 2023, της 5ης Μαρτίου 2024 και της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, καθώς και στην εκπομπή «Κοινωνία Ωρα MEGA» που μεταδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2024. Παράλληλα, κατά πλειοψηφία, το Συμβούλιο διαπίστωσε την ίδια παράβαση στα μεσημβρινά δελτία της 3ης και 4ης Νοεμβρίου 2023, αλλά και στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της 3ης Νοεμβρίου 2023.
Η εικόνα αυτή, όσο κι αν επιχειρείται να υποβαθμιστεί μέσα από πανηγυρικούς τίτλους και δημοσιεύματα, παραμένει αμετάβλητη.
1. Ο χαρακτηρισμός «αρχικοριός»
Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της 17ης Οκτωβρίου 2023, το MEGA χαρακτήρισε τον Γρηγόρη Δημητριάδη «αρχικοριό», συνδέοντάς τον ευθέως με τις παρακολουθήσεις μέσω του Predator.
Η συγκεκριμένη αναφορά δεν αποδόθηκε σε δηλώσεις τρίτων, ούτε παρουσιάστηκε ως πολιτική καταγγελία ή ως ζήτημα που βρισκόταν υπό διερεύνηση. Αντιθέτως, μεταδόθηκε από το ίδιο το δελτίο ειδήσεων ως χαρακτηρισμός του προσώπου.
Το ΕΣΡ έκρινε ομόφωνα ότι η διατύπωση αυτή υπερέβαινε τα όρια της θεμιτής πολιτικής κριτικής και συνιστούσε αδικαιολόγητη προσβολή της προσωπικότητας του Δημητριάδη.
Η σημασία του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού είναι ιδιαίτερα βαρύνουσα, καθώς δεν αποδίδει απλώς πολιτική ευθύνη ή σύνδεση με μια υπόθεση δημοσίου ενδιαφέροντος, αλλά εμφανίζει το πρόσωπο ως βασικό και ενεργό παράγοντα παράνομων παρακολουθήσεων, παρουσιάζοντάς το ουσιαστικά ως ήδη «καταδικασμένο», χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική κρίση.
2. Η σύνδεση με τις αμερικανικές κυρώσεις
Κατά τη διάρκεια της εκπομπής «Κοινωνία Ωρα MEGA» στις 7 Φεβρουαρίου 2024, έγινε αναφορά στη νέα πολιτική του State Department σχετικά με περιορισμούς στη χορήγηση θεωρήσεων εισόδου σε πρόσωπα που εμπλέκονται στη διακίνηση κατασκοπευτικού λογισμικού.
Στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρθηκε ότι ήταν «πάρα πολύ πιθανό» να μη μπορεί να λάβει αμερικανική βίζα ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ενώ παράλληλα παρουσιάστηκε ως πρόσωπο που φερόταν να συνδέεται με την εταιρεία που διακίνησε το παράνομο λογισμικό παρακολούθησης.
Ωστόσο, η ανακοίνωση των Αμερικανικών αρχών δεν περιλάμβανε καμία αναφορά στο όνομα του Γρηγόρη Δημητριάδη. Παρ' όλα αυτά, το MEGA συνέδεσε την αμερικανική απόφαση με το πρόσωπό του, μετατρέποντάς την σε προσωπική είδηση εις βάρος του.
Με άλλα λόγια, δεν περιορίστηκε στην παρουσίαση του σχετικού μέτρου, αλλά πρόσθεσε το όνομα του Δημητριάδη, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι αμερικανικές αρχές τον θεωρούσαν εμπλεκόμενο στη διακίνηση παράνομου λογισμικού.
Και για τη συγκεκριμένη μετάδοση, το ΕΣΡ αποφάνθηκε ομόφωνα ότι υπήρξε αδικαιολόγητη προσβολή της προσωπικότητάς του.
3. «Ολο αυτό οδηγεί στον πρώην γενικό γραμματέα»
Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της 5ης Μαρτίου 2024, το MEGA παρουσίασε ρεπορτάζ σχετικά με κυρώσεις που επέβαλε το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών σε εταιρείες οι οποίες συνδέονταν με παράνομα λογισμικά παρακολούθησης.
Κατά την παρουσίαση των εταιρειών και των φερόμενων διασυνδέσεών τους, ο δημοσιογράφος κατέληξε λέγοντας: «Φυσικά, όλο αυτό οδηγεί στον πρώην γενικό γραμματέα του Μεγάρου Μαξίμου».
Η χρήση της λέξης «φυσικά» αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η σύνδεση παρουσιάστηκε ως αυτονόητη.
Δεν έγινε καμία επιφύλαξη, ούτε παρουσιάστηκε επίσημο στοιχείο που να κατονομάζει τον Δημητριάδη. Παράλληλα, δεν εξηγήθηκε ποιο αποδεικτικό υλικό οδηγούσε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα.
Αντί να ενημερωθεί το κοινό ότι επρόκειτο για υπόθεση υπό διερεύνηση, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η σύνδεση του Δημητριάδη με δίκτυο εμπορίας παράνομου λογισμικού αποτελούσε δεδομένο γεγονός.
Και σε αυτή την περίπτωση, το ΕΣΡ έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητάς του.
4. Η παλαιότερη συνέντευξη που παρουσιάστηκε ως νέα «αποκάλυψη»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της 12ης Σεπτεμβρίου 2024.
Το MEGA μετέδωσε ρεπορτάζ με τους τίτλους «Αποκαλύψεις για τις υποκλοπές» και «Παρακολουθούσαν δέκα στόχους με το Predator – Ο Δημητριάδης αποφάσισε πώς θα χρησιμοποιηθεί», συνοδεύοντας το θέμα με φωτογραφία του Δημητριάδη.
Σύμφωνα με την κρίση του ΕΣΡ, στο ρεπορτάζ παρουσιάστηκε ως πρόσφατη μια συνέντευξη που είχε δοθεί αρκετό χρονικό διάστημα νωρίτερα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι επρόκειτο για νέα εξέλιξη.
Τρεις ημέρες αργότερα το MEGA επιχείρησε να διορθώσει τη μετάδοση. Ωστόσο, το ΕΣΡ έκρινε ότι η αποκατάσταση δεν έγινε άμεσα, ούτε ήταν επαρκής και πλήρης, όπως απαιτεί η νομοθεσία. Επιπλέον, δεν διευκρινίστηκε σε ποιο δελτίο είχε σημειωθεί το λάθος ούτε πότε είχε παραχωρηθεί η αρχική συνέντευξη.
Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο έκρινε ότι η μεταγενέστερη και αόριστη «διόρθωση» δεν μπορούσε να αναιρέσει την αρχική παράβαση.
Το ουσιώδες, σύμφωνα με την απόφαση, δεν ήταν μόνο το εσφαλμένο χρονικό πλαίσιο, αλλά το γεγονός ότι ένα παλαιότερο υλικό παρουσιάστηκε ως νέα εξέλιξη, επαναφέροντας τον ισχυρισμό ότι ο Δημητριάδης είχε αποφασιστικό ρόλο στον τρόπο χρήσης του Predator.
5. Το «πολιτικό πρόσωπο» και τα έντεκα μολυσμένα μηνύματα
Στα δελτία ειδήσεων της 3ης και 4ης Νοεμβρίου 2023 μεταδόθηκαν επανειλημμένα πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες πολιτικό πρόσωπο ή υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος είχε αποστείλει από το κινητό του τηλέφωνο μολυσμένα μηνύματα Predator σε έντεκα στόχους.
Το μεσημβρινό δελτίο της 3ης Νοεμβρίου βασίστηκε σε πρωτοσέλιδο άλλης εφημερίδας, ο τίτλος του οποίου παρέμενε εμφανής στην οθόνη και παρέπεμπε ευθέως στην ταυτότητα του προσώπου που φερόταν να είχε αποστείλει τα κακόβουλα μηνύματα.
Το ίδιο θέμα προβλήθηκε εκ νέου τόσο στο κεντρικό δελτίο της ίδιας ημέρας όσο και στο μεσημβρινό δελτίο της 4ης Νοεμβρίου.
Κατά συνέπεια, δεν επρόκειτο για μια αποσπασματική ή μεμονωμένη αναφορά. Η συγκεκριμένη «πληροφορία» αναπαράχθηκε επανειλημμένα, ενισχύοντας τη σύνδεση του Δημητριάδη με την αποστολή των κακόβουλων μηνυμάτων.
Για όλες αυτές τις μεταδόσεις, το ΕΣΡ αποφάνθηκε κατά πλειοψηφία ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητάς του.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, το MEGA δεν απάντησε στις εξώδικες διαμαρτυρίες που αφορούσαν τα δελτία της 3ης και της 4ης Νοεμβρίου 2023.
Δεν είναι «φίμωση» η προσφυγή στη Δικαιοσύνη
Κάθε φορά που ο Δημητριάδης επιλέγει τη δικαστική οδό, ορισμένα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τις αγωγές του περίπου ως επίθεση κατά της ελευθερίας του Τύπου.
Η πρακτική αυτή ακολουθεί μια συγκεκριμένη λογική: δημοσιεύεται ένας ιδιαίτερα σοβαρός ισχυρισμός, ο θιγόμενος προσφεύγει στη Δικαιοσύνη και στη συνέχεια η ίδια η προσφυγή εμφανίζεται ως ένδειξη αυταρχισμού ή ως προσπάθεια εκφοβισμού των δημοσιογράφων.
Ωστόσο, η αναζήτηση δικαστικής προστασίας δεν μπορεί να ταυτίζεται με φίμωση.
Η κατάθεση αγωγής δεν συνιστά καταδίκη κανενός δημοσιογράφου. Αποτελεί αίτημα προς το αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει αν τηρήθηκαν τα όρια που θέτουν το Σύνταγμα, η ΕΣΔΑ και η σχετική νομοθεσία για την προστασία της προσωπικότητας.
Άλλωστε, και το ίδιο το ΕΣΡ επισημαίνει ότι η ελευθερία της έκφρασης συνοδεύεται από υποχρεώσεις και ευθύνες, ενώ το δημόσιο ενδιαφέρον για ενημέρωση δεν δικαιολογεί αυτομάτως κάθε επέμβαση στην προσωπικότητα ενός ανθρώπου.
Το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον δεν αποτελεί ανεξάντλητη άδεια για προσωπικές επιθέσεις.
Δεν μπορεί να δικαιολογήσει ανακριβείς, ανεξακρίβωτους ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς, ούτε να μετατρέπει φήμες σε γεγονότα. Δεν καλύπτει την αυθαίρετη προσθήκη ονομάτων σε ανακοινώσεις ξένων κυβερνήσεων, δεν νομιμοποιεί χαρακτηρισμούς όπως «αρχικοριός» και δεν επιτρέπει την παρουσίαση παλαιού υλικού ως νέας αποκάλυψης.
Στην απόφασή του, το ΕΣΡ επισημαίνει ακόμη ότι όταν δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις διασταύρωσης, ελέγχου, πληρότητας και αντικειμενικότητας, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος για τη μετάδοση αναληθών ειδήσεων. Υπογραμμίζει επίσης ότι η ανακρίβεια μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από ψευδή στοιχεία, αλλά και από την αποσιώπηση κρίσιμων δεδομένων ή από τη μονομερή παρουσίαση των γεγονότων.
Ποιος τελικά «δικαιώθηκε»;
Η απόφαση 1798/2026 μπορεί ασφαλώς να παρουσιαστεί.
Όμως, πρέπει να παρουσιαστεί στο σύνολό της.
Να επισημανθεί ότι πρόκειται για πρωτόδικη απόφαση.
Να διευκρινιστεί ότι θα εξεταστεί από το Εφετείο.
Να αναφερθεί ότι δεν υπάρχει ακόμη τελεσίδικη δικαστική κρίση.
Και, κυρίως, να επισημανθεί ότι η ίδια εταιρεία που εμφανίζεται ως υπερασπιστής της «έγκυρης ενημέρωσης» έχει ήδη τιμωρηθεί από το ΕΣΡ με πρόστιμο 90.000 ευρώ για επτά περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας του ίδιου προσώπου.
Το MEGA και το in.gr ανήκουν στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορούν να επιλέγουν ποιες θεσμικές αποφάσεις θα προβάλλονται και ποιες θα αποσιωπώνται από τη δημόσια συζήτηση.
Δεν μπορεί μια πρωτόδικη δικαστική απόφαση να παρουσιάζεται ως οριστικός θρίαμβος, την ώρα που μια απόφαση ανεξάρτητης συνταγματικής Αρχής, η οποία διαπίστωσε επανειλημμένες παραβάσεις και επέβαλε πρόστιμο 90.000 ευρώ, αντιμετωπίζεται σαν να μην εκδόθηκε ποτέ.
Η δημοσιογραφία έχει αποστολή να ασκεί έλεγχο στην εξουσία.
Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τη δύναμη που διαθέτουν τα μέσα ενημέρωσης.
Όταν η ενημέρωση συγχέεται με τη δημόσια καταδίκη ενός προσώπου, η κριτική μετατρέπεται σε διασυρμό και το δημόσιο ενδιαφέρον χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη μετάδοση ανεξακρίβωτων ισχυρισμών, τότε η επίκληση της ελευθερίας του Τύπου από μόνη της δεν αρκεί.
Οι δικαστικές και θεσμικές αποφάσεις δεν μπορούν να διαβάζονται επιλεκτικά.
Ούτε η «μοναδική» αλήθεια μπορεί να καθορίζεται αποκλειστικά από εκείνον που διαθέτει το ισχυρότερο μέσο ενημέρωσης.