19 Αυγούστου 2026

📺52 χρόνια από τη δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη στην Κύπρο: Οι ύποπτοι, το χαμένο αρχείο και το όπλο-μυστήριο


Η δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη και της Κύπριας υπαλλήλου Αντουανέτας Βαρνάβα, στις 19 Αυγούστου 1974, παραμένουν μέχρι σήμερα 52 χρόνια μετά, δύο ανεξιχνίαστα εγκλήματα. Οι δράστες δεν καταδικάστηκαν ποτέ για τους δύο φόνους, αν και μαρτυρίες, κινηματογραφικό υλικό, αστυνομικά έγγραφα και βαλλιστικά ευρήματα οδηγούν σε συγκεκριμένους ανθρώπους και μηχανισμούς.

Ο πρέσβης των ΗΠΑ στη Λευκωσία Ρότζερ Ντέιβις δολοφονήθηκε τρεις ημέρες μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στη Κύπρο και την κατάληψη της Αμμοχώστου. Μαζί του σκοτώθηκε η Αντουανέτα Βαρνάβα, 30 ετών, Κύπρια Μαρωνίτισσα υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας, η οποία εργαζόταν εκεί για περίπου μία δεκαετία.

Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, το έγκλημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ανεξιχνίαστο, όχι επειδή δεν υπήρξαν ύποπτοι, δεν ακούστηκαν ονόματα ή δεν συγκεντρώθηκαν στοιχεία, αλλά γιατί κανένας δεν καταδικάστηκε και επειδή δεν αποδείχθηκε δικαστικά ποιος έδωσε την εντολή, ποιος πυροβόλησε και ποιο ήταν το ακριβές κίνητρο.

Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά που φαίνεται να γνώριζαν αστυνομικοί, στρατιωτικοί και αμερικανικές υπηρεσίες και σε όσα τελικά έφτασαν ενώπιον δικαστηρίου είναι το σημείο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι θεωρίες συνωμοσίας και οι θεωρίες για συγκάλυψη. Πρόσφατα ο Κύπριος δημοσιογράφος Αντρέας Χατζηκυριάκος παρουσίασε στο βιβλίο του «Η Αόρατη Συνωμοσία», νέα στοιχεία και επανεξετάζει την υπόθεση μέσα από αστυνομικές καταθέσεις, δικαστικά πρακτικά, αμερικανικά και ελληνικά έγγραφα, βαλλιστικές εκθέσεις και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα.


Λίγα 24ωρα από την καταστροφή

Η Κύπρος της 19ης Αυγούστου 1974 δεν λειτουργούσε ως κανονικό κράτος. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου είχε ανατρέψει τον Μακάριο, η Τουρκία είχε εισβάλει στις 20 Ιουλίου και η δεύτερη επίθεση (Αττίλας 2), από τις 14 μέχρι τις 16 Αυγούστου, είχε διευρύνει την κατοχή περίπου στο 36% του νησιού. Έδαφος που παραμένει κατεχόμενο μέχρι σήμερα. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εκείνες τις μέρες, ως πρόσφυγες, εγκατέλειπαν τα χωριά και τις πόλεις τις οποίες είχε καταλάβει ο τουρκικός στρατός, άλλοι αναζητούσαν συγγενείς, ζωντανούς, νεκρούς και αγνοούμενους και ολόκληρες κοινότητες είχαν χαθεί μέσα σε λίγες ημέρες.

Ο εγκάθετος των πραξικοπηματιών, Νίκος Σαμψών, είχε αποχωρήσει και την προεδρία ασκούσε ο Γλαύκος Κληρίδης ως Πρόεδρος της Βουλής αφού ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, μετά το πραξικόπημα διέφυγε στη Βρετανία. Η χούντα του Δημήτρη Ιωαννίδη είχε πέσει στην Αθήνα, χωρίς όμως να έχουν εξαφανιστεί τα δίκτυά της στην Κυπριακή Εθνική Φρουρά, στην Αστυνομία, στην ελληνική ΚΥΠ και στην ΕΟΚΑ Β. Όπλα βρίσκονταν παντού, η πειθαρχία είχε καταρρεύσει και οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αστυνομικού, στρατιωτικού, παραστρατιωτικού και ένοπλου πολίτη ήταν συχνά δυσδιάκριτες. Όλοι κυκλοφορούσαν με ένα όπλο στο χέρι.

Η οργή εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και προσωπικά του Χένρι Κίσινγκερ είχε πραγματική πολιτική βάση. Η Ουάσιγκτον γνώριζε την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Μακάριο και τη χούντα της Αθήνας, είχε λάβει προειδοποιήσεις για πιθανή κίνηση του Ιωαννίδη, αλλά περιορίστηκε σε χαμηλού επιπέδου και αναποτελεσματικές παρεμβάσεις.

Η πολιτική «νεκροτομή» που ακολούθησε από τις ΗΠΑ, αναγνώριζε ότι υπήρχαν αρκετά προειδοποιητικά σημάδια και ότι η διπλωματική αντίδραση της Ουάσιγκτον υπήρξε «αδύναμη και αναποφασιστική». Κατέγραφε μάλιστα ότι η στάση αυτή μπορούσε να ερμηνευθεί από την Αθήνα ως ανοχή στα σχέδια του Ιωαννίδη. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τα επίσημα έγγραφα της σειράς Foreign Relations of the United States που έχουν αποδεσμευθεί.

Η στάση των ΗΠΑ κατά τις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον, ενδιαφερόμενη πρωτίστως για τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τις σχέσεις της με την Τουρκία, δεν χρησιμοποίησε την επιρροή της για να αποτρέψει εγκαίρως την τουρκική προέλαση. Το αντιαμερικανικό αίσθημα στη Κύπρο και την Ελλάδα, δεν δημιουργήθηκε από το μηδέν, καθώς υπήρχαν σημαντικοί λόγοι που εξέθρεψαν τα αισθήματα μίσους για τον ρόλο των ΗΠΑ στο Κυπριακό. Άλλο, όμως, η πολιτική ευθύνη της Ουάσιγκτον για τη στάση της και άλλο ο ισχυρισμός ότι οι ΗΠΑ σχεδίασαν κάθε στάδιο του πραξικοπήματος και της εισβολής. Τα διαθέσιμα αρχεία δεν τεκμηριώνουν μια τόσο απόλυτη εκδοχή.

Τα επεισόδια στην πρεσβεία των ΗΠΑ:



Η διαδήλωση που έγινε ένοπλη επίθεση

Το πρωί της 19ης Αυγούστου υπήρχαν πληροφορίες για διαδήλωση στη Λευκωσία. Η πρεσβεία των ΗΠΑ ζήτησε επανειλημμένως αστυνομική προστασία και τελικά έφτασαν περίπου 30 με 40 αστυνομικοί, αριθμός ανεπαρκής για μια κινητοποίηση εκατοντάδων ανθρώπων, με άγριες διαθέσεις. Οι εκτιμήσεις της εποχής τοποθετούσαν το πλήθος μεταξύ 300 και 600 ατόμων, όχι σε χιλιάδες που αναφέρονται σε μεταγενέστερες αφηγήσεις.

Οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς την πρεσβεία, απέναντι από το τότε ξενοδοχείο Χίλτον στη Λευκωσία. Κρατούσαν συνθήματα εναντίον του Κίσινγκερ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ και ακολούθησε πετροβολισμός, κατέβασμα και κάψιμο της αμερικανικής σημαίας, πυρπόληση αυτοκινήτων και χρήση δακρυγόνων από τους Αμερικανούς πεζοναύτες που προστάτευαν το κτήριο της διπλωματικής αποστολής των ΗΠΑ.

Η λεπτομερής ανταπόκριση του περιοδικού Time, λίγες ημέρες αργότερα, κατέγραφε ότι δέκα αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν και ότι λίγο πριν από τη μία το μεσημέρι άρχισα πυροβολισμοί με αυτόματα όπλα και διατρητικές σφαίρες των 7,62 χιλιοστών. Σύμφωνα με εκείνη την εκδοχή, οι ένοπλοι πυροβολούσαν από γιαπί πολυκατοικίας και από δεύτερο σημείο κοντά σε ύψωμα, σημαδεύοντας την πλευρά όπου βρίσκονταν το γραφείο και η κατοικία του πρέσβη. Το δημοσίευμα του Time αποτελεί μία από τις πληρέστερες καταγραφές των γεγονότων εκείνης της ημέρας.

Οι 38 εργαζόμενοι στη πρεσβεία, που δεν ανήκαν στο προσωπικό ασφαλείας είχαν μετακινηθεί από τα παράθυρα προς έναν εσωτερικό διάδρομο. Εκεί βρισκόταν ο πρέσβης Ρότζερ Ντέιβις. Μια σφαίρα πέρασε από τα ξύλινα παντζούρια του γραφείου, το τζάμι και εσωτερικά χωρίσματα και τον έπληξε στο στήθος, στην περιοχή της καρδιάς.

Η Αντουανέτα Βαρνάβα έτρεξε προς το μέρος του και μια δεύτερη σφαίρα τη χτύπησε στο κεφάλι και έπεσε νεκρή δίπλα του. Θραύσμα άλλης σφαίρας τραυμάτισε ελαφρά στο πόδι τον οικονομικό ακόλουθο της πρεσβείας Τζέι Γκράχαμ.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζέιμς Άλαν Ουίλιαμς, αυτόπτης μάρτυρας μέσα στην πρεσβεία, εκτίμησε αργότερα ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο ένοπλοι. Θεωρούσε ότι οι βολές κατευθύνονταν προς τα σημεία όπου ήταν πιθανότερο να βρισκόταν ο πρέσβης, αν και χαρακτήρισε τη μοιραία σφαίρα «τυφλή», επειδή ο σκοπευτής δεν μπορούσε να βλέπει τον Ντέιβις στον εσωτερικό διάδρομο. Η μαρτυρία του έχει καταγραφεί και περιλαμβάνεται στο αρχείο της Association for Diplomatic Studies and Training.

Ο Προεδρεύων της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης έσπευσε στην πρεσβεία και μπήκε στο κτίριο φορώντας αντιασφυξιογόνο μάσκα, είδε τον Ρότζερ Ντέιβις νεκρό και φρόντισε για τη μεταφορά του. Στην τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε, ο Κίσινγκερ αναγνώρισε ότι τα γεγονότα είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο του Κληρίδη, αλλά απαίτησε να τερματιστεί η αντιαμερικανική κινητοποίηση. Η συνομιλία έχει αποχαρακτηριστεί και δημοσιεύεται στο αρχείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Η μεταφορά της σορού του Ντέιβις:



Ο πρώτος φάκελος εξαφανίστηκε

Η αρχική έρευνα του 1974 δεν οδήγησε σε κατηγορητήρια για τους φόνους. Εκδόθηκαν εντάλματα για τρία άτομα, έγιναν συλλήψεις και ανακρίσεις, αλλά η υπόθεση σύντομα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο.

Όταν άνοιξε ξανά η έρευνα το 1976, κατόπιν προσωπικής πίεσης του Κίσινγκερ προς τον Μακάριο, διαπιστώθηκε ότι ο αρχικός αστυνομικός φάκελος είχε εξαφανιστεί! Ο αστυνόμος Φάνης Δημητρίου, στον οποίο ανατέθηκε η νέα έρευνα, διέθετε δεύτερο φάκελο και διαβεβαίωνε ότι το αποδεικτικό υλικό υπήρχε και μπορούσε να ανασυσταθεί.

Οι Αμερικανοί δεν εμπιστεύονταν την πρώτη έρευνα και αποφάσισαν να συμμετέχουν άμεσα σε νέα έρευνα. Ο ερευνητής Τζον Φέρσον συνεργάστηκε με τον υπαστυνόμο του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Αντρέα Πετρίδη, ενώ ανακρίσεις πραγματοποιήθηκαν ακόμη και μέσα στην αμερικάνικη πρεσβεία.

Τα τηλεγραφήματα των ΗΠΑ καταγράφουν ένα ευρύ πλέγμα υπόπτων και μαρτύρων. Ανακρίθηκαν ή εξετάστηκαν οι κινήσεις του Νεοπτόλεμου Γεωργίου, γνωστού ως Λεφτή, του αστυνομικού Λοΐζου Σάββα, γνωστού και ως Λοΐζος Νικολάου, του πυροσβέστη Ανδρέας Κωνσταντίνου, του Ξενοφών Ξενοφώντος, του Νίκου Δημητριάδη, του Χρηστάκη Νικολάου Χαραλάμπους και του Χρήστου Λεωνίδα. Ερευνήθηκε επίσης η παρουσία του Βασίλη Πρόεστου, ο οποίος είχε συλληφθεί στις 21 Αυγούστου 1974, ανακρίθηκε και αφέθηκε ελεύθερος την επομένη ημέρα.

Η έρευνα επεκτάθηκε στον πρώην αρχηγό της κυπριακής Αστυνομίας Μιχαήλ Παντελίδη, στον ανώτερο αστυνομικό Αντρέα Ρήγα και στον Αντρέα Παρισινό, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως «υφυπουργός παρά των προέδρω» της χουντικής διακυβέρνησης 8 ημερών του Νίκου Σαμψών, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τον Γλαύκο Κληρίδη και εξελέγη βουλευτής Λευκωσίας . Τα ονόματα αυτά περιλαμβάνονται σε αποχαρακτηρισμένο αμερικανικό τηλεγράφημα του 1976. Προφανώς η αναφορά του ονόματος κάποιου σε ένα έγγραφο, δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής ή εμπλοκής στις δύο δολοφονίες.

Ο μάρτυρας και η ταινία του ABC

Κομβικός μάρτυρας της υπόθεσης ήταν ένας άνδρας με το επώνυμο Σωτηρίου. Σύμφωνα με την έρευνα, είχε δει ενόπλους να πυροβολούν από το γιαπί της πολυκατοικία «Αλπάν», απέναντι από την αμερικάνικη πρεσβεία. Κατονόμασε τον Ιωάννη, ή Γιαννάκη Κτηματία, ως έναν από τους ένοπλους και συνέδεσε με το σημείο τον Νεοπτόλεμο Γεωργίου - Λεφτή και άλλα άτομα.
Οι Αμερικανοί εντόπισαν αμοντάριστο κινηματογραφικό υλικό του τηλεοπτικού δικτύου ABC και στην ταινία φαίνονταν ένοπλοι στην οικοδομή. Σύμφωνα με την ανακριτική εκδοχή, ο υπαστυνόμος Αντρέας Ιερείδης φαίνεται να προσπαθεί να εμποδίσει τον Ιωάννη Κτηματία από το να συνεχίσει να πυροβολεί.

Το ABC παραχώρησε το υλικό υπό τον όρο ότι δεν θα αποκαλυπτόταν η πηγή του, δεν θα χρησιμοποιούνταν ως δικαστικό τεκμήριο και δεν θα ανακρίνονταν τα μέλη του συνεργείου. Οι όροι αυτοί περιόρισαν δραστικά τη χρησιμότητά της ταινίας στη δίκη και ουσιαστικά αχρήστευσαν την όποια μαρτυρία.

Σε ρεπορτάζ του 1977, η Washington Post ανέφερε ότι στελέχη της αρμόδιας επιτροπής πληροφοριών της αμερικανικής Βουλής είχαν καταλήξει πως το φιλμ έδειχνε τρεις ή τέσσερις ενόπλους να πυροβολούν προς την πρεσβεία. Το ίδιο δημοσίευμα υποστήριζε, επικαλούμενο πηγές της επιτροπής, ότι στελέχη της CIA στη Λευκωσία γνώριζαν μέσα σε λίγες ώρες την ταυτότητα αυτών που πυροβόλησαν. Ωστόσο πρόκειται για δημοσιογραφική πληροφορία και όχι για δικαστικά αποδεδειγμένο γεγονός. Η Washington Post κατέγραφε επίσης καταγγελίες για εξαφάνιση στοιχείων και εκφοβισμό μαρτύρων.

Οι έξι κατηγορούμενοι και η δίκη

Το 1977 οδηγήθηκαν ενώπιον δικαστηρίου έξι άτομα. Ο Ιωάννης Κτηματίας, ο Νεοπτόλεμος Γεωργίου - Λεφτής και ο Λοΐζος Σάββα αντιμετώπισαν αρχικά κατηγορίες ανθρωποκτονίας, παράνομης οπλοφορίας και συμμετοχής σε οχλαγωγία. Ο Κτηματίας και ο Σάββα ήταν αστυνομικοί την εποχή των γεγονότων. Οι υπόλοιποι κατηγορήθηκαν για δευτερευούσης σοβαρότητας αδικήματα που σχετίζονταν με όπλα, εκρηκτικά, καταστροφές και τα επεισόδια.

Οι κατηγορίες για ανθρωποκτονία κατέρρευσαν λόγω ανεπάρκειας παραδεκτής μαρτυρίας. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Δημήτριος Δημητριάδης έκρινε ότι τα στοιχεία δεν συνέδεαν με την απαιτούμενη ασφάλεια τους κατηγορουμένους με τις δύο θανατηφόρες βολές. Η κύρια μαρτυρία παρουσίαζε αποκλίσεις, ενώ η ταινία του ABC δεν μπορούσε να κατατεθεί, λόγω δεσμεύσεων προς το αμερικάνικο τηλεοπτικό δίκτυο.

Ο Κτηματίας καταδικάστηκε τελικά σε επτά χρόνια φυλάκισης και ο Λεφτής σε πέντε για αδικήματα οπλοφορίας και οχλαγωγίας. Ο Σάββα είχε παραδεχθεί συμμετοχή σε οχλαγωγία και καταδικάστηκε σε μόλις οκτώ μήνες φυλακή. Οι ποινές μειώθηκαν και οι δύο βασικοί καταδικασθέντες αποφυλακίστηκαν περίπου 18 μήνες αργότερα. Κανένας δεν καταδικάστηκε για τη δολοφονία του Ντέιβις ή της Βαρνάβα. Τα δικαστικά δεδομένα και η πορεία των κατηγοριών καταγράφονται τόσο στα αμερικανικά τηλεγραφήματα όσο και στα τότε ρεπορτάζ της Washington Post.



Το αυτόματο FN που δεν είδε κανένας

Η έρευνα του δημοσιογράφου Αντρέα Χατζηκυριάκου προσθέτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο. Από το εσωτερικό της πρεσβείας είχαν παραδοθεί στην Αστυνομία τέσσερα βλήματα και δύο θραύσματα. Έξω από την οικοδομή «Αλπάν» βρέθηκαν 67 κάλυκες και ακόμη ένας πάνω σε σκαλωσιά του δεύτερου ορόφου.

Οι κάλυκες προέρχονταν από διάφορα όπλα, μεταξύ των οποίων Enfield, τσεχικά Μ58, Καλασνίκοφ, Μ52 και Μ57 και πιθανώς πολυβόλο Browning. Είκοσι πέντε κάλυκες όμως, ήταν διαμετρήματος 7,62 mm και είχαν ριχτεί από το ίδιο βέλγικο αυτόματο FN. Από τις έξι σφαίρες και τα θραύσματα που εντοπίστηκαν μέσα στην πρεσβεία, τα πέντε συνδέονταν με το FN και μόνο ένα με Καλασνίκοφ.

Το οπλοπολυβόλο FN FAL δεν αποτελούσε συνηθισμένο όπλο της παρακρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ ή των διάφορων ένοπλων πολιτικών ομάδων γης εποχής. Τέτοια όπλα, σύμφωνα με την έρευνα του Αντρέα Χατζηκυριάκου, είχε η ΕΛΔΥΚ (Ελληνική Δύναμη Κύπρου) και μικρός αριθμός είχε διανεμηθεί σε αξιωματικούς των Καταδρομών μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης της εισβολής.

Η ίδια έρευνα παρουσιάζει μαρτυρία για ομάδα ενόπλων με στρατιωτικές στολές, η οποία φέρεται να εξήλθε από το γειτονικό στρατόπεδο «Α. Παναγίδης» και να αναπτύχθηκε γύρω και μέσα στην οικοδομή «Αλπάν». Ως επικεφαλής κατονομάζεται ο ταγματάρχης των ΛΟΚ Γεώργιος Παπαδόπουλος, από την Ελλάδα, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του φωτορεπόρτερ Τάκη Ιωαννίδη, έδωσε τη διαταγή: «Βαράτε τους».

Ο Αντρέας Χατζηκυριάκος συνδέει τα γεγονότα με τον μηχανισμό του δικτάτορα Ιωαννίδη, ο οποίος επιχειρούσε να επιβιώσει μετά την πτώση της χούντας, και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας με την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι. Το πρωί της δολοφονίας, η νέα κυβέρνηση στην Αθήνα είχε απομακρύνει τον χουντικό αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριο Μπονάνο, τον αρχηγό Στρατού Ανδρέα Γαλατσάνο και άλλους ανώτατους αξιωματικούς που είχαν τοποθετηθεί σε καίριες θέσεις από τον Ιωαννίδη.

Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν μια σοβαρή και ερευνητικά τεκμηριωμένη εκδοχή, δεν αποτελούν όμως δικαστική διαπίστωση αφού η ταυτότητα του ανθρώπου που έριξε τις δύο θανατηφόρες σφαίρες δεν έχει αποδειχθεί.

Συγκάλυψη, ανικανότητα ή πολιτική αυτοπροστασία;

Οι θεωρίες συγκάλυψης δεν γεννήθηκαν μόνο από την καχυποψία της εποχής, αλλά τροφοδοτήθηκαν από συγκεκριμένα γεγονότα. Ο αρχικός φάκελος εξαφανίστηκε και οι ύποπτοι δεν συνελήφθησαν εγκαίρως. Αμερικανικό τηλεγράφημα αναφέρει ότι ο Ξενοφών Ξενοφώντος, ένας από τους πρώτους υπόπτους, προστατεύθηκε από τον τότε αρχηγό της κυπριακής Αστυνομίας μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψής του. Οι άνθρωποι που παραδέχθηκαν ότι πυροβόλησαν προς την πρεσβεία δεν οδηγήθηκαν όλοι σε δίκη. Η μαρτυρία για παρουσία και διαταγή αξιωματικού από την Ελλάδα, δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο δικαστήριο και το οπτικό υλικό που μπορούσε να ξεκαθαρίσει κρίσιμες λεπτομέρειες έμεινε στο σκοτάδι.

Η εκδοχή ότι η ίδια η CIA δολοφόνησε τον Ρότζερ Ντέιβις για να μη μιλήσει για το πραξικόπημα είναι μια θεωρία συνωμοσίας και δεν στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία. Συγκρούεται επίσης με τα αμερικανικά τηλεγραφήματα, τα οποία δείχνουν επίμονη πίεση προς τον Μακάριο, άμεση συμμετοχή Αμερικανού ερευνητή και έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της κυπριακής έρευνας.

Πιο βάσιμη εμφανίζεται η υποψία εσωτερικής συγκάλυψης ή πολιτικής αυτοπροστασίας στη Κύπρο. Το κυπριακό κράτος του 1974 προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του, ενώ σημαντικά τμήματα της Αστυνομίας, της Εθνικής Φρουράς και των υπηρεσιών ασφαλείας παρέμεναν επηρεασμένα από ανθρώπους του πραξικοπήματος και της ΕΟΚΑ Β. Μια πλήρης έρευνα θα μπορούσε να αποκαλύψει ευθύνες πολύ ψηλότερα από τους ενόπλους της οικοδομής και να προκαλέσει νέα κρίση στις σχέσεις Λευκωσίας και Αθήνας.

Το βέβαιο είναι ότι ο Ρότζερ Ντέιβις και η Αντουανέτα Βαρνάβα δεν σκοτώθηκαν από κάποια αφηρημένη «οργή του πλήθους». Σκοτώθηκαν από πραγματικά όπλα, τα οποία κρατούσαν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Υπήρχαν μάρτυρες, κάλυκες, βλήματα, κινηματογραφικό υλικό, αστυνομικοί και στρατιωτικοί παρόντες στη σκηνή.

Αυτό που δεν υπήρξε ήταν η πολιτική βούληση, να μετατραπούν όλα αυτά σε αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον δικαστηρίου. Για αυτό, μισό αιώνα αργότερα, έχουμε αρκετά στοιχεία για να περιγράψουμε την επίθεση, πολλές ενδείξεις για να κατανοήσουμε το κίνητρο και ακόμη καμία πειστική απάντηση για τους δύο φόνους.

Μανώλης Καλατζής
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ