08 Αυγούστου 2026

📺Στα ίχνη της «Αράχνης» του Άσαντ: Πώς το BBC εντόπισε τον αρχικατάσκοπο της Συρίας στη Ρωσία


Σε ένα εγκαταλελειμμένο πολυτελές διαμέρισμα στη Δαμασκό, ένοπλοι άνδρες έψαχναν στοιχεία ανάμεσα σε ρούχα γνωστών σχεδιαστών και έγγραφα. Στο πάτωμα του σαλονιού, κάτω από έναν κρυστάλλινο πολυέλαιο, υπήρχαν διάσπαρτες φωτογραφίες ενός άνδρα. Σε πολλές από αυτές φαινόταν να χαμογελά, σφίγγοντας το χέρι του ανατραπέντος δικτάτορα της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ.

Ο άνδρας αυτός δεν ήταν ευρέως γνωστός στο κοινό, αλλά τα χρυσά μετάλλια και τα επιχρυσωμένα πιστοποιητικά που ήταν στοιβαγμένα δίπλα του είχαν χαραγμένο το όνομα: Χουσάμ Λούκα.

Γνωστός ως «Αράχνη», ο Λούκα ήταν ένας από τους κορυφαίους συνεργάτες του Άσαντ, κατηγορούμενος για την οργάνωση φρικαλεοτήτων και βασανιστηρίων, ενώ υπόκειται σε κυρώσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Ως επικεφαλής της πιο ισχυρής υπηρεσίας πολιτικών πληροφοριών της Συρίας, ο Λούκα συγκαταλεγόταν μεταξύ των πιο ισχυρών ανδρών της χώρας. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της δουλειάς του γινόταν στο σκοτάδι, αναφέρει σε ρεπορτάζ του το BBC. 

Όπως και άλλα στελέχη του καθεστώτος, ο Λούκα εξαφανίστηκε εν μία νυκτί τον Δεκέμβριο του 2024, όταν ανατράπηκε ο Άσαντ, αφήνοντας πίσω του μια σειρά από αναπάντητα ερωτήματα και απαιτήσεις για δικαιοσύνη, τις οποίες πολλοί φοβούνται ότι δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ.

Λίγες μέρες μετά την πτώση του καθεστώτος, αντάρτες μπήκαν στο διαμέρισμά του αναζητώντας στοιχεία που θα αποκάλυπταν πού μπορεί να βρίσκεται.


Στη γωνία του σαλονιού, πάνω σε ένα τραπεζάκι, βρισκόταν ένα σημειωματάριο. Μέσα σε αυτό, γραμμένα πρόχειρα με μπλε μελάνι, βρίσκονταν δεκάδες ονόματα — από καταστηματάρχες και γιατρούς μέχρι στρατιωτικούς αξιωματούχους και άτομα με το επώνυμο Λούκα.

Το δίκτυο της «Αράχνης» και η Σφαγή των Παιδιών

Κάποτε, ήταν σχεδόν αδύνατο να αποφύγει κανείς τον αριθμό τηλεφώνου του Λούκα, καθώς στις αρχές του εμφυλίου πολέμου στη Συρία είχε γραφτεί με σπρέι στους τοίχους γύρω από την κεντρική πόλη Χομς.

Η σύγκρουση πυροδοτήθηκε από τη βίαιη καταστολή της εξέγερσης υπέρ της δημοκρατίας το 2011 από τον Άσαντ – έναν πόλεμο στον οποίο έχασαν τη ζωή τους εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι.

Ο Λούκα ήταν τότε τοπικός επικεφαλής της Διεύθυνσης Πολιτικής Ασφάλειας, μίας από τις κύριες υπηρεσίες πληροφοριών του Άσαντ, και του είχε ανατεθεί η αποστολή να ανακαταλάβει την πόλη από τους αντάρτες.

Εκείνη την εποχή, οι περιοχές της Χομς που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των ανταρτών τελούσαν υπό πολιορκία από τις κυβερνητικές δυνάμεις και οι κάτοικοι δυσκολεύονταν να προμηθευτούν τρόφιμα και φάρμακα. Αρκετοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και ο πρώην αντάρτης Μοτάζ αλ Ζαΐντι, ανέφεραν στο BBC πως αναγκάζονταν να τρώνε ακόμα και αρουραίους.

Ο αλ Ζαΐντι θυμάται ότι το όνομα και ο αριθμός τηλεφώνου του Λούκα εμφανίστηκαν σε έναν τοίχο στη γειτονιά του. Παράλληλα, άρχισε να διαδίδεται η φήμη ότι όσοι ήθελαν να διαφύγουν από τις μάχες μπορούσαν να καλέσουν τον αριθμό αυτό για ασφαλή διέλευση.

Πιστεύεται ότι σε ορισμένους πράγματι παραχωρήθηκε ασφαλής διέλευση, αλλά άλλοι που κάλεσαν τον αριθμό εξαφανίστηκαν και δεν τους ξαναείδε ποτέ κανείς, όπως ανέφεραν μάρτυρες στο βρετανικό δίκτυο.

Πολλοί τον αποκαλούσαν «Αράχνη» λόγω του τεράστιου δικτύου συμμάχων και πληροφοριοδοτών του, κάποιοι από τους οποίους είχαν διεισδύσει ακόμα και σε ομάδες ανταρτών. «Βρισκόταν παντού», λένε οι κάτοικοι της Χομς. Ο αλ Ζαΐντι περιέγραψε τον Λούκα ως «διαβολική ιδιοφυΐα» και «άνθρωπο-αλεπού».

Όμως η πιο αποτρόπαια πράξη του στην πόλη, όπως υποστηρίζουν πολλοί, ήταν η φερόμενη συμμετοχή του στη λεγόμενη «Σφαγή του Εΐντ», γνωστή και ως «Σφαγή των Παιδιών», για την οποία οι ΗΠΑ του επέβαλαν κυρώσεις.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, κατά τη διάρκεια της μουσουλμανικής γιορτής, ο Μοχάμεντ Τουακάτλι και ο 7χρονος γιος του, Ουάελ, ήταν σε μι παιδική χαρά. 

Στις 17:10, αμέσως μόλις ξεκίνησε η προγραμματισμένη διακοπή ρεύματος, ο Μοχάμεντ θυμάται ότι σημειώθηκε η βομβιστική επίθεση στην οποία σκοτώθηκαν πολλά παιδιά, ανάμεσα στα οποία και το δικό του. 

«Ήταν μικρά παιδιά», είπε με δάκρυα στα μάτια. «Το έδαφος είχε βαφτεί κόκκινο από το αίμα».

Σύμφωνα με το Συριακό Δίκτυο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σκοτώθηκαν 28 άτομα, μεταξύ των οποίων 17 παιδιά και τέσσερις γυναίκες.

Ο Λούκα, σύμφωνα με συριακή ομάδα ακτιβιστών και εφημερίδα της αντιπολίτευσης εκείνης της εποχής, ήταν ο υπεύθυνος για την επιλογή των στόχων του καθεστώτος στην περιοχή εκείνη την ημέρα.

«Άνθρωποι χωρίς ανθρωπιά»

Οι ενέργειές του στη Χομς του εξασφάλισαν προαγωγή και, κατά τη στιγμή της κατάρρευσης του καθεστώτος, ηγούνταν της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας (GSD), γεγονός που τον κατέστησε έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στη Συρία.

Οι κυβερνητικές υπηρεσίες ασφαλείας μπορούσαν να στοχεύσουν οποιονδήποτε: από μαχητές της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφους, γιατρούς ή ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, έως πολίτες που θεωρούνταν ότι αντιτίθενται με οποιονδήποτε τρόπο στην κυβέρνηση Άσαντ.

Όσοι συλλαμβάνονταν κρατούνταν στις πολιτικές φυλακές της Συρίας, μεταξύ των οποίων και η Σεντάγια στη Δαμασκό, μια εγκατάσταση τόσο διαβόητη που είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «σφαγείο ανθρώπων». Πολλοί από όσους φυλακίστηκαν εκεί δεν εμφανίστηκαν ποτέ ξανά.

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπήρξαν έντονες εκκλήσεις από ολόκληρη τη συριακή κοινωνία για τη λογοδοσία των πρώην υψηλόβαθμων αξιωματούχων, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η νέα συριακή κυβέρνηση δεν καταβάλλει επαρκείς προσπάθειες για να τους παραπέμψει στη δικαιοσύνη.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Συρίας, Χασάν αλ Τούρμπα, δήλωσε στο BBC ότι η κυβέρνηση έχει ασκήσει δίωξη εναντίον του Λούκα για «προμελετημένη δολοφονία, βασανιστήρια και θάνατο προκληθέντα από βασανιστήρια».

«Έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης στο εσωτερικό της χώρας και εργαζόμαστε για τη διεθνή κυκλοφορία του», είπε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να εντοπίσει τα ίχνη του Λούκα και άλλων εξαφανισμένων αξιωματούχων για να επιτύχει την έκδοσή τους.

Ο Μοχάμεντ, θρηνώντας ακόμα τον γιο του, δήλωσε στο BBC ότι επιθυμεί ο Λούκα και τα άλλα στελέχη του καθεστώτος να επιστρέψουν στη Συρία και να εκτελεστούν: «Μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά δεν έχουν καθόλου ανθρωπιά».


Η έρευνα του BBC

Οι δημοσιογράφοι του BBC φωτογράφισαν κάθε σελίδα που βρέθηκε στο διαμέρισμα του Λούκα. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ήλεγξαν έναν προς έναν τους 155 αριθμούς που είχε σημειώσει. Από αυτούς, οι 51 παρέμεναν ενεργοί.

Άρχισαν να καλούν τους αριθμούς, ξεκινώντας από στρατιωτικούς διοικητές και συγγενείς, αλλά κάθε κλήση ήταν ανεπιτυχής. Όποιος απαντούσε έκλεινε αμέσως το τηλέφωνο μόλις οι δημοσιογράφοι αποκάλυπταν την ιδιότητά τους, ενώ πολλοί αρνούνταν ότι γνώριζαν τον Λούκα.

Έτσι, ένας δημοσιογράφος του BBC, το όνομα του οποίου βρισκόταν παλαιότερα σε λίστα καταζητούμενων της GSD, ταξίδεψε ο ίδιος στη Συρία.

Καθώς πολλοί από τους εγγεγραμμένους στον κατάλογο ήταν γιατροί, ο δημοσιογράφος έκλεισε ραντεβού μαζί τους. Ένας γιατρός στο Χαλέπι παραδέχτηκε με δισταγμό ότι είχε περιθάλψει τον Λούκα, αλλά στη συνέχεια έδιωξε τον δημοσιογράφο, επιστρέφοντάς του τα χρήματα της επίσκεψης.

Ένας άλλος γιατρός στη Δαμασκό αποκάλυψε ότι είχε συνοδεύσει τη μητέρα του Λούκα σε ιατρικό ταξίδι στη Ρωσία, κατευθύνοντας αόριστα την έρευνα προς ένα φαρμακείο που ανήκε σε μία από τις κόρες του Λούκα. Ωστόσο, οι ντόπιοι ανέφεραν ότι ούτε εκείνη είχε εμφανιστεί από τον Δεκέμβριο του 2024.

Τι αποκάλυψε ο σωματοφύλακας του Λούκα
Μετά από μήνες άκαρπων ερευνών, ένας από τους αριθμούς απάντησε. Ήταν ο φύλακας της πολυκατοικίας του Λούκα, ο οποίος τελικά έδωσε στους δημοσιογράφους τον αριθμό του προσωπικού σωματοφύλακα του πρώην αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών.

Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, ο δημοσιογράφος συνάντησε τον σωματοφύλακα, τον Μαχμούντ, σε ένα ξενοδοχείο λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Περιγράφεται ως ένας επιβλητικός άνδρας που πρόσεχε πολύ τα λόγια του.

Ο Μαχμούντ εξέφρασε την οργή του για τον Λούκα, κατηγορώντας τον ότι τον εγκατέλειψε. Όταν τον Δεκέμβριο του 2024 οι αντάρτες προέλαυναν προς τη Δαμασκό, ο Λούκα είχε υποσχεθεί ότι θα έμενε να υπερασπιστεί την πρωτεύουσα. Ωστόσο, τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας είχε εξαφανιστεί, παίρνοντας μαζί του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από το χρηματοκιβώτιο του γραφείου του.

Ο Μαχμούντ αρνήθηκε να δώσει στοιχεία επικοινωνίας για τον Λούκα, αλλά έδωσε τον αριθμό του προσωπικού του οδηγού, ο οποίος τον είχε φυγαδεύσει εκείνη τη νύχτα. Όταν οι δημοσιογράφοι επικοινώνησαν μαζί του, ο οδηγός, εμφανώς τρομοκρατημένος, επέμεινε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τις δραστηριότητες του εργοδότη του.

Οι διαδρομές διαφυγής και οι σχέσεις με τη Μόσχα

Οι δημοσιογράφοι εστίασαν στη συνέχεια στις διαδρομές διαφυγής μέσω του Λιβάνου. Υψηλόβαθμη πηγή της λιβανικής κυβέρνησης επιβεβαίωσε ότι ο Λούκα είχε περάσει τα σύνορα με «έγκυρο ρωσικό διαβατήριο υπό διαφορετικό όνομα», πριν πετάξει για τη Ρωσία. Παράλληλα, άλλη πηγή παραχώρησε έναν αριθμό τηλεφώνου με ρωσικό κωδικό.

Στο διαμέρισμα του Λούκα είχαν ήδη βρεθεί αποδείξεις για τις στενές σχέσεις του με τη Μόσχα, όπως τιμητικές πλακέτες από τη ρωσική υπηρεσία εξωτερικής κατασκοπείας και μια ευχετήρια κάρτα από υψηλόβαθμο Ρώσο αξιωματικό.

Όταν οι ρεπόρτερ του BBC κάλεσαν τον ρωσικό αριθμό, ένας άνδρας απάντησε επιβεβαιώνοντας την ταυτότητά του. Ήταν ο Λούκα. 

«Δεν μπορώ να διακινδυνεύσω να μιλήσω στο τηλέφωνο, δεδομένης της θέσης στην οποία βρίσκομαι», δήλωσε με έκδηλη ανησυχία.

Όταν ρωτήθηκε αν η Ρωσία του απαγορεύει να μιλήσει, απάντησε: «Δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν μπορώ να εξηγήσω. Πρέπει να καταλάβετε». Όταν ρωτήθηκε αν θα συναντούσε εκτός Ρωσίας τους δημοσιογράφους, απάντησε: «Είναι δύσκολο». Στη συνέχεια, έκλεισε το τηλέφωνο.

Oι δημοσιογράφοι εντόπισαν έναν δεύτερο συριακό αριθμό συνδεδεμένο με λογαριασμούς του Λούκα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσω αυτού, το BBC κατάφερε να τον εντοπίσει σε δύο προαστιακές περιοχές στα περίχωρα της Μόσχας, πολύ μακριά από το σημείο όπου φέρεται να διαμένει ο ίδιος ο Άσαντ.

Η επιβεβαίωση ότι ο Λούκα ζει προστατευμένος στη Ρωσία προκάλεσε απογοήτευση στη Συρία. Ωστόσο, ο Μοχάμεντ, που έχασε τον 7χρονο γιο του, δηλώνει πως δεν θα σταματήσει να ελπίζει: «Είμαι θυμωμένος με όλους όσοι ήταν στο πλευρό του καθεστώτος... Ο Ουάελ ήταν απλώς ένα 7χρονο παιδί. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να παίζει».

Πηγή: skai.gr