Από το Κουτσοπόδι Αργολίδας, ο Χρήστος Θεοφίλου κατέκτησε τον αθλητισμό και τα ρινγκ ως Τζιμ Λόντος - Ο λαϊκός ήρωας έφυγε από τη ζωή πριν από 51 χρόνια - Πώς από λαντζέρης στη Νέα Υόρκη έγινε Παγκόσμιος Πρωταθλητής
Ο Τζιμ Λόντος γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1897 στο Κουτσοπόδι Αργολίδας ως Χρήστος Θεοφίλου και έμελλε να εξελιχθεί σε έναν αληθινό λαϊκό ήρωα. Ο θρυλικός Ελληνοαμερικανός παλαιστής έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, στις 19 Αυγούστου 1975. Η διαδρομή του, από το Άργος μέχρι την κορυφή του παγκόσμιου αθλητισμού και την απόλυτη καταξίωση στη συνείδηση του κόσμου, υπήρξε γεμάτη δυσκολίες και προκλήσεις.
Ο Τζιμ Λόντος ήταν το μικρότερο από τα 13 παιδιά της οικογένειας και οι γονείς του είχαν αποφασίσει από νωρίς ποιο θα ήταν το μέλλον του: η μητέρα του τον ονειρευόταν ιερέα και ο πατέρας του στρατιωτικό. Ωστόσο, ο ίδιος δεν έβλεπε τον εαυτό του σε κανέναν από τους δύο αυτούς ρόλους.

Όταν κρεμάστηκε από ένα σχοινί
Σε μικρή ηλικία, ο πατέρας του, του ανέθεσε τη φροντίδα των δέκα προβάτων και
των πέντε αγελάδων της οικογένειας, καθώς όλα τα αδέλφια συνεισέφεραν στις
δουλειές. Ένα απόγευμα, η μητέρα του τρομοκρατήθηκε βλέποντάς τον να κρέμεται
από ένα σχοινί, θεωρώντας πως ο γιος της πέθαινε. Εκείνος όμως κατέβηκε ήρεμος
και χαμογελαστός, εξηγώντας της πως απλώς γύμναζε τους μυς του λαιμού του.
Ίσως τότε να μην το υποψιαζόταν κανείς, αλλά σε λίγα χρόνια ο μικρός Χρήστος θα μεταμορφωνόταν στον ακαταμάχητο Τζιμ Λόντος.
Στα 13 του μόλις χρόνια, πήρε τη ζωή στα χέρια του και έφυγε από το σπίτι. Αρχικά έφτασε στον Πειραιά, όπου γνωρίστηκε με τον παλιό Ολυμπιονίκη Δημήτρη Τόφαλο, ο οποίος του δίδαξε τις βασικές αρχές της πάλης. Στη συνέχεια πήγε μετανάστης στην Αμερική, όπου για να επιβιώσει εργάστηκε ως λαντζέρης σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης.
Επαγγελματίας παλαιστής από τύχη
Η ιδέα να ασχοληθεί επαγγελματικά με την πάλη δεν υπήρχε αρχικά στο μυαλό του.
Λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στην Αμερική, καθώς περπατούσε στο Μανχάταν,
παρακολούθησε εντελώς τυχαία έναν αγώνα πάλης. Το θέαμα τον ενθουσίασε τόσο,
ώστε αποφάσισε να γίνει μέρος αυτού του κόσμου. Με τις πρώτες του οικονομίες
από το εστιατόριο, εγγράφηκε σε προπονητήριο και άρχισε να εκπαιδεύεται.
Ο πρώτος αγώνας που τον άφησε νηστικό αλλά τον πείσμωσεΤον πρώτο του αγώνα τον έδωσε στη Σάντα Κρουζ του Μεξικού, αφού διάβασε μια αγγελία που αναζητούσε αθλητές. Αν και αγωνίστηκε, οι διοργανωτές δεν τον πλήρωσαν, με αποτέλεσμα να περιπλανιέται για τρεις ημέρες εξαντλημένος και νηστικός. Η τύχη τον βοήθησε όταν συνάντησε έναν γνωστό του, ο οποίος του δάνεισε χρήματα για τα εισιτήρια επιστροφής στο Σαν Φρανσίσκο. Η ανέντιμη μεταχείριση, όμως, τον πείσμωσε.
Άρχισε να αγωνίζεται συστηματικά στο Σαν Φρανσίσκο. Σε ένα ερασιτεχνικό τουρνουά νίκησε το μεγάλο φαβορί, αλλά ο μάνατζερ τον απείλησε με αφαίρεση του μεταλλίου αν δεν πάλευε και δεύτερη φορά την ίδια μέρα. Για τη νίκη του εισέπραξε 25 σεντς. Ποσό αντικειμενικά μικρό αλλά για εκείνον ήταν αξιοσημείωτο αφού τον σύγκρινε με τα 50 σεντς που κέρδιζε για ένα εξαντλητικό οκτάωρο στην οικοδομή.
Βλέποντας ότι οι νέοι αθλητές δεν είχαν καμία προστασία ή δικαιώματα εντός και εκτός ρινγκ, αποφάσισε πως ήταν προς το συμφέρον του να γίνει επαγγελματίας. Ξεκίνησε να κλείνει μόνος του αγώνες σε όλη τη δυτική Αμερική, κάνοντας τα πανηγύρια και τις αυτοσχέδιες αρένες καθημερινότητά του.

Η πρώτη του σοβαρή πρόταση
Ο πρώτος αγώνας που τον άφησε νηστικό αλλά τον πείσμωσεΤον πρώτο του αγώνα τον έδωσε στη Σάντα Κρουζ του Μεξικού, αφού διάβασε μια αγγελία που αναζητούσε αθλητές. Αν και αγωνίστηκε, οι διοργανωτές δεν τον πλήρωσαν, με αποτέλεσμα να περιπλανιέται για τρεις ημέρες εξαντλημένος και νηστικός. Η τύχη τον βοήθησε όταν συνάντησε έναν γνωστό του, ο οποίος του δάνεισε χρήματα για τα εισιτήρια επιστροφής στο Σαν Φρανσίσκο. Η ανέντιμη μεταχείριση, όμως, τον πείσμωσε.
Άρχισε να αγωνίζεται συστηματικά στο Σαν Φρανσίσκο. Σε ένα ερασιτεχνικό τουρνουά νίκησε το μεγάλο φαβορί, αλλά ο μάνατζερ τον απείλησε με αφαίρεση του μεταλλίου αν δεν πάλευε και δεύτερη φορά την ίδια μέρα. Για τη νίκη του εισέπραξε 25 σεντς. Ποσό αντικειμενικά μικρό αλλά για εκείνον ήταν αξιοσημείωτο αφού τον σύγκρινε με τα 50 σεντς που κέρδιζε για ένα εξαντλητικό οκτάωρο στην οικοδομή.
Βλέποντας ότι οι νέοι αθλητές δεν είχαν καμία προστασία ή δικαιώματα εντός και εκτός ρινγκ, αποφάσισε πως ήταν προς το συμφέρον του να γίνει επαγγελματίας. Ξεκίνησε να κλείνει μόνος του αγώνες σε όλη τη δυτική Αμερική, κάνοντας τα πανηγύρια και τις αυτοσχέδιες αρένες καθημερινότητά του.

Η πρώτη του σοβαρή πρόταση
Η ουσιαστική ευκαιρία παρουσιάστηκε όταν του προσφέρθηκε το σημαντικό ποσό των
500 δολαρίων για να αντιμετωπίσει κάποιον Μπέρσον στο Πόρτλαντ. Ο Λόντος δεν
άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη: το 1916 επικράτησε άνετα στον αγώνα,
ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο για ακόμα μεγαλύτερες προτάσεις.
Ο «Δαυίδ» που ξετρέλανε τους διοργανωτές
Ο «Δαυίδ» που ξετρέλανε τους διοργανωτές
Η σωματική του διάπλαση διέφερε από εκείνη των υπολοίπων παλαιστών της εποχής,
καθώς ήταν μικρόσωμος αλλά απόλυτα αρμονικός. Η δύναμη, η εκρηκτικότητα, η
ευστροφία και η τακτική του προσέλκυσαν αμέσως το ενδιαφέρον των διοργανωτών,
που είδαν στο πρόσωπό του έναν «Δαυίδ» να υποτάσσει γιγαντόσωμους «Γολιάθ».
Κάθε του εμφάνιση προσέλκυε χιλιάδες θεατές, που συνέρρεαν για να θαυμάσουν
τις εντυπωσιακές λαβές και τα θεαματικά αεροπλανικά του χτυπήματα.
Η αντίδραση του πατέρα του στα «κατορθώματά» του
Η αντίδραση του πατέρα του στα «κατορθώματά» του
Καθώς η φήμη του εξαπλωνόταν και ο Τύπος αφιέρωνε δημοσιεύματα στο όνομά του,
ο νεαρός αθλητής έστειλε αποκόμματα εφημερίδων στον πατέρα του στο Κουτσοπόδι.
Εκείνος όμως, έχοντας στο μυαλό του μόνο τους μπεχλιβάνηδες των τοπικών
πανηγυριών, του απάντησε σύμφωνα με δημοσιεύματα: «Αν είναι να καταντήσεις
μπεχλιβάνης εκεί που πήγες, τότε φρόντισε πρώτα να αλλάξεις το όνομά σου».
Όταν αντιμετώπισε τον «Λιούις τον στραγγαλιστή»
Όταν αντιμετώπισε τον «Λιούις τον στραγγαλιστή»
Σε ηλικία 20 ετών, ο Λόντος ήρθε αντιμέτωπος με τον «στραγγαλιστή Λιούις» στο
Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, ενώπιον 14.000 θεατών. Ο αγώνας διήρκησε 1 ώρα και
47 λεπτά, και η τελική ήττα του έμαθε πως κανένας αθλητής δεν είναι
αήττητος.
Ο Τζιμ Λόντος, με το χέρι υψωμένο σε ένδειξη νίκης, αφού υπερασπίστηκε τον
τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή Πάλης στον αγώνα του στο Σικάγο απέναντι
στον Εντ Στραγγαλιστή Λιούις
Τα εντυπωσιακά νούμερα
Τα εντυπωσιακά νούμερα
Το όνομα Τζιμ Λόντος του το έδωσε ο αθλητικογράφος Ρόσκο Φόσετ, μετά από μια
νίκη του στην αρένα «London» του Πόρτλαντ. Υπήρξε από τους θεμελιωτές της
επαγγελματικής πάλης (του μετέπειτα γνωστού ως κατς). Στις 8 Ιουνίου 1930
ανακηρύχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών από την Ομοσπονδία Πάλης της
Πολιτείας της Νέας Υόρκης, διατηρώντας τον τίτλο έως την αποχώρησή του το
1946. Στα 16 αυτά χρόνια σημείωσε ένα απίστευτο ρεκόρ: έδωσε πάνω από 2.500
αγώνες και ηττήθηκε σε λιγότερους από δέκα.
Το περίφημο αεροπλανικό του
Το περίφημο αεροπλανικό του
Το κοινό παραληρούσε σε κάθε εκτέλεση του περίφημου «αεροπλανικού» του. Ο
ίδιος εξηγούσε πως, χάρη στο χαμηλό του κέντρο βάρους και τα εξαιρετικά
γυμνασμένα πόδια του, μπορούσε να σηκώσει πολύ βαρύτερους αντιπάλους πάνω από
το κεφάλι του, να τους περιστρέψει και να τους εκσφενδονίσει στο ταπί. Ωστόσο,
δεν εκβίαζε τη λαβή: απαιτούνταν υπομονή από τον ίδιο, κούραση και λάθος
τοποθέτηση από τον αντίπαλό του. Παραδεχόταν μάλιστα πως απέφευγε να το
επιχειρήσει απέναντι σε τεχνικά κατάρτισμένους αθλητές με κοντά και δυνατά
πόδια, καθώς ο κίνδυνος σοβαρού τραυματισμού και για τους δύο ήταν μεγάλος.
Οι αγώνες στην Ελλάδα
Οι αγώνες στην Ελλάδα
Το ελληνικό κοινό είχε την ευκαιρία να τον απολαύσει από κοντά στο Παναθηναϊκό
Στάδιο, όπου κατατρόπωνε κορυφαία ονόματα της εποχής. Τον Νοέμβριο του 1928
επέστρεψε στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τον αήττητο Πολωνοαμερικανό
πρωταθλητή Ευρώπης Καρλ Ζμπίσκο. Οι προπονήσεις του προσέλκυαν χιλιάδες
κόσμου, ενώ στον αγώνα σημειώθηκε αδιαχώρητο παρά τη βροχή. Μετά από δύο
αναβολές (λόγω δάγκειου πυρετού του Λόντου και κακοκαιρίας), ο αγώνας
πραγματοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1928 με διαιτητή τον Δημήτρη Τόφαλο και
έληξε με θρίαμβο του Λόντος.
Το 1933 αγωνίστηκε ξανά στο Καλλιμάρμαρο νικώντας τον Ρωσοπολωνό γίγαντα Κόλα Κοβριάνι, σε διοργάνωση του Πανιωνίου για την ενίσχυση της ανέγερσης του Σταδίου Νέας Σμύρνης. Η νίκη αυτή ενέπνευσε μάλιστα τον Μάρκο Βαμβακάρη να συνθέσει το περίφημο ομώνυμο ζεϊμπέκικο
Το 1933 αγωνίστηκε ξανά στο Καλλιμάρμαρο νικώντας τον Ρωσοπολωνό γίγαντα Κόλα Κοβριάνι, σε διοργάνωση του Πανιωνίου για την ενίσχυση της ανέγερσης του Σταδίου Νέας Σμύρνης. Η νίκη αυτή ενέπνευσε μάλιστα τον Μάρκο Βαμβακάρη να συνθέσει το περίφημο ομώνυμο ζεϊμπέκικο
Υποδοχή ήρωα στο Κουτσοπόδι
Μετά την επικράτησή του επί του Ζμπίσκο το 1928, ο Λόντος επισκέφθηκε τη
γενέτειρά του, το Κουτσοπόδι, όπου οι κάτοικοι του επιφύλαξαν υποδοχή ήρωα.
Στο Άργος και τις γύρω περιοχές κυκλοφόρησαν φέιγ βολάν που ενημέρωναν το
κοινό για την παλαιστική επίδειξη που θα έδινε με τον Δημήτρη Τόφαλο στο
αρχαίο θέατρο, με σκοπό την ενίσχυση των αθλητικών συλλόγων της πόλης:
«Μοναδική ευκαιρία να γνωρίσωμεν και να θαυμάσωμεν τους δύο κολοσσούς τους
εξυμώσαντας το εθνικό μας γόητρον. Η παρουσία παντός Έλληνος εκεί είναι ζήτημα
τιμής, εθνικής υπερηφάνειας και ευγνωμοσύνης προς αμφότερους τους αθλητές
μας».
Γενναιόδωρος μέχρι το τέλος
Γενναιόδωρος μέχρι το τέλος
Η καριέρα του στην πάλη υπήρξε ιδιαίτερα κερδοφόρα, αλλά ο Λόντος παρέμεινε
βαθιά γενναιόδωρος. Εκτός από τη δύναμη και την ευφυΐα του στο ρινγκ, ξεχώρισε
για το πλούσιο φιλανθρωπικό του έργο. Προσέφερε σημαντικά ποσά για τη στήριξη
των ορφανών παιδιών της Ελλάδας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σταστεκόμενος
έμπρακτα στην πατρίδα του.
Η χρυσή ζώνη
Το 1933 θεσπίστηκε η περίφημη χρυσή ζώνη του πρωταθλητή, κατασκευασμένη από
πλάκες χρυσού και διακοσμημένη με πολύτιμους λίθους, η αξία της οποίας
εκτιμάτο τότε στις 100.000 δολάρια. Μοναδική προϋπόθεση για να την αποκτήσει
οριστικά ένας αθλητής ήταν να διατηρήσει τον παγκόσμιο τίτλο για πέντε
συνεχόμενα έτη, κάτι που ο Τζιμ Λόντος πέτυχε με ευκολία.
Ο θάνατος
Ο θάνατος
Ο Τζιμ Λόντος έφυγε από τη ζωή από ανακοπή καρδιάς μια μέρα, σαν σήμερα, στις
19 Αυγούστου 1975, αφήνοντας πίσω του τον μύθο ενός ανεπανάληπτου αθλητή.
Σοφία Πελεκάνου
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ