10 Αυγούστου 2026

Βουλγαράκης: Η αριθμητική της επόμενης Βουλής και η Θεωρία Παιγνίων


Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν τις διαθέσεις της κοινής γνώμης τη στιγμή που πραγματοποιούνται. Δεν προβλέπουν με βεβαιότητα το εκλογικό αποτέλεσμα και ακόμη λιγότερο μπορούν να προβλέψουν ποια κυβέρνηση θα προκύψει από αυτό. Μπορούν όμως, όταν παρουσιάζουν μια σχετική σταθερότητα, να μας βοηθήσουν να εξετάσουμε τους πιθανούς πολιτικούς συσχετισμούς και, κυρίως, να καταλάβουμε πόσο εύκολη ή δύσκολη θα είναι η επόμενη ημέρα.

Ο σημερινός δημοσκοπικός χάρτης παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Υπάρχει πρώτο κόμμα με σαφή απόσταση από το δεύτερο, αλλά όχι με ποσοστό που, με τα σημερινά δεδομένα, να το φέρνει κοντά στην αυτοδυναμία. Ταυτόχρονα, πίσω του διαμορφώνεται ένας αρκετά κατακερματισμένος χώρος, με περισσότερα κόμματα να διεκδικούν σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος χωρίς κάποιο από αυτά να εμφανίζεται, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ικανό να συγκροτήσει μόνο του έναν δεύτερο ισχυρό κυβερνητικό πόλο.

Με βάση τον σταθμισμένο μέσο όρο των δημοσκοπήσεων που εξετάζουμε, η Νέα Δημοκρατία κινείται περίπου στο 29%-30%, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη στην περιοχή του 14,5%-15,5%, το ΠΑΣΟΚ στο 11,5%-12,5% και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία στο 9,5%-10,5%. Ακολουθούν η Ελληνική Λύση, η Πλεύση Ελευθερίας και το ΚΚΕ, ενώ η Φωνή Λογικής βρίσκεται κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή.

Αν αυτοί οι συσχετισμοί μεταφέρονταν αυτούσιοι στην κάλπη, το βασικό πολιτικό πρόβλημα θα ήταν εμφανές: υπάρχει πιθανός εκλογικός νικητής, αλλά δεν προκύπτει εύκολα κυβερνητική πλειοψηφία. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι δεν έχει υπολογιστεί το κόμμα που αναμένεται – σύμφωνα με τις πληροφορίες του τύπου να ιδρύσει ο Αντώνης Σαμαράς.



Ο εκλογικός νόμος αλλάζει την αξία των ποσοστών

Για να διαβάσει κανείς σωστά αυτή την εικόνα, δεν αρκεί να προσθέσει τα ποσοστά των κομμάτων. Πρέπει να λάβει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο αυτά μετατρέπονται σε κοινοβουλευτικές έδρες.

Το ισχύον σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής προβλέπει κλιμακωτή πριμοδότηση εδρών (seat bonus) για το πρώτο κόμμα. Από το 25% αρχίζει η πρόσθετη ενίσχυση, η οποία αυξάνεται όσο ανεβαίνει το ποσοστό του πρώτου κόμματος και μπορεί να φτάσει τις 50 έδρες όταν αυτό προσεγγίσει το 40%.

Υπάρχει όμως μία ακόμη μεταβλητή, η οποία συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση: το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που δεν θα περάσουν το όριο του 3%.

Οι ψήφοι αυτές δεν συμμετέχουν στην αναλογική κατανομή των κοινοβουλευτικών εδρών. Επομένως, όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό που μένει εκτός Βουλής, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η κοινοβουλευτική αξία των ψήφων των κομμάτων που περνούν το 3%.

Αν, για παράδειγμα, ένα 10% των ψήφων μείνει εκτός Βουλής, η αναλογική κατανομή πραγματοποιείται ουσιαστικά μεταξύ των κομμάτων που συγκέντρωσαν το υπόλοιπο 90%.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το πρώτο κόμμα. Όχι μόνο λαμβάνει την προβλεπόμενη πριμοδότηση, αλλά επωφελείται και από την ανακατανομή των ψήφων που δεν εκπροσωπούνται κοινοβουλευτικά.

Γι’ αυτό και ο πήχης της αυτοδυναμίας δεν είναι ένας σταθερός αριθμός. Με υψηλό ποσοστό κομμάτων εκτός Βουλής μπορεί να κινηθεί κοντά στο 37%-38%, ενώ όσο περισσότερα κόμματα περνούν το 3%, μπορεί να πλησιάσει ή ακόμη και να ξεπεράσει το 39%.

Με πρώτο κόμμα, όμως, στην περιοχή του 29,5%, η απόσταση παραμένει πολύ μεγάλη. Η αυτοδυναμία, με τους σημερινούς συσχετισμούς, δεν αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της συζήτησης.

Από την εκλογική αριθμητική στη Θεωρία Παιγνίων

Η Θεωρία Παιγνίων (Game Theory) δεν εξετάζει απλώς τι μπορούν να κάνουν οι πολιτικοί παίκτες. Εξετάζει τι τους συμφέρει να κάνουν, γνωρίζοντας ότι κάθε δική τους επιλογή επηρεάζεται από τις πιθανές επιλογές των υπολοίπων.

Ο σχηματισμός κυβέρνησης μπορεί έτσι να αντιμετωπιστεί ως Παίγνιο Συνασπισμών (Coalitional Game). Για να υπάρξει κυβέρνηση που στηρίζεται σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτούνται τουλάχιστον 151 έδρες. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποια κόμματα μπορούν αριθμητικά να φτάσουν τις 151, αλλά ποια έχουν πολιτικό κίνητρο να το κάνουν.

Και τα δύο δεν συμπίπτουν πάντοτε.

Ένας συνασπισμός μπορεί να είναι μαθηματικά εφικτός και πολιτικά αδύνατος. Αντίστροφα, ένας συνασπισμός που σήμερα μοιάζει πολιτικά απίθανος μπορεί να γίνει αναγκαίος όταν οι διαθέσιμες εναλλακτικές περιοριστούν.

Στη Θεωρία Παιγνίων ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο Κομβικός Παίκτης (Pivot Player): το κόμμα δηλαδή χωρίς το οποίο ένας πιθανός συνασπισμός δεν μπορεί να αποκτήσει πλειοψηφία.

Η πολιτική του ισχύς μπορεί τότε να είναι πολύ μεγαλύτερη από το εκλογικό του ποσοστό.

Αυτό είναι πιθανό να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Το πρόβλημα του μικρότερου κυβερνητικού εταίρου

Ας πάρουμε το περισσότερο προφανές αριθμητικά σενάριο: μια συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ.

Με τις σημερινές εκτιμήσεις εδρών, ένας τέτοιος συνασπισμός μπορεί να βρεθεί κοντά στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα την εξασφαλίζει. Η αριθμητική, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά.

Η άλλη είναι το λεγόμενο Δίλημμα του Μικρού Εταίρου (Junior Partner’s Dilemma).

Ένα μικρότερο κόμμα που συμμετέχει σε κυβέρνηση υπό ένα πολύ ισχυρότερο κόμμα αποκτά κυβερνητική εξουσία, αλλά αναλαμβάνει ταυτόχρονα σημαντικό πολιτικό κίνδυνο. Καλείται να μοιραστεί το κόστος των κυβερνητικών αποφάσεων, ενώ το μεγαλύτερο κόμμα έχει συνήθως περισσότερες δυνατότητες να πιστωθεί τις επιτυχίες.

Για το ΠΑΣΟΚ, επομένως, η απόφαση δεν θα κριθεί μόνο από το εάν «βγαίνουν οι έδρες». Θα κριθεί και από την αναμενόμενη πολιτική απόδοση (expected payoff), τι κερδίζει από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση και τι κινδυνεύει να χάσει στις επόμενες εκλογές.

Όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο κίνδυνος, τόσο υψηλότερο γίνεται και το τίμημα της συνεργασίας.

Υπάρχει εναλλακτική πλειοψηφία χωρίς το πρώτο κόμμα;

Θεωρητικά, θα μπορούσε να αναζητηθεί ένας ευρύς συνασπισμός κομμάτων απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Στην πράξη, όμως, εδώ εμφανίζεται το αντίθετο πρόβλημα.

Χρειάζονται πολλά κόμματα για να συγκεντρωθούν 151 έδρες και όσο αυξάνεται ο αριθμός των εταίρων τόσο αυξάνεται και η δυσκολία συμφωνίας.

Δεν αρκεί να συμφωνήσουν στο ποιον δεν θέλουν στην κυβέρνηση. Πρέπει να συμφωνήσουν στο ποιος θα κυβερνήσει, με ποιον πρωθυπουργό, με ποιο πρόγραμμα, με ποια κατανομή αρμοδιοτήτων και, κυρίως, σε ποια βασικά ζητήματα πολιτικής.

Επιπλέον, υπάρχουν κόμματα, όπως το ΚΚΕ, των οποίων η μέχρι σήμερα πολιτική στρατηγική δεν περιλαμβάνει συμμετοχή σε έναν τέτοιο κυβερνητικό συνασπισμό. Συνεπώς, μια αριθμητική πρόσθεση των εδρών του σε ένα υποθετικό αντι-ΝΔ μέτωπο θα δημιουργούσε περισσότερο μια μαθηματική κατασκευή παρά ένα πιθανό κυβερνητικό σενάριο.

Έτσι δημιουργείται μια ιδιόμορφη κατάσταση: το πρώτο κόμμα δεν μπορεί εύκολα να κυβερνήσει μόνο του, αλλά ούτε οι αντίπαλοί του μπορούν εύκολα να κυβερνήσουν χωρίς αυτό.

Οι δεύτερες κάλπες ως στρατηγική επιλογή

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πιθανότητα δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης αυξάνεται.

Για το πρώτο κόμμα, η άμεση αποδοχή ενός δυσμενούς συμβιβασμού μετά τις πρώτες εκλογές μπορεί να είναι λιγότερο ελκυστική από μια νέα προσφυγή στις κάλπες. Η λογική είναι σαφής: ένα δίλημμα κυβερνησιμότητας μπορεί να οδηγήσει μέρος των ψηφοφόρων σε Στρατηγική Ψήφο (Strategic Voting), δηλαδή στην επιλογή όχι απαραίτητα του κόμματος που προτιμούν περισσότερο, αλλά εκείνου που θεωρούν ότι μπορεί να εξασφαλίσει σταθερότερη κυβέρνηση.

Η δεύτερη κάλπη, όμως, δεν αποτελεί χωρίς κόστος στρατηγική.

Το πρώτο κόμμα μπορεί να ενισχυθεί, μπορεί όμως και να υποχωρήσει. Οι μικρότεροι σχηματισμοί μπορεί να συμπιεστούν, μπορεί όμως και να συσπειρωθούν. Και ένα εκλογικό σώμα που θεωρεί ότι οδηγείται ξανά στις κάλπες για λόγους κομματικής τακτικής μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά από αυτό που υπολογίζουν τα κομματικά επιτελεία.

Εδώ ταιριάζει περισσότερο η λογική του Παιγνίου του Δειλού (Game of Chicken). Σύμφωνα με αυτό, δύο ή περισσότεροι παίκτες επιμένουν στις θέσεις τους περιμένοντας ότι ο άλλος θα υποχωρήσει πρώτος. Όσο κανείς δεν υποχωρεί, όμως, αυξάνεται το κόστος για όλους.

Και αν ούτε η δεύτερη κάλπη δώσει λύση;

Τότε αλλάζει ολόκληρη η διαπραγμάτευση.

Αν η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να απέχει από την αυτοδυναμία και δεν υπάρχει εναλλακτική πλειοψηφία χωρίς αυτήν, οι πιθανοί εταίροι αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη.

Σε αυτή τη φάση μπορεί να τεθούν στο τραπέζι ζητήματα που πριν από τις εκλογές θα φαίνονταν δύσκολα: σαφής προγραμματική συμφωνία, κατανομή κρίσιμων υπουργείων, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων ή ακόμη και το πρόσωπο του πρωθυπουργού.

Ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής θα μπορούσε, υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, να λειτουργήσει ως Σημείο Συντονισμού (Focal Point ή Schelling Point): μια λύση γύρω από την οποία μπορούν να συναντηθούν διαφορετικοί παίκτες όταν καμία από τις αρχικές τους επιλογές δεν μπορεί να επικρατήσει.

Δεν σημαίνει ότι αυτό είναι το πιθανότερο αποτέλεσμα. Σημαίνει ότι όσο μειώνονται οι διαθέσιμες επιλογές, λύσεις που αρχικά θεωρούνταν πολιτικά απαγορευτικές αποκτούν διαφορετική αξία.

Τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα

Με τα σημερινά δεδομένα, τρεις δρόμοι φαίνονται περισσότερο άξιοι παρακολούθησης.

Ο πρώτος είναι μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, με το πρώτο κόμμα να επιχειρεί να αυξήσει το ποσοστό του μέσα από την πόλωση και το αίτημα της κυβερνητικής σταθερότητας. Δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να φτάσει στην αυτοδυναμία. Αρκεί να βελτιώσει αρκετά τη θέση του ώστε η επόμενη διαπραγμάτευση να γίνει με ευνοϊκότερους όρους.

Ο δεύτερος είναι μια κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό το πρώτο κόμμα. Εφόσον κανείς δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς αυτό και η νέα προσφυγή στις κάλπες θεωρηθεί πολιτικά ή οικονομικά επιζήμια, η πίεση για συμφωνία θα αυξηθεί. Το πραγματικό ερώτημα τότε δεν θα είναι εάν υπάρχει δυνατότητα συνεργασίας, αλλά με ποιους όρους θα δεχθεί να συμμετάσχει ο μικρότερος εταίρος.

Ο τρίτος είναι το παρατεταμένο αδιέξοδο. Εάν ούτε το πρώτο κόμμα ενισχυθεί αρκετά ούτε ένας βιώσιμος συνασπισμός καταστεί δυνατός, το σύστημα μπορεί να οδηγηθεί σε νέα εκλογική αναμέτρηση ή, υπό εξαιρετικές συνθήκες, στην αναζήτηση μιας περιορισμένης κυβέρνησης ειδικού σκοπού ή άλλης μεταβατικής πολιτικής λύσης.

Το πραγματικό παιχνίδι αρχίζει μετά την κάλπη

Για πολλά χρόνια η ελληνική πολιτική ήταν οργανωμένη γύρω από ένα σχετικά απλό ερώτημα: ποιο κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές;

Η επόμενη αναμέτρηση μπορεί να θέσει ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιος μπορεί να κυβερνήσει μετά τις εκλογές;

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Σε ένα κατακερματισμένο κομματικό σύστημα, η εκλογική δύναμη και η κυβερνητική δύναμη δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ένα κόμμα μπορεί να διαθέτει πολύ περισσότερες έδρες από οποιονδήποτε ανταγωνιστή του και παρ’ όλα αυτά να εξαρτάται από έναν μικρότερο παίκτη για να σχηματίσει κυβέρνηση. Και ένα μικρότερο κόμμα μπορεί, ακριβώς επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικές πιθανές πλειοψηφίες, να αποκτήσει διαπραγματευτική ισχύ δυσανάλογη προς το ποσοστό του.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή που υποδηλώνουν σήμερα οι αριθμοί.

Η χώρα δεν βρίσκεται ακόμη μπροστά σε ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό αδιέξοδο. Οι εκλογές δεν έχουν γίνει και οι δημοσκοπήσεις δεν είναι αποτελέσματα. Αν όμως οι σημερινοί συσχετισμοί επιβιώσουν μέχρι την κάλπη, η επόμενη ημέρα δύσκολα θα κριθεί μόνο από τον νικητή.

Θα κριθεί από τις εναλλακτικές που διαθέτει ο καθένας, από το κόστος της άρνησης, από την ικανότητα των κομμάτων να διαπραγματευτούν και από το σημείο στο οποίο ένας συμβιβασμός θα γίνει λιγότερο δαπανηρός από τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Στη γλώσσα της Θεωρίας Παιγνίων, η ισχύς ενός παίκτη δεν μετριέται μόνο από όσα κατέχει. Μετριέται και από το πόσο τον χρειάζονται οι υπόλοιποι.

Και αυτή τη φορά, ίσως εκεί να βρίσκεται το πραγματικό κλειδί της επόμενης κυβέρνησης.

Γιώργος Βουλγαράκης
liberal.gr