Η παράξενη περίπτωση του Τέο Τζέιμς δεν αφορά μόνο την ελληνική καταγωγή του, αλλά το γεγονός ότι όσο περισσότερο προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν θα ταίριαζε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Τζέιμς Μποντ τόσο περισσότερο αυξάνονται οι φήμες που θέλουν τον Βρετανό πράκτορα να βρίσκει την απόλυτη έκφραση στο πρόσωπό του. Μπορείς να τον φανταστείς να παραγγέλνει το σωστό shaken not stirred μαρτίνι του, να φοράει το άψογο κοστούμι σαν να ράφτηκε μόνο για χάρη του, να διασχίζει το λόμπι ενός ξενοδοχείου χωρίς να κοιτάει κανέναν και -πέντε λεπτά αργότερα- να έχει εξουδετερώσει έναν κακοποιό χωρίς να έχει χαλάσει ούτε η χωρίστρα ούτε η περίφημη βρετανική του αυτοκυριαρχία.
Είναι αυτή η παράξενη, σχεδόν κινηματογραφική ειρωνεία που συνοδεύει τον 41χρονο ελληνικής καταγωγής Βρετανό ηθοποιό: την ώρα που η βιομηχανία εξακολουθεί να αναζητεί το πρόσωπο που θα παραλάβει το Walther PPK από τον Ντάνιελ Κρεγκ και το όνομά του επανέρχεται στην ατελείωτη παγκόσμια «Bond-ολογία», εκείνος επιμένει ότι είναι ήδη πολύ μεγάλος για τον ρόλο και, ακόμη χειρότερα, ότι ένας ρόλος τέτοιου μεγέθους θα μπορούσε να μετατρέψει τη ζωή του σε εκείνο ακριβώς που δεν επιθυμεί - ένα χρυσό κλουβί, έστω κι αν έχει μια Aston Martin παρκαρισμένη απέξω.
Τι μαρτυρά το ελληνικό παρελθόν του
Κι όμως, αν υπάρχει αυτή τη στιγμή ένας ηθοποιός που μοιάζει να έχει περάσει από ένα δεκαπενταετές, άτυπο casting για τον 007 χωρίς καν να το έχει επιδιώξει, αυτός είναι ο Theodore Peter James Kinnaird Taptiklis: αρκετά Βρετανός ώστε να γνωρίζει από μέσα τον κώδικα της τάξης, της ειρωνείας και της συναισθηματικής αυτοσυγκράτησης, αρκετά Ελληνας ώστε οι φίλοι του να έχουν ήδη βρει το αναπόφευκτο παρατσούκλι «Bondopoulos» και αναμφίβολα πολύ ωραίος ώστε το Χόλιγουντ να έχει προσπαθήσει, χωρίς να τα καταφέρει, επί χρόνια να τον φυλακίσει μέσα στην ίδια του την εικόνα. Αδιαφορώντας σχεδόν για την ομορφιά του, -ο ίδιος προσπαθούσε τόσο πολύ να την τσαλακώσει στις ταινίες του Γκάι Ρίτσι- και έχοντας δώσει τα διαπιστευτήρια της ερμηνευτικής ευελιξίας που χρειάζεται ως επόμενος πράκτορας φαντάζει, σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιεύματα, ως ο ιδανικότερος για τον ρόλο. Ασε που όντας πλέον αρκετά ώριμος ξέρει, επίσης, ότι δεν πρέπει να επιδεικνύεις τη δύναμή σου αλλά να αφήνεις τους άλλους να υποψιάζονται ότι την έχεις.
Αλλωστε, προτού ακόμη αρχίσουν να διαδίδονται τα διάφορα σενάρια για τον Μποντ, υπήρχε ήδη κάτι το οξύμωρο στο όνομά του που αποδείκνυε μία από τις πολλαπλές συμπτώσεις που τον καλούν να γίνει ο Βρετανός πράκτορας. Ο Τέο Τζέιμς (Theo James) ήρθε στον κόσμο ως ένας ακόμα Ταπτικλής, ένα επίθετο που μαρτυρά από μόνο του την ελληνική οικογενειακή διαδρομή του, αλλά ακριβώς επειδή ήταν δύσκολο να αποτυπωθεί στις αγγλόφωνες συνειδήσεις, όταν ξεκινούσε την καριέρα του, του προτάθηκε να χρησιμοποιήσει το πολύ πιο εύχρηστο James. Ετσι ο άνθρωπος που σήμερα συζητείται ως πιθανός ενσαρκωτής του διασημότερου Βρετανού πράκτορα χρειάστηκε πρώτα να αφαιρέσει το ελληνικό του επώνυμο για να χωρέσει ευκολότερα στη βρετανική κινηματογραφική βιομηχανία.
Το Ταπτικλής δεν εξαφανίστηκε όμως ποτέ πραγματικά από τη συνείδησή του λειτουργώντας ως μια οικογενειακή υποσημείωση, αποκαλυπτική για μια ιστορία που θα μπορούσε από μόνη της να γίνει ταινία. Κατ’ αρχάς μιλάμε για την απίστευτη διαδρομή του Ελληνα προγόνου του, δρ Νικολάου Ταπτικλή: ο παππούς του, Νικόλαος Ταπτικλής αναγκάστηκε να φύγει, μετά την επέλαση των ναζί στην Ελλάδα, επιχειρώντας ένα ταξίδι που σήμερα αποκτά σχεδόν ανατριχιαστική επικαιρότητα: με πλοιάριο και στη συνέχεια διά ξηράς πέρασε μέσω Τουρκίας στη Δαμασκό.
Μετά το τέλος του πολέμου βρέθηκε στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας, όπου εργάστηκε με τον οργανισμό που αποτέλεσε πρόδρομο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, αντιμετωπίζοντας τον τύφο και τη φυματίωση στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Αργότερα, η οικογενειακή γεωγραφία θα άνοιγε ακόμη περισσότερο: ο πατέρας του Τέο, Φίλιππος Ταπτικλής, μεγάλωσε στη Νέα Ζηλανδία, ενώ από την πλευρά της μητέρας του, Τζέιν, η γραμμή της καταγωγής οδηγεί στη Σκωτία και τη Γλασκόβη.
Αλλωστε, προτού ακόμη αρχίσουν να διαδίδονται τα διάφορα σενάρια για τον Μποντ, υπήρχε ήδη κάτι το οξύμωρο στο όνομά του που αποδείκνυε μία από τις πολλαπλές συμπτώσεις που τον καλούν να γίνει ο Βρετανός πράκτορας. Ο Τέο Τζέιμς (Theo James) ήρθε στον κόσμο ως ένας ακόμα Ταπτικλής, ένα επίθετο που μαρτυρά από μόνο του την ελληνική οικογενειακή διαδρομή του, αλλά ακριβώς επειδή ήταν δύσκολο να αποτυπωθεί στις αγγλόφωνες συνειδήσεις, όταν ξεκινούσε την καριέρα του, του προτάθηκε να χρησιμοποιήσει το πολύ πιο εύχρηστο James. Ετσι ο άνθρωπος που σήμερα συζητείται ως πιθανός ενσαρκωτής του διασημότερου Βρετανού πράκτορα χρειάστηκε πρώτα να αφαιρέσει το ελληνικό του επώνυμο για να χωρέσει ευκολότερα στη βρετανική κινηματογραφική βιομηχανία.
Το Ταπτικλής δεν εξαφανίστηκε όμως ποτέ πραγματικά από τη συνείδησή του λειτουργώντας ως μια οικογενειακή υποσημείωση, αποκαλυπτική για μια ιστορία που θα μπορούσε από μόνη της να γίνει ταινία. Κατ’ αρχάς μιλάμε για την απίστευτη διαδρομή του Ελληνα προγόνου του, δρ Νικολάου Ταπτικλή: ο παππούς του, Νικόλαος Ταπτικλής αναγκάστηκε να φύγει, μετά την επέλαση των ναζί στην Ελλάδα, επιχειρώντας ένα ταξίδι που σήμερα αποκτά σχεδόν ανατριχιαστική επικαιρότητα: με πλοιάριο και στη συνέχεια διά ξηράς πέρασε μέσω Τουρκίας στη Δαμασκό.
Μετά το τέλος του πολέμου βρέθηκε στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας, όπου εργάστηκε με τον οργανισμό που αποτέλεσε πρόδρομο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, αντιμετωπίζοντας τον τύφο και τη φυματίωση στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Αργότερα, η οικογενειακή γεωγραφία θα άνοιγε ακόμη περισσότερο: ο πατέρας του Τέο, Φίλιππος Ταπτικλής, μεγάλωσε στη Νέα Ζηλανδία, ενώ από την πλευρά της μητέρας του, Τζέιν, η γραμμή της καταγωγής οδηγεί στη Σκωτία και τη Γλασκόβη.

Την ώρα που η κινηματογραφική βιομηχανία εξακολουθεί να αναζητεί τον διάδοχο του Ντάνιελ Κρεγκ, ο Theodore Peter James Kinnaird Taptiklis, στα 41 του χρόνια, παραμένει το μεγάλο φαβορί
Η ελληνική ιστορία
Η ελληνική ιστορία
Επομένως, όταν ο Τζέιμς περιγράφει σήμερα τον εαυτό του ως προϊόν της μετανάστευσης και «παιδί της Κοινοπολιτείας», δεν παραπέμπει σε μια βολική διατύπωση δημοσίων σχέσεων. Η ίδια του η οικογενειακή ιστορία μοιάζει με μικρό χάρτη του 20ού αιώνα: Ελλάδα, Τουρκία, Συρία, Γερμανία, Νέα Ζηλανδία, Σκωτία, Αγγλία. Σύνορα που ανοίγουν και κλείνουν, άνθρωποι σε διαρκή μετακίνηση, ονόματα που αλλάζουν εξαιτίας ανώτερης ανάγκης και μια ελληνική πατρίδα, την οποία ο Τέο, παρότι δεν έζησε, δεν την αρνήθηκε ποτέ.
Και ίσως αυτή η πολυπλοκότητα να εξηγεί γιατί ο ίδιος μιλά στο «GQ» για τη βρετανική του ταυτότητα με την άκαμπτη βεβαιότητα που χαρακτηρίζει συχνά τους ήρωες του Γκάι Ρίτσι: δηλώνει μεν υπερήφανος για τη χώρα του, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά συνειδητοποιημένος αναφορικά με το αποικιοκρατικό της παρελθόν, τις επιπτώσεις της αυτοκρατορίας αλλά και στην ιδέα ότι η εθνική ταυτότητα είναι ταυτόσημη όχι μιας καθαρότητας αλλά ενός ιστορικού παλίψηστου, γεμάτου αντιφάσεις.
Ως εκ τούτου, η ελληνική ιστορία του δεν είναι διόλου εξωραϊσμένη αλλά αποκαλύπτει τα ιστορικά τραύματα που ανάγκασε τόσους Ελληνες να φύγουν με τον νόστο, όμως, της πατρίδας να μεταφέρεται αυτούσιος στις επόμενες γενιές. Η ταυτότητα του Ελληνα και του παππού του, που υπήρξε πρόσφυγας, μακριά από τη χώρα του έγινε βαθιά συνείδηση για τον ίδιο και μέρος της ταυτότητάς του, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη χώρα μας τα χρόνια της προσφυγικής κρίσης για να συμβάλει όσο μπορεί: το 2016, ο Τέο Τζέιμς επέστρεψε στην Ελλάδα ως υποστηρικτής της UNHCR, ακριβώς όπως είχε κάνει δουλεύοντας για τον ίδιο οργανισμό χρόνια πριν ο παππούς του. Επισκέφθηκε οικογένειες προσφύγων στον Πειραιά και τον Μαραθώνα, αλλά και σε δομές στην Αλεξάνδρεια και στα Λαγκαδίκια της Βόρειας Ελλάδας, συνδέοντας ουσιαστικά δύο ιστορικές εικόνες: τον Ελληνα παππού που εγκατέλειπε κάποτε τη χώρα του αναζητώντας καταφύγιο στη Συρία και τους Σύρους που, δεκαετίες αργότερα, έφταναν στην Ελλάδα αναζητώντας το αντίστροφο δρομολόγιο προς την ασφάλεια.
Ο δρόμος προς την επιτυχία
Και ίσως αυτή η πολυπλοκότητα να εξηγεί γιατί ο ίδιος μιλά στο «GQ» για τη βρετανική του ταυτότητα με την άκαμπτη βεβαιότητα που χαρακτηρίζει συχνά τους ήρωες του Γκάι Ρίτσι: δηλώνει μεν υπερήφανος για τη χώρα του, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά συνειδητοποιημένος αναφορικά με το αποικιοκρατικό της παρελθόν, τις επιπτώσεις της αυτοκρατορίας αλλά και στην ιδέα ότι η εθνική ταυτότητα είναι ταυτόσημη όχι μιας καθαρότητας αλλά ενός ιστορικού παλίψηστου, γεμάτου αντιφάσεις.
Ως εκ τούτου, η ελληνική ιστορία του δεν είναι διόλου εξωραϊσμένη αλλά αποκαλύπτει τα ιστορικά τραύματα που ανάγκασε τόσους Ελληνες να φύγουν με τον νόστο, όμως, της πατρίδας να μεταφέρεται αυτούσιος στις επόμενες γενιές. Η ταυτότητα του Ελληνα και του παππού του, που υπήρξε πρόσφυγας, μακριά από τη χώρα του έγινε βαθιά συνείδηση για τον ίδιο και μέρος της ταυτότητάς του, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη χώρα μας τα χρόνια της προσφυγικής κρίσης για να συμβάλει όσο μπορεί: το 2016, ο Τέο Τζέιμς επέστρεψε στην Ελλάδα ως υποστηρικτής της UNHCR, ακριβώς όπως είχε κάνει δουλεύοντας για τον ίδιο οργανισμό χρόνια πριν ο παππούς του. Επισκέφθηκε οικογένειες προσφύγων στον Πειραιά και τον Μαραθώνα, αλλά και σε δομές στην Αλεξάνδρεια και στα Λαγκαδίκια της Βόρειας Ελλάδας, συνδέοντας ουσιαστικά δύο ιστορικές εικόνες: τον Ελληνα παππού που εγκατέλειπε κάποτε τη χώρα του αναζητώντας καταφύγιο στη Συρία και τους Σύρους που, δεκαετίες αργότερα, έφταναν στην Ελλάδα αναζητώντας το αντίστροφο δρομολόγιο προς την ασφάλεια.
Ο δρόμος προς την επιτυχία
Γεννήθηκε σε μια άγνωστη σχεδόν περιοχή όπως το Χάι Γουίκομπ (High Wycombe) και μεγάλωσε στο Μπακινγκχαμσάιρ (Buckinghamshire), ο μικρότερος από πέντε αδέλφια, σε ένα σπίτι που ο ίδιος περιγράφει ως ένα είδος ελεγχόμενου χάους, με παιδιά, πάπιες, χήνες και ζώα. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ και κατόπιν φοίτησε στο Bristol Old Vic Theatre School: προτού καθιερωθεί ως ηθοποιός, επιχείρησε διάφορες δουλειές κάθε άλλο παρά λαμπερές -μπάρμαν, ναυαγοσώστης, ακόμη και εργαζόμενος στο NHS- ενώ παράλληλα τραγουδούσε και έπαιζε μουσική, κιθάρα, πιάνο, σαξόφωνο και φυσαρμόνικα, έχοντας υπάρξει frontman σε συγκροτήματα όπως οι Shere Khan.
Υστερα ήρθε η μεγάλη επιτυχία της αμερικανικής δυστοπικής «Τριλογίας της Απόκλισης» του Νιλ Μπέργκερ και μαζί του εκείνο το είδος της απρόσμενης φήμης που είτε μπορεί να σε τρελάνει είτε να σε προσγειώσει απότομα. Ως Four, ο Τζέιμς μετατράπηκε σχεδόν εν μία νυκτί σε διεθνές αντικείμενο εφηβικής λατρείας, ένα πρόσωπο που βρέθηκε να δεσπόζει παντού, σε αφίσες, εξώφυλλα και fan pages,.
Για ένα διάστημα, ο Τζέιμς σκέφτηκε ακόμη και να εγκαταλείψει την υποκριτική. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν είχε επιτύχει αλλά μάλλον ότι η επιτυχία ήταν απολύτως απρόσμενη. Σήμερα μιλά με εμφανή καχυποψία για εκείνες τις μεγάλες παραγωγές, όπου ο ηθοποιός καταλήγει να λειτουργεί ως «avatar» ενός franchise, θυμάται γυρίσματα μπροστά σε πράσινες οθόνες όπου κανείς δεν μπορούσε να του εξηγήσει ακριβώς τι υποτίθεται ότι κοιτούσε, και επιστρέφει στη συμβουλή που του είχε δώσει ο Αντονι Χόπκινς στην πρώτη του κινηματογραφική δουλειά: «ο ηθοποιός πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση της ταυτότητάς του, από πού έρχεται και πού πηγαίνει». Ισως γι’ αυτό η μεγάλη επιτυχία της καλογυρισμένης σειράς της HBO «The White Lotus» υπήρξε η πραγματική δεύτερη αρχή του. Ως Κάμερον Σάλιβαν, ο Τζέιμς φάνηκε να μετατρέπει αυτό που για χρόνια φάνταζε ως προνόμιο ταυτόχρονα και πρόβλημα -την εμφάνισή του- σε δραματουργικό όπλο. Ο ήρωας που υποδύεται στη σειρά, ο Κάμερον, εκμεταλλεύεται την ομορφιά με απληστία και με τον πιο ακραίο τρόπο, δείχνοντας τι σημαίνει να είσαι πέρα από όμορφος, κυνικός αμοραλιστής - ένας ταλαντούχος Ρίπλεϊ σε νέα εκδοχή, σύγχρονου πλούτου.
Οι ερμηνευτικές απαιτήσεις του ρόλου μπορεί επομένως να δικαίωσαν τον Τέο Τζέιμς ως ηθοποιό, αλλά ταυτόχρονα του έδειξαν ότι είναι γεννημένος με τη στόφα του πραγματικού πρωταγωνιστή. Μέχρι που ήρθε στη ζωή του ο Γκάι Ρίτσι: στην άκρως πετυχημένη σειρά «The Gentlemen», ο Εντι Χόρνιμαν φοράει το κοστούμι του αριστοκράτη, όπως άλλοι το αλεξίσφαιρο γιλέκο: όχι ως στολίδι αλλά ως προστατευτικό περίβλημα. Πρώην αξιωματικός, δούκας από κληρονομικό ατύχημα και εγκληματίας από σταδιακό πειρασμό, ανακαλύπτει ότι πίσω από την οικογενειακή του περιουσία κρύβεται μια αυτοκρατορία κάνναβης και, ακόμη σημαντικότερο, μια πολύ πιο σκοτεινή εκδοχή του εαυτού του.
Και ο Ρίτσι, που γνωρίζει όσο λίγοι πώς να μετατρέπει τη βρετανική ταξική κοινωνία σε γκανγκστερική όπερα από τουίντ, όπλα, ακριβά αυτοκίνητα και ανθρώπους που συζητούν για φόνο με την ευγένεια με την οποία άλλοι σχολιάζουν την ποικιλία και τη σοδειά του κρασιού -α, άλλο ένα τυπικό γνώρισμα της υψηλής βρετανικής κοινωνίας- κατάλαβε κάτι εξαιρετικά ουσιώδες για τον Τζέιμς ως ηθοποιό: ότι κάτω από την κομψότητά του υπάρχει μια υπόκωφη απειλή και μια ερμηνευτική ένταση, πέρα από τα δεδομένα του ωραίου. Στη δεύτερη σεζόν αυτό γίνεται ακόμη εντονότερο. Καθώς ο Εντι γίνεται όλο και πιο εξουσιαστικός, η ερμηνεία του Τζέιμς φαίνεται πολύ έξυπνα να συνδέει αυτή τη διαφθορά με την ιδέα της καταγωγής και του αίματος. Ο ίδιος μιλά στο «GQ» για μια ψυχή που αγγίζει τέτοια σκοτάδια μέχρι το σημείο χωρίς επιστροφή. Κάπως έτσι, όμως, μέσα από αυτές τις περίεργες ερμηνευτικές διακλαδώσεις και τον τύπο που ερμηνεύει στην πολυαναμενόμενη σειρά -έρχεται νέος κύκλος του «The Gentlemen»- αρχίζει ήδη να διαμορφώνεται ένας νέος Τζέιμς Μποντ.
Γιατί ο ρόλος του Μποντ τού πάει γάντι
Υστερα ήρθε η μεγάλη επιτυχία της αμερικανικής δυστοπικής «Τριλογίας της Απόκλισης» του Νιλ Μπέργκερ και μαζί του εκείνο το είδος της απρόσμενης φήμης που είτε μπορεί να σε τρελάνει είτε να σε προσγειώσει απότομα. Ως Four, ο Τζέιμς μετατράπηκε σχεδόν εν μία νυκτί σε διεθνές αντικείμενο εφηβικής λατρείας, ένα πρόσωπο που βρέθηκε να δεσπόζει παντού, σε αφίσες, εξώφυλλα και fan pages,.
Για ένα διάστημα, ο Τζέιμς σκέφτηκε ακόμη και να εγκαταλείψει την υποκριτική. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν είχε επιτύχει αλλά μάλλον ότι η επιτυχία ήταν απολύτως απρόσμενη. Σήμερα μιλά με εμφανή καχυποψία για εκείνες τις μεγάλες παραγωγές, όπου ο ηθοποιός καταλήγει να λειτουργεί ως «avatar» ενός franchise, θυμάται γυρίσματα μπροστά σε πράσινες οθόνες όπου κανείς δεν μπορούσε να του εξηγήσει ακριβώς τι υποτίθεται ότι κοιτούσε, και επιστρέφει στη συμβουλή που του είχε δώσει ο Αντονι Χόπκινς στην πρώτη του κινηματογραφική δουλειά: «ο ηθοποιός πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση της ταυτότητάς του, από πού έρχεται και πού πηγαίνει». Ισως γι’ αυτό η μεγάλη επιτυχία της καλογυρισμένης σειράς της HBO «The White Lotus» υπήρξε η πραγματική δεύτερη αρχή του. Ως Κάμερον Σάλιβαν, ο Τζέιμς φάνηκε να μετατρέπει αυτό που για χρόνια φάνταζε ως προνόμιο ταυτόχρονα και πρόβλημα -την εμφάνισή του- σε δραματουργικό όπλο. Ο ήρωας που υποδύεται στη σειρά, ο Κάμερον, εκμεταλλεύεται την ομορφιά με απληστία και με τον πιο ακραίο τρόπο, δείχνοντας τι σημαίνει να είσαι πέρα από όμορφος, κυνικός αμοραλιστής - ένας ταλαντούχος Ρίπλεϊ σε νέα εκδοχή, σύγχρονου πλούτου.
Οι ερμηνευτικές απαιτήσεις του ρόλου μπορεί επομένως να δικαίωσαν τον Τέο Τζέιμς ως ηθοποιό, αλλά ταυτόχρονα του έδειξαν ότι είναι γεννημένος με τη στόφα του πραγματικού πρωταγωνιστή. Μέχρι που ήρθε στη ζωή του ο Γκάι Ρίτσι: στην άκρως πετυχημένη σειρά «The Gentlemen», ο Εντι Χόρνιμαν φοράει το κοστούμι του αριστοκράτη, όπως άλλοι το αλεξίσφαιρο γιλέκο: όχι ως στολίδι αλλά ως προστατευτικό περίβλημα. Πρώην αξιωματικός, δούκας από κληρονομικό ατύχημα και εγκληματίας από σταδιακό πειρασμό, ανακαλύπτει ότι πίσω από την οικογενειακή του περιουσία κρύβεται μια αυτοκρατορία κάνναβης και, ακόμη σημαντικότερο, μια πολύ πιο σκοτεινή εκδοχή του εαυτού του.
Και ο Ρίτσι, που γνωρίζει όσο λίγοι πώς να μετατρέπει τη βρετανική ταξική κοινωνία σε γκανγκστερική όπερα από τουίντ, όπλα, ακριβά αυτοκίνητα και ανθρώπους που συζητούν για φόνο με την ευγένεια με την οποία άλλοι σχολιάζουν την ποικιλία και τη σοδειά του κρασιού -α, άλλο ένα τυπικό γνώρισμα της υψηλής βρετανικής κοινωνίας- κατάλαβε κάτι εξαιρετικά ουσιώδες για τον Τζέιμς ως ηθοποιό: ότι κάτω από την κομψότητά του υπάρχει μια υπόκωφη απειλή και μια ερμηνευτική ένταση, πέρα από τα δεδομένα του ωραίου. Στη δεύτερη σεζόν αυτό γίνεται ακόμη εντονότερο. Καθώς ο Εντι γίνεται όλο και πιο εξουσιαστικός, η ερμηνεία του Τζέιμς φαίνεται πολύ έξυπνα να συνδέει αυτή τη διαφθορά με την ιδέα της καταγωγής και του αίματος. Ο ίδιος μιλά στο «GQ» για μια ψυχή που αγγίζει τέτοια σκοτάδια μέχρι το σημείο χωρίς επιστροφή. Κάπως έτσι, όμως, μέσα από αυτές τις περίεργες ερμηνευτικές διακλαδώσεις και τον τύπο που ερμηνεύει στην πολυαναμενόμενη σειρά -έρχεται νέος κύκλος του «The Gentlemen»- αρχίζει ήδη να διαμορφώνεται ένας νέος Τζέιμς Μποντ.
Γιατί ο ρόλος του Μποντ τού πάει γάντι
Πρόκειται, άλλωστε, για έναν ανθρωπότυπο που δεν διαμορφώνεται μόνο με το σμόκιν, τα αυτοκίνητα, το σώμα αλλά και με το οξυδερκές βλέμμα, που σίγουρα διαθέτει ο Τζέιμς, αλλά και με μια ενέχουσα υψηλές δόσεις κινδύνου ευγένεια. Αναμφίβολα, ο Τζέιμς δείχνει να διαθέτει την κατάλληλη άρθρωση, την ειρωνεία, την κομψότητα και, κυρίως, εκείνη τη ρωγμή στην τέλεια βιτρίνα που χρειάζεται ένας πιο ευαίσθητος Μποντ μετά τον Ντάνιελ Κρεγκ: όχι άλλος ένας ατσαλάκωτος υπεράνθρωπος, αλλά κάποιος που φαίνεται να γνωρίζει ότι η αρρενωπότητα μπορεί να είναι ταυτόχρονα πανοπλία και φυλακή. Ο πραγματικός Τζέιμς, βέβαια, φαίνεται να προτιμά μια πολύ πιο γήινη εκδοχή της ζωής. Είναι παντρεμένος με την Ιρλανδή ηθοποιό Ρουθ Κέρνι, την οποία γνώρισε στα χρόνια της δραματικής σχολής, και έχουν δύο μικρά παιδιά.
Κανείς, όμως, δεν ξεφεύγει από τον Τζέιμς Μποντ και ειδικά ένας ηθοποιός και τύπος με τα δικά του προσόντα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι είναι πια πολύ μεγάλος και, κυρίως, ότι ένας τέτοιος ρόλος είναι ένα μέρος από το οποίο «δεν επιστρέφεις» πραγματικά: η κλίμακα της διασημότητας δεν θα άλλαζε μόνο τη δική του ζωή αλλά και εκείνη της οικογένειάς του - κάτι που μοιάζει αρκετά ειρωνικό από μόνο του. Οι φήμες, όμως, επιβεβαιώνουν ότι το θέμα για τον πρωταγωνιστή Τέο Τζέιμς ως Τζέιμς Μποντ έχει σχεδόν κλείσει.
Και το σενάριο ακούγεται εντελώς τζεϊμσμποντικό: επί 15 χρόνια ο Τέο Τζέιμς προσπαθεί να ξεφύγει από το πρόσωπο που του χάρισε η φύση και από την εικόνα που κατασκεύασε γι’ αυτόν η βιομηχανία: πέρασε από τον Four της «Τριλογίας της Απόκλισης» στον τοξικό Κάμερον του «The White Lotus», από εκεί στον αριστοκρατικά σκοτεινό Εντι του «The Gentlemen», έγινε παραγωγός, σύζυγος, πατέρας, εστιάτορας και ένας σαραντάρης που θέλει ακόμη να μπορεί να φύγει από ένα εστιατόριο και να χαθεί μέσα στο πλήθος.
Και πίσω από όλα αυτά κρύβεται η ανυπολόγιστη δύναμη του ονόματος Ταπτικλή, που πέρασε σύνορα και δυσκολίες και βρέθηκε να κάνει τα αδύνατα δυνατά με κάθε τρόπο. Ισως γι’ αυτό ο «Bondopoulos», όπως τον πειράζουν οι φίλοι του, να είναι τελικά πολύ πιο ισχυρός υποψήφιος από όλους τους υπόλοιπους Τζέιμς Μποντ: επειδή πίσω από το άψογο βρετανικό κοστούμι υπάρχει μια οικογενειακή ιστορία μετακίνησης και μεταμόρφωσης, ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η ταυτότητα δεν είναι ποτέ τόσο καθαρή όσο θέλουν να πιστεύουν οι αυτοκρατορίες, οι αριστοκράτες ή οι κινηματογραφικοί ήρωες. Κι αυτό προφανώς είναι το μεγαλύτερο -τζεϊμσμποντικό και ταυτόχρονα-προσόν του.
Κανείς, όμως, δεν ξεφεύγει από τον Τζέιμς Μποντ και ειδικά ένας ηθοποιός και τύπος με τα δικά του προσόντα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι είναι πια πολύ μεγάλος και, κυρίως, ότι ένας τέτοιος ρόλος είναι ένα μέρος από το οποίο «δεν επιστρέφεις» πραγματικά: η κλίμακα της διασημότητας δεν θα άλλαζε μόνο τη δική του ζωή αλλά και εκείνη της οικογένειάς του - κάτι που μοιάζει αρκετά ειρωνικό από μόνο του. Οι φήμες, όμως, επιβεβαιώνουν ότι το θέμα για τον πρωταγωνιστή Τέο Τζέιμς ως Τζέιμς Μποντ έχει σχεδόν κλείσει.
Και το σενάριο ακούγεται εντελώς τζεϊμσμποντικό: επί 15 χρόνια ο Τέο Τζέιμς προσπαθεί να ξεφύγει από το πρόσωπο που του χάρισε η φύση και από την εικόνα που κατασκεύασε γι’ αυτόν η βιομηχανία: πέρασε από τον Four της «Τριλογίας της Απόκλισης» στον τοξικό Κάμερον του «The White Lotus», από εκεί στον αριστοκρατικά σκοτεινό Εντι του «The Gentlemen», έγινε παραγωγός, σύζυγος, πατέρας, εστιάτορας και ένας σαραντάρης που θέλει ακόμη να μπορεί να φύγει από ένα εστιατόριο και να χαθεί μέσα στο πλήθος.
Και πίσω από όλα αυτά κρύβεται η ανυπολόγιστη δύναμη του ονόματος Ταπτικλή, που πέρασε σύνορα και δυσκολίες και βρέθηκε να κάνει τα αδύνατα δυνατά με κάθε τρόπο. Ισως γι’ αυτό ο «Bondopoulos», όπως τον πειράζουν οι φίλοι του, να είναι τελικά πολύ πιο ισχυρός υποψήφιος από όλους τους υπόλοιπους Τζέιμς Μποντ: επειδή πίσω από το άψογο βρετανικό κοστούμι υπάρχει μια οικογενειακή ιστορία μετακίνησης και μεταμόρφωσης, ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η ταυτότητα δεν είναι ποτέ τόσο καθαρή όσο θέλουν να πιστεύουν οι αυτοκρατορίες, οι αριστοκράτες ή οι κινηματογραφικοί ήρωες. Κι αυτό προφανώς είναι το μεγαλύτερο -τζεϊμσμποντικό και ταυτόχρονα-προσόν του.
Τίνα Μανδηλαρά
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ