17 Σεπτεμβρίου 2026

Έρχεται ο Οπλίτης-Πολίτης: Ο στρατεύσιμος θα υπερασπίζεται τον τόπο του, τι αλλάζει στην θητεία με την «Ατζέντα 2030»


Την δική του εικόνα για την επιστράτευση και συνολικά για τη σχέση των Ενόπλων Δυνάμεων με την κοινωνία παρουσίασε σήμερα στην Πράγα ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός Δημήτριος Χούπης. Μεταξύ των σημείων της παρέμβασής του ήταν η φιλοσοφία του «Οπλίτη-Πολίτη» προκειμένου οι στρατεύσιμοι να υπερασπίζονται τον τόπο τους, μιας και όπως είπε ο επαγγελματικός στρατός δεν μπορεί να δημιουργήσει το μέγεθος της στρατιωτικής ισχύος που είναι απαραίτητο για μία σύγκρουση μακράς διάρκειας.

Συγκεκριμένα, μιλώντας στο IISS Prague Defence Summit, σε μία περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επανεξετάζει μοντέλα στράτευσης που εγκατέλειψε τις προηγούμενες δεκαετίες, ο Έλληνας Αρχηγός ΓΕΕΘΑ έθεσε στον πυρήνα της παρέμβασής του μία σαφή διάκριση: οι επαγγελματικές Ένοπλες Δυνάμεις και οι στρατεύσιμοι δεν καλούνται να εκτελέσουν ακριβώς την ίδια αποστολή και, κυρίως, η κινητοποίηση μιας χώρας σε περίοδο κρίσης δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση που αφορά αποκλειστικά τον στρατό.

Ο κ. Χούπης ανέφερε ότι η επιστροφή του πολέμου υψηλής έντασης στην Ευρώπη και η ταχύτητα με την οποία μεταβάλλεται η τεχνολογία υποχρεώνουν τα ευρωπαϊκά κράτη να επανεξετάσουν θεμελιώδεις επιλογές των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Η δυνατότητα ενός κράτους να διατηρήσει πολεμικές επιχειρήσεις όχι για μερικές εβδομάδες, αλλά για μήνες ή ακόμη και χρόνια, όπως έχει δείξει η εμπειρία των τελευταίων τεσσάρων ετών, εξαρτάται πλέον από το ανθρώπινο δυναμικό, τις υποδομές, την τεχνολογία αλλά και από τον βαθμό στον οποίο ολόκληρη η κοινωνία είναι προετοιμασμένη να λειτουργήσει σε συνθήκες κινητοποίησης.

Επαγγελματικός στρατός και στρατεύσιμοι σε διαφορετικούς ρόλους

Σε αυτό το πλαίσιο τοποθέτησε μία από τις σημαντικότερες αναφορές της ομιλίας του. Κατά τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ, οι επαγγελματικές δυνάμεις είναι δομημένες, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται σε υψηλές απαιτήσεις συνεχούς ετοιμότητας και σε εκστρατευτικές επιχειρήσεις, ενώ οι στρατεύσιμες δυνάμεις αποκτούν ιδιαίτερο βάρος όταν το ζητούμενο είναι η άμυνα της ίδιας της επικράτειας και η δυνατότητα ενός κράτους να αναπτύξει σε μεγάλη κλίμακα ανθρώπινο δυναμικό. Η διάκριση αυτή, όπως εξήγησε, δεν προκύπτει απλώς από οικονομικούς ή αριθμητικούς περιορισμούς αλλά αποτελεί στρατηγική επιλογή.

Ένας αποκλειστικά επαγγελματικός στρατός, όσο καλά εκπαιδευμένος και τεχνολογικά προηγμένος κι αν είναι, δύσκολα μπορεί μόνος του να δημιουργήσει το μέγεθος της στρατιωτικής ισχύος που απαιτεί μία γενικευμένη και μακρά σύγκρουση στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Για τον ίδιο λόγο, ο κ. Χούπης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η κινητοποίηση δεν μπορεί να θεωρείται απλώς στρατιωτική διαδικασία. Είναι πρωτίστως κοινωνική. Προϋποθέτει πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι η συλλογική άμυνα δεν αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα ενός επαγγελματικού σώματος στρατιωτικών, αλλά ευθύνη που διαπερνά την ίδια την κοινωνία.

Οι πολίτες, σύμφωνα με αυτή τη λογική, πρέπει να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέρος της αμυντικής αρχιτεκτονικής της χώρας και η στρατιωτική υπηρεσία να μην αποτελεί μία αποκομμένη περίοδο της ζωής τους, αλλά να εντάσσεται στον θεσμικό και κοινωνικό ιστό.

Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ συνέδεσε αυτή την αντίληψη με την αρχαιοελληνική παράδοση και την έννοια του πολίτη που είναι ταυτόχρονα υπεύθυνος για την άμυνα της πόλης του, παραπέμποντας στον Όμηρο: «Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός: να υπερασπίζεσαι την πατρίδα σου».

Η αναφορά δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς ως ιστορική παραπομπή. Ο κ. Χούπης τη συνέδεσε με τη βασική θέση ότι η υπεράσπιση της χώρας αποτελεί κοινή ευθύνη και όχι υπόθεση μιας κλειστής επαγγελματικής στρατιωτικής ελίτ.

Η επιστροφή της θητείας στην Ευρώπη

Η συζήτηση αυτή εξελίσσεται ήδη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο κ. Χούπης σημείωσε ότι εννέα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούν σήμερα υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και ότι ο αριθμός τους αυξάνεται, αντιστρέφοντας μία τάση περίπου δύο δεκαετιών, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές χώρες κινούνταν προς μικρότερους και πλήρως επαγγελματικούς στρατούς.

Η μεταβολή αυτή, σύμφωνα με την ανάλυσή του, αντανακλά την αναγνώριση ότι οι επαγγελματικές δυνάμεις από μόνες τους δεν μπορούν να παράγουν την κλίμακα στρατιωτικής ισχύος που θα απαιτούσε η άμυνα της Ευρώπης σε μία σύγκρουση μεγάλης διάρκειας. Στην Ελλάδα, η απάντηση επιχειρείται μέσα από την «Ατζέντα 2030» και τη δημιουργία ενός διαφορετικού μοντέλου ενεργού εφεδρείας, το οποίο ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ συνέδεσε με την αρχαιοελληνική έννοια του «Οπλίτη-Πολίτη».

Ο στρατεύσιμος να υπερασπίζεται τον τόπο του

Ο πρώτος άξονας του νέου μοντέλου αφορά τη γεωγραφική σύνδεση του στρατεύσιμου και στη συνέχεια του εφέδρου με τον τόπο καταγωγής ή μόνιμης κατοικίας του. Η λογική είναι ότι ένας έφεδρος που καλείται να υπερασπιστεί τη γεωγραφική περιοχή στην οποία ζει, γνωρίζει και έχει προσωπικούς δεσμούς διαθέτει διαφορετική σχέση με την αποστολή του από εκείνον που τοποθετείται σε μία περιοχή χωρίς σύνδεση με την καθημερινή του ζωή. Η επιλογή αυτή αποσκοπεί παράλληλα στη διατήρηση της συνοχής των μονάδων και στη δημιουργία μεγαλύτερης τοπικής αμυντικής ικανότητας.

Θητεία που δεν θα αφήνει την τεχνολογία στην πύλη του στρατοπέδου

Ο δεύτερος άξονας αφορά την τεχνολογία και κυρίως τη νέα γενιά στρατευσίμων. Ο κ. Χούπης αναγνώρισε ότι οι νέοι της Generation Z αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερο σκεπτικισμό μία στρατιωτική θητεία η οποία δεν τους προσφέρει δεξιότητες που να συνδέονται με την τεχνολογική και επαγγελματική τους πραγματικότητα. Για τον λόγο αυτό, κατά τον σχεδιασμό που περιέγραψε, οι στρατεύσιμοι πρέπει να έρχονται σε συνεχή επαφή με σύγχρονα συστήματα και να αποκτούν τεχνολογικές δεξιότητες αντίστοιχες, όπου αυτό είναι δυνατόν, με εκείνες των επαγγελματιών στελεχών.

Η θητεία, στην αντίληψη αυτή, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται από έναν νέο ως παύση της επαγγελματικής και τεχνολογικής του εξέλιξης, αλλά ως περίοδος κατά την οποία μπορεί να αποκτήσει πρόσθετες γνώσεις και δεξιότητες. Drones, κυβερνοχώρος, Τεχνητή Νοημοσύνη και σύγχρονα θανατηφόρα αλλά και μη θανατηφόρα συστήματα εντάσσονται πλέον σε αυτή τη διαδικασία.

Επιχειρησιακή ετοιμότητα μέσα σε 14 εβδομάδες

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ταχύτητα εκπαίδευσης και ένταξης στις επιχειρησιακές μονάδες. Στόχος, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, είναι το 70% των στρατευσίμων να μπορεί να φτάνει σε επιχειρησιακή ετοιμότητα μέσα στις πρώτες 14 εβδομάδες. Η λογική πίσω από αυτή την επιλογή είναι ότι σε μία σύγχρονη κρίση το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην πραγματική επιχειρησιακή αξιοποίηση πρέπει να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο.

Το νέο μοντέλο επομένως δεν αφορά μόνο το πόσοι πολίτες μπορούν να επιστρατευθούν αλλά πόσο γρήγορα μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικά αξιοποιήσιμο στρατιωτικό δυναμικό.

Ψηφιακή επιστράτευση και κυβερνοπροστατευμένες υποδομές

Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ συνέδεσε επίσης την κινητοποίηση με τον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους. Ψηφιακές πλατφόρμες ειδοποίησης στρατευσίμων και εφέδρων, εξατομικευμένη διαδικτυακή εκπαίδευση, κατανεμημένες δυνατότητες διοίκησης και ασφαλείς επικοινωνίες αποτελούν, όπως τόνισε, πλέον βασικές προϋποθέσεις ενός σύγχρονου συστήματος κινητοποίησης. Ένα κράτος που δεν διαθέτει ισχυρές και προστατευμένες από κυβερνοεπιθέσεις τεχνολογικές υποδομές δεν μπορεί να πραγματοποιήσει αποτελεσματική επιστράτευση σε μία ταχέως εξελισσόμενη κρίση. Η κινητοποίηση συνδέεται επομένως πλέον τόσο με τα στρατόπεδα και τις μονάδες όσο και με τα δίκτυα, τα δεδομένα και τη δυνατότητα του κράτους να συνεχίζει να επικοινωνεί και να διοικεί όταν οι ίδιες οι ψηφιακές υποδομές του βρίσκονται υπό επίθεση.

Οι γυναίκες και οι ειδικότητες που δεν μπορεί να διατηρεί μόνος του ο στρατός

Μέρος του σχεδιασμού είναι και η συστηματικότερη αξιοποίηση εξειδικευμένων πολιτών. Ο κ. Χούπης αναφέρθηκε σε πιλοτικό πρόγραμμα στράτευσης γυναικών με στόχο την επαγγελματική αξιοποίησή τους σε συγκεκριμένες ειδικότητες, αλλά και σε ένα ευρύτερο μοντέλο μέσω του οποίου γνώσεις που υπάρχουν στον ιδιωτικό τομέα μπορούν να ενσωματώνονται στις αμυντικές ανάγκες της χώρας.

Κυβερνοασφάλεια, ανάλυση δεδομένων, τηλεπικοινωνίες και logistics αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Οι σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις χρειάζονται ειδικούς σε αυτούς τους τομείς, χωρίς όμως να είναι πάντα οικονομικά ή επιχειρησιακά εφικτό να διατηρούν μόνιμα όλο αυτό το προσωπικό στις τάξεις τους. Η δημιουργία συμβατικών σχέσεων ήδη από την περίοδο ειρήνης με εξειδικευμένους επαγγελματίες μπορεί, σύμφωνα με τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ, να δημιουργήσει μία δεξαμενή ανθρώπων που θα μπορούν να κινητοποιηθούν ταχύτατα όταν υπάρξει ανάγκη.

Από τον στρατό στην «ολική άμυνα»

Η ίδια φιλοσοφία επεκτείνεται στις υποδομές. Ο κ. Χούπης αναφέρθηκε στο μοντέλο της «συνολικής άμυνας» ή «whole-of-society defence», σύμφωνα με το οποίο στρατιωτικές και πολιτικές δομές δεν μπορούν πλέον να σχεδιάζονται ως δύο παράλληλοι κόσμοι. Οι Ένοπλες Δυνάμεις σε έναν παρατεταμένο πόλεμο εξαρτώνται από πολιτικά λιμάνια, δρόμους, σιδηροδρόμους, τηλεπικοινωνίες, βιομηχανίες και εφοδιαστικές αλυσίδες.

Ταυτόχρονα, οι ίδιες αυτές υποδομές μπορούν να βρεθούν στο στόχαστρο κυβερνοεπιθέσεων ή πληγμάτων ακριβείας. Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, κινείται για τον λόγο αυτό προς ένα μοντέλο υποδομών διττής χρήσης. Στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κόμβοι μεταφορών, κυβερνητικά συστήματα cloud και βιομηχανικές δυνατότητες μπορούν να εξυπηρετούν πολιτικές ανάγκες σε περίοδο ειρήνης και να μετατρέπονται σε κρίσιμα στοιχεία της στρατιωτικής κινητοποίησης σε περίοδο κρίσης.

Το παράθυρο των επόμενων τριών έως πέντε ετών

Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ τοποθέτησε τη συζήτηση σε έναν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Οι χώρες που θα καταφέρουν μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια να ενσωματώσουν τη νέα τεχνολογία, την ενεργό εφεδρεία, τις πολιτικές υποδομές και το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό σε ένα ενιαίο σύστημα άμυνας, εκτίμησε ότι θα έχουν δημιουργήσει μέχρι το 2035 πολύ ισχυρότερες δυνατότητες συνολικής αποτροπής. Αντίθετα, όσες παραμείνουν προσκολλημένες στα μοντέλα επιστράτευσης του Ψυχρού Πολέμου κινδυνεύουν να διαθέτουν αριθμητικά μεγάλες αλλά τεχνολογικά κατώτερες δυνάμεις.

Για τον κ. Χούπη, το ζήτημα δεν είναι πλέον αποκλειστικά στρατιωτικό ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω νέων εξοπλισμών. Απαιτεί αλλαγές στην εκπαίδευση, στις υποδομές, στις Ένοπλες Δυνάμεις και κυρίως στη σχέση του ίδιου του πολίτη με την έννοια της άμυνας. Σε μία Ευρώπη όπου, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «η Γεωγραφία παράγει Ιστορία», η στρατιωτική κινητοποίηση εξελίσσεται σε δοκιμασία όχι μόνο για τους στρατούς αλλά για την ικανότητα των ίδιων των κοινωνιών να προετοιμαστούν εγκαίρως για ένα περιβάλλον ασφάλειας που έχει ήδη αλλάξει.