Η Ελλάδα περνά σταδιακά από τη συζήτηση γύρω από την πυρηνική ενέργεια στη θεσμική προετοιμασία για την αξιολόγηση της ενδεχόμενης ένταξής της στο μελλοντικό ενεργειακό μείγμα της χώρας. Το επόμενο βήμα αφορά τη συγκρότηση της διυπουργικής επιτροπής, η οποία προετοιμάζεται ώστε να πάρει σάρκα και οστά μέσα στον Σεπτέμβριο, με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να έχει τον κεντρικό συντονισμό.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής, έχει ήδη απευθύνει το σχετικό κάλεσμα προς τις συναρμόδιες πλευρές για τη συμμετοχή τους στο νέο σχήμα. Η κινητικότητα αυτή την περίοδο επικεντρώνεται κυρίως στη συγκρότηση του διυπουργικού πυρήνα, ο οποίος θα αναλάβει να βάλει σε σειρά τα διαφορετικά κομμάτια ενός εγχειρήματος που ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια της ενεργειακής πολιτικής.
Πιο πίσω βρίσκεται, αντίθετα, το δεύτερο σκέλος του σχεδιασμού, δηλαδή η εξειδικευμένη τεχνική ομάδα που θα αναλάβει το ουσιαστικό επιστημονικό και τεχνικό έργο. Η προετοιμασία της έχει κινηθεί με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό και απαιτεί ακόμη δουλειά ως προς τη σύνθεση, τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της. Έτσι, τα δύο επίπεδα του νέου μηχανισμού δεν βρίσκονται αυτή τη στιγμή στον ίδιο βαθμό ωριμότητας: η διυπουργική επιτροπή προηγείται, ενώ ο τεχνικός βραχίονας ακολουθεί. Όταν συγκροτηθεί, η ομάδα αυτή θα κληθεί να σηκώσει το μεγαλύτερο μέρος της τεχνικής δουλειάς. Θα πρέπει να οργανώσει τις μελέτες, να συνδέσει διαφορετικά επιστημονικά αντικείμενα και να συγκεντρώσει τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε η χώρα να αποκτήσει μια καθαρή εικόνα για το τι σημαίνει στην πράξη η πυρηνική επιλογή.
Ο σχεδιασμός προβλέπει συνεργασία με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και ειδικούς, ανάλογα με το αντικείμενο κάθε μελέτης. Άλλες ομάδες θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να εξετάσουν τη χωροθέτηση, άλλες το κόστος παραγωγής, άλλες τις απαιτήσεις του δικτύου και άλλες το θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η όλη διαδικασία, πάντως, απέχει πολύ από μια απόφαση για την κατασκευή πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει ακόμη επιλογή τεχνολογίας, τοποθεσίας, επενδυτή ή προμηθευτή. Αυτό που επιχειρείται είναι να δημιουργηθεί ο μηχανισμός που θα επιτρέψει στη χώρα να εξετάσει με σοβαρούς τεχνικούς, οικονομικούς και θεσμικούς όρους εάν η πυρηνική ενέργεια μπορεί πράγματι να έχει θέση στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό.
Πρόκειται για μια διαδικασία που εκ των πραγμάτων θα κρατήσει χρόνια. Στο τραπέζι θα μπουν το κόστος, η ασφάλεια, η χωροθέτηση, το ρυθμιστικό πλαίσιο, η επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος, η κοινωνική αποδοχή, η χρηματοδότηση αλλά και το δύσκολο κεφάλαιο της διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων.
Στο τιμόνι ο Νίκος Τσάφος
Κεντρικό ρόλο αναμένεται να αναλάβει στην επόμενη φάση ο Νίκος Τσάφος, με το ΥΠΕΝ να είναι ο μαέστρος μεταξύ των διαφορετικών υπουργείων και φορέων. Στη διυπουργική δομή σχεδιάζεται να εκπροσωπηθούν, μεταξύ άλλων, τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Παιδείας, Υγείας, καθώς και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Η πολυπληθής αυτή σύνθεση δεν είναι τυχαία. Ένα πυρηνικό πρόγραμμα, ακόμη και στο καθαρά διερευνητικό του στάδιο, δεν αφορά μόνο το πώς θα παράγεται ηλεκτρική ενέργεια. Ακουμπά ταυτόχρονα την οικονομία, τη βιομηχανία, τις μεταφορές, τη ναυτιλία, την εκπαίδευση, την πολιτική προστασία, τη δημόσια υγεία και τις υποδομές.
Ιδιαίτερη θέση στο σχήμα αναμένεται να έχει η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, καθώς αποτελεί τον κατεξοχήν αρμόδιο φορέα για ζητήματα ακτινοπροστασίας, πυρηνικής ασφάλειας και ρυθμιστικής προετοιμασίας.
Παράλληλα, στον σχεδιασμό προβλέπεται να υπάρχει δυνατότητα συμμετοχής, ανάλογα με το θέμα που εξετάζεται, εκπροσώπων της βιομηχανίας, πανεπιστημίων και ενεργειακών επιχειρήσεων, όπως η ΔΕΗ. Ο ρόλος τους θα είναι κατά βάση συμβουλευτικός, ώστε να μεταφέρουν τεχνογνωσία, δεδομένα και εμπειρία από την αγορά.
Η προτεραιότητα έχει δοθεί στη διυπουργική, ώστε να δημιουργηθεί πρώτα ο μηχανισμός πολιτικού συντονισμού, ενώ η τεχνική ομάδα χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσει πλήρη δομή και στελέχωση. Άνθρωποι με γνώση των διεργασιών σχολιάζουν πως αυτό έχει σημασία, καθώς ένα από τα βασικά ζητήματα που επιχειρεί να λύσει το νέο σχήμα είναι ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων. Μια μελέτη χωροθέτησης, για παράδειγμα, μπορεί να χρειάζεται σεισμολογικά, γεωλογικά, περιβαλλοντικά ή χωροταξικά δεδομένα που βρίσκονται σε διαφορετικές υπηρεσίες. Χωρίς έναν κεντρικό μηχανισμό, ακόμη και η συλλογή αυτών των στοιχείων μπορεί να εξελιχθεί σε χρονοβόρα διαδικασία.
Η παρουσία των συναρμόδιων υπουργείων στο ίδιο τραπέζι φιλοδοξεί ακριβώς να περιορίσει τέτοιες καθυστερήσεις και να δώσει συνέχεια σε ένα πρόγραμμα που, εφόσον προχωρήσει, θα ξεπεράσει χρονικά μία κυβερνητική θητεία.
Το μεγάλο ερώτημα των SMRs
Ένα από τα θέματα που αναμένεται να βρεθούν ψηλά στην ατζέντα είναι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, οι γνωστοί SMRs. Η συγκεκριμένη τεχνολογία έχει μπει δυναμικά στη διεθνή ενεργειακή συζήτηση, καθώς παρουσιάζεται ως μια πιο ευέλικτη λύση σε σχέση με τους παραδοσιακούς μεγάλους πυρηνικούς σταθμούς.
Για την Ελλάδα, πάντως, ακόμη και αυτή η συζήτηση βρίσκεται στο στάδιο της αξιολόγησης. Δεν έχει επιλεγεί συγκεκριμένη τεχνολογία ούτε έχει ληφθεί απόφαση ότι οι SMRs αποτελούν την ενδεδειγμένη λύση για το ελληνικό σύστημα.
Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η χώρα είναι πολύ ευρύτερο: εάν σε ένα ηλεκτρικό σύστημα όπου οι ΑΠΕ θα καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο χρειάζεται στο μέλλον μια πρόσθετη πηγή σταθερής και ελεγχόμενης παραγωγής και, εφόσον η απάντηση είναι θετική, εάν η πυρηνική ενέργεια μπορεί να καλύψει αυτόν τον ρόλο με αποδεκτό κόστος και επίπεδο ασφάλειας.
Οι ΗΠΑ και το δύσκολο κομμάτι της χρηματοδότησης
Η ελληνική πλευρά γνωρίζει ότι μια τέτοια προσπάθεια δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις εγχώριες δυνάμεις. Η τεχνογνωσία, η εκπαίδευση προσωπικού και η θεσμική προετοιμασία απαιτούν διεθνείς συνεργασίες, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να συγκαταλέγονται στους βασικούς πιθανούς εταίρους.
Το αμερικανικό ενδιαφέρον έχει συνδεθεί κυρίως με τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες, αλλά και με τη δυνατότητα δημιουργίας συνεργειών ανάμεσα σε αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους και την ελληνική βιομηχανία. Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην ίδια την τεχνολογία του αντιδραστήρα. Περιλαμβάνει την εκπαίδευση στελεχών, την παραγωγή εξοπλισμού, ειδικών υλικών και μεταλλικών κατασκευών, αλλά και πιθανές εφαρμογές στη ναυπηγική και στις ενεργειακές υπηρεσίες.
Ανοιχτό παραμένει, ωστόσο, το μεγάλο ζήτημα της χρηματοδότησης. Τα έξοδα ενός πυρηνικού προγράμματος αρχίζουν πολύ πριν πέσει το πρώτο θεμέλιο. Μελέτες σκοπιμότητας, εκπαίδευση προσωπικού, ρυθμιστική προετοιμασία, τεχνική βοήθεια και δημιουργία νέων θεσμών απαιτούν κεφάλαια ήδη από τα πρώτα στάδια.
Οι επαφές για πιθανή χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη εξακολουθούν να βρίσκονται σε διερευνητικό επίπεδο. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ανακοινωμένη συμφωνία ούτε κάποιο συγκεκριμένο δεσμευμένο χρηματοδοτικό εργαλείο.
Η ελληνική βιομηχανία στο κάδρο
Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια έχει, πάντως, πολύ μεγαλύτερο οικονομικό αποτύπωμα από έναν πιθανό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής. Ένα πυρηνικό project κινητοποιεί μια τεράστια αλυσίδα επιχειρήσεων, προμηθευτών, μηχανικών, κατασκευαστών και ερευνητικών φορέων.
Γι' αυτό και ένα από τα βασικά κομμάτια της προετοιμασίας θα είναι η χαρτογράφηση της ελληνικής παραγωγικής βάσης. Θα πρέπει να εξεταστεί τι μπορεί να παράγει η χώρα μόνη της και σε ποια σημεία θα μπορούσαν να συμμετέχουν ελληνικές εταιρείες.
Στο μικροσκόπιο αναμένεται να μπουν η μεταλλουργία, οι βιομηχανίες ειδικών κατασκευών, οι κατασκευαστές εξοπλισμού, τα ναυπηγεία, οι μεγάλοι τεχνικοί όμιλοι και οι ενεργειακές επιχειρήσεις. Το ζητούμενο είναι να φανεί ποιο κομμάτι μιας μελλοντικής πυρηνικής εφοδιαστικής αλυσίδας θα μπορούσε να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία μέσα στην Ελλάδα, αντί το σύνολο της τεχνολογίας και του εξοπλισμού να εισαχθεί από το εξωτερικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτούν και οι εφαρμογές στη ναυτιλία, καθώς διεθνώς ανοίγει ξανά η συζήτηση για προηγμένες πυρηνικές τεχνολογίες σε πλοία και πλωτές εγκαταστάσεις.
Το κενό στο ανθρώπινο δυναμικό
Ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα αφορά την εκπαίδευση. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα περιορισμένο αριθμό ανθρώπων με εξειδίκευση στα διαφορετικά πεδία που απαιτεί ένα πυρηνικό πρόγραμμα.
Και το ζήτημα δεν αφορά μόνο πυρηνικούς μηχανικούς. Χρειάζονται ειδικοί στην ακτινοπροστασία, τη διαχείριση αποβλήτων, τη ρυθμιστική εποπτεία, την κυβερνοασφάλεια, τη φυσική προστασία των εγκαταστάσεων, την περιβαλλοντική αδειοδότηση και τα σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών.
Εδώ αποκτούν κρίσιμο ρόλο τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, τα οποία θα κληθούν να αναπτύξουν νέα προγράμματα, συνεργασίες και επιστημονική γνώση. Χωρίς επαρκές ανθρώπινο δυναμικό και ισχυρή ανεξάρτητη εποπτεία, ακόμη και μια ώριμη τεχνολογία που θα εισαγόταν έτοιμη από το εξωτερικό δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με τους απαιτούμενους όρους ασφάλειας.
Ο οδικός χάρτης της IAEA και τα 19 πεδία
Η ελληνική προετοιμασία αναμένεται να κινηθεί πάνω στο λεγόμενο Milestones Approach του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, το μοντέλο που χρησιμοποιείται διεθνώς από χώρες οι οποίες εξετάζουν για πρώτη φορά την ανάπτυξη πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής.
Η μεθοδολογία χωρίζεται σε τρεις μεγάλες φάσεις και εξετάζει 19 διαφορετικά πεδία πυρηνικής υποδομής. Τα πεδία αυτά δεν αποτελούν μια απλή λίστα που ολοκληρώνεται διαδοχικά. Επανεξετάζονται σε κάθε στάδιο, με όλο και μεγαλύτερη λεπτομέρεια και βαθμό ωριμότητας.
Ανάμεσά τους βρίσκονται η εθνική θέση απέναντι στην πυρηνική ενέργεια, η ασφάλεια, η διοίκηση του προγράμματος, το χρηματοδοτικό μοντέλο, το νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, οι διεθνείς υποχρεώσεις μη διάδοσης, η ακτινοπροστασία και η επάρκεια του ηλεκτρικού δικτύου.
Στην ίδια λίστα περιλαμβάνονται η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, η κοινωνική συμμετοχή, η χωροθέτηση, οι υποστηρικτικές εγκαταστάσεις, η περιβαλλοντική προστασία, η αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, η φυσική ασφάλεια, ο κύκλος του πυρηνικού καυσίμου, τα ραδιενεργά απόβλητα, η συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας και οι προμήθειες.
Η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στην πρώτη φάση
Σε όρους IAEA, η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά στην αρχή της πρώτης φάσης. Είναι το στάδιο στο οποίο μια χώρα εξετάζει εάν έχει λόγο να αποκτήσει πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή πριν λάβει οποιαδήποτε δεσμευτική απόφαση.
Σε αυτή τη διαδρομή θα πρέπει να μπουν κάτω όλα τα δεδομένα: οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας, το κόστος, οι διαθέσιμες τεχνολογίες, η ασφάλεια, η κοινωνική αποδοχή, οι πιθανές περιοχές χωροθέτησης και, κυρίως, το εάν το κράτος διαθέτει τις δομές για να ελέγξει και να υποστηρίξει ένα τέτοιο πρόγραμμα.
Το τέλος αυτής της πρώτης φάσης δεν είναι απαραίτητα μια θετική απόφαση για πυρηνικό σταθμό. Είναι η δυνατότητα της χώρας να λάβει μια τεκμηριωμένη απόφαση, ακόμη και εάν αυτή είναι ότι δεν πρέπει να προχωρήσει.
Μόνο εφόσον η αξιολόγηση καταλήξει θετικά θα ανοίξει η δεύτερη φάση. Εκεί πλέον απαιτούνται πλήρες νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, ανεξάρτητη εποπτεία, χρηματοδοτικό μοντέλο, διαδικασίες αδειοδότησης, προετοιμασία πιθανών τοποθεσιών και ανάπτυξη του αναγκαίου ανθρώπινου δυναμικού.
Στο τέλος αυτού του σταδίου μια χώρα θα πρέπει να είναι σε θέση να απευθυνθεί στην αγορά και να ζητήσει προσφορές για συγκεκριμένο έργο.
Η τρίτη και τελευταία φάση αφορά πλέον την ίδια την υλοποίηση, κατασκευή, δοκιμές και προετοιμασία για λειτουργία. Η Ελλάδα απέχει ακόμη πολύ από αυτό το σημείο. Αυτό που επιχειρείται τώρα είναι να χτιστεί, βήμα βήμα, ο μηχανισμός που θα επιτρέψει να απαντηθεί πρώτα το βασικό ερώτημα, εάν η πυρηνική ενέργεια μπορεί πράγματι να έχει θέση στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα των επόμενων δεκαετιών.
ΙΩΑΝΝΑ ΚΩΣΤΑΔΗΜΑ
iefimerida.gr