23 Σεπτεμβρίου 2026

Γεωργιάδης: «Καρτέλ στα διυλιστήρια δεν τεκμηριώνεται από τα στοιχεία – Η ελληνική τιμή χωρίς φόρους παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο»


Ανάρτηση έκανε στο «X» ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης σχετικά με τη δημόσια συζήτηση που άνοιξε από τον Αλέξη Τσίπρα περί «ύπαρξης καρτέλ στα διυλιστήρια».

Ο Άδωνις Γεωργιάδης στην ανάρτησή του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «τα πραγματικά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό περί «καρτέλ» και παραθέτει συγκεκριμένους αριθμούς.

Η ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη

«Ας μιλήσουμε επιτέλους για το αν υπάρχει ή όχι καρτέλ στα διυλιστήρια στην Ελλάδα αλλά και για την ψυχολογία του φθόνου για τον πλούτο και την επιτυχία των άλλων ανθρώπων…

Από χθες ο κ. Αλέξης Τσίπρας επανέφερε στον δημόσιο διάλογο και μάλιστα με ένταση την συζήτηση περί της «ύπαρξης καρτέλ στα διυλιστήρια» και στο ότι «οι ακριβές τιμές στα καύσιμα είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας της Κυβέρνησης Μητσοτάκη να συγκρουστεί με αυτά»….

Αυτή η συζήτηση βρίσκει φυσικά πολύ γόνιμο έδαφος στην κοινή γνώμη και κυρίως στους Αριστερούς για δύο βασικά λόγους. Ο πρώτος, ότι οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν, όλα τα νοικοκυριά πιέζονται και είναι φυσικό ο κόσμος να δυσανασχετεί και να ψάχνει ενόχους σε κάποιους πλουσίους και στην «κακιά Κυβέρνηση». Ο δεύτερος λόγος είναι πιο πεζός, ο έμφυτος και πανάρχαιος φθόνος που δυστυχώς αποτελεί αρχαίο γνώρισμα στον τόπο αυτόν. Έχω εδώ και χρόνια αντιληφθεί ότι ο κυριότερος λόγος που η Αριστερά ανέβηκε τόσο πολύ στην Ελλάδα είναι ότι τον φθόνο, που είχαμε από πάντα μέσα μας κατά των όσων από εμάς καταφέρνουν περισσότερα, τον μετέτρεψε δήθεν σε ηθική ιδεολογία. Ενώ δηλ ο φθόνος πάντα υπήρχε, αλλά εθεωρείτο κακό συναίσθημα και όσοι τον αισθάνονταν τον έκρυβαν και σε κάθε περίπτωση δεν τον διαφήμιζαν, ήρθε η Αριστερά και είπε στον λαό, «όχι δεν είναι κακό να μισείς τον πλούσιο πήγαινε να του τα πάρεις δικά σου είναι και αυτό είναι απολύτως δίκαιο»….

Άρα η στοχοποίηση των πλούσιων γενικά, «που θησαυρίζουν εις βάρος μας» είναι και εκλογικά επιτυχής και σύμφωνη με την Αριστερή ιδεολογία του Φθόνου.

Αυτή όμως όλη η συζήτηση έχει καμία πραγματική βάση;

Τα πραγματικά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό περί «καρτέλ των διυλιστηρίων».

Ας δούμε τους αριθμούς.

Σύμφωνα με το επίσημο Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 η τιμή της αμόλυβδης 95 στην Ελλάδα, χωρίς φόρους, ήταν 1.024,98 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Ο αντίστοιχος σταθμισμένος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 1.087,83 ευρώ.

Δηλαδή η ελληνική τιμή χωρίς φόρους ήταν περίπου 5,8% ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΗ από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό είναι το κρίσιμο συγκριτικό στοιχείο.

Διότι, αν θέλουμε να εξετάσουμε τη λειτουργία της αγοράς καυσίμων και όχι τις διαφορετικές φορολογικές επιβαρύνσεις κάθε κράτους, πρέπει να συγκρίνουμε τις τιμές χωρίς φόρους.

Τι συνέβη λοιπόν τις τελευταίες εβδομάδες;

Υπήρξε μεγάλη αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και, ταυτόχρονα, εξαιρετικά μεγάλη αύξηση των διεθνών περιθωρίων διύλισης της βενζίνης. Στις αρχές Σεπτεμβρίου το ευρωπαϊκό περιθώριο διύλισης της βενζίνης Eurobob είχε φτάσει περίπου στα 62 δολάρια ανά βαρέλι πάνω από το Brent, κοντά στα ιστορικά υψηλά του 2022.

Άρα η αύξηση των καυσίμων δεν ήταν ένα ελληνικό φαινόμενο. Υπήρξε ένα πραγματικό διεθνές σοκ στις αγορές πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων.

Και παρά αυτό το σοκ, η ελληνική τιμή της αμόλυβδης ΧΩΡΙΣ ΦΟΡΟΥΣ παρέμεινε χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Από τις 31 Αυγούστου έως τις 14 Σεπτεμβρίου η ελληνική προ φόρων τιμή αυξήθηκε περίπου 9,7%, έναντι περίπου 7,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η Ελλάδα ξεκίνησε από πολύ χαμηλότερη βάση και, ακόμη και μετά την αύξηση, παρέμεινε περίπου 5,8% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση: τα ελληνικά διυλιστήρια δεν υπάρχουν μόνο για να τροφοδοτούν την ελληνική αγορά. Αποτελούν έναν από τους σημαντικούς εξαγωγικούς παραγωγικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα εισάγει αργό πετρέλαιο ως πρώτη ύλη, το επεξεργάζεται στις εγχώριες βιομηχανικές εγκαταστάσεις και εξάγει μεγάλο μέρος της παραγωγής της ως προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας: βενζίνη, diesel, αεροπορικά και ναυτιλιακά καύσιμα και άλλα πετρελαιοειδή.

Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη μεγάλης εγχώριας διυλιστικής βιομηχανίας δεν αποτελεί βάρος για την ελληνική οικονομία. Το αντίθετο».