Χρονιά σημαντικής αποκλιμάκωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους θα αποτελέσει το 2026 με την κομβική κίνηση του ελληνικού Δημοσίου να προχωρήσει σε συνολικές πρόωρες αποπληρωμές ύψους 12,84 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες κινήσεις διαχείρισης του χρέους των τελευταίων ετών, με στόχο τη μείωση των τόκων, την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ταμειακών διαθεσίμων και τον περιορισμό του κινδύνου αναχρηματοδότησης.
«Η μείωση του δημόσιου χρέους σημαίνει μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία για την πολιτεία, αλλά και λιγότερες επιβαρύνσεις για τους πολίτες και κυρίως τους νέους μας», ανέφερε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτσάκης αναδεικνύοντας τη σημασία της συγκεκριμένης στρατηγικής, ενώ ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι «όσο μειώνουμε το χρέος, τόσο στηρίζουμε τους πολίτες και ενισχύουμε την αξιοπιστία της χώρας».
Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών και τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους η σημασία της αποκλιμάκωσης του χρέους δεν περιορίζεται στους δημοσιονομικούς δείκτες. Μικρότερο χρέος σημαίνει χαμηλότερες δαπάνες για τόκους, μικρότερη έκθεση στις διακυμάνσεις των αγορών και λιγότερες υποχρεώσεις και βάρη για τις επόμενες γενιές. Παράλληλα, ενισχύεται η πιστοληπτική αξιοπιστία της χώρας, βελτιώνονται οι όροι δανεισμού του Δημοσίου και μπορούν σταδιακά να υποχωρήσουν τα επιτόκια χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων.
Ισχυρός συμβολισμός
Για μια οικονομία που πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια είχε αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές και εξαρτιόταν από μηχανισμούς διάσωσης, η δυνατότητα πρόωρης αποπληρωμής δανείων εκτός από ισχυρό συμβολισμό έχει και ουσιαστικό περιεχόμενο. Δείχνει ότι η Ελλάδα περνά από τη διαχείριση μιας κρίσης χρέους σε μια περισσότερο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των υποχρεώσεών της.
Η ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους δεν αποτελεί, επομένως, μόνο βελτίωση ενός αριθμητικού δείκτη. Περιορίζει τους χρηματοδοτικούς κινδύνους, απελευθερώνει μελλοντικούς πόρους και δημιουργεί μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για επενδύσεις και κοινωνικές πολιτικές. Οσο μειώνεται το βάρος των τόκων, τόσο περισσότερα δημόσια έσοδα μπορούν να κατευθύνονται στην ανάπτυξη, στις υποδομές, στην υγεία, στην παιδεία και στη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.
Οι τέσσερις κινήσεις
To συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών του 2026 προκύπτει από τέσσερις επιμέρους κινήσεις. Η πρώτη αφορά την αποπληρωμή διμερών δανείων του μηχανισμού Greek Loan Facility (GLF), ύψους περίπου 6,94 δισ. ευρώ, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο. Η δεύτερη είναι η μείωση κατά 1,2 δισ. ευρώ του αποθέματος των έντοκων γραμματίων του ελληνικού Δημοσίου. Παράλληλα, προβλέπονται η πρόωρη εξόφληση δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) συνολικού ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και η αποπληρωμή ομολόγου του ελληνικού Δημοσίου ύψους περίπου 2,2 δισ. ευρώ, το οποίο κανονικά λήγει τον Δεκέμβριο του 2027.
Η οικονομική σημασία αυτών των κινήσεων είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η μέση σταθμική διάρκεια των υποχρεώσεων που εξοφλούνται νωρίτερα υπολογίζεται σε 7,1 χρόνια, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής τους διαμορφώνεται περίπου στο 2,9%. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η ετήσια εξοικονόμηση από χαμηλότερες πληρωμές τόκων εκτιμάται στα 370 εκατ. ευρώ. Εφόσον διατηρηθούν οι ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος σε ορίζοντα επταετίας μπορεί να ξεπεράσει τα 2,6 δισ. ευρώ.
Η πρόωρη αποπληρωμή κρίνεται συμφέρουσα και επειδή χρηματοδοτείται εν μέρει από τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, τα οποία αποφέρουν χαμηλότερες αποδόσεις από το κόστος εξυπηρέτησης του συγκεκριμένου χρέους. Επομένως, το κράτος χρησιμοποιεί κεφάλαια χαμηλής απόδοσης για να εξοφλήσει ακριβότερες υποχρεώσεις, μειώνοντας το συνολικό χρηματοοικονομικό βάρος.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη πορεία αποκλιμάκωσης του ελληνικού χρέους. Από το ιστορικό υψηλό του 209,4% του ΑΕΠ το 2020, όταν η πανδημία επιβάρυνε δραστικά τα δημόσια οικονομικά, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ υποχώρησε στο 146,1% το 2025. Η μείωση οφείλεται στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας, στη βελτίωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και στις συνεχείς πρόωρες αποπληρωμές που πραγματοποιούνται από το 2019. Συνολικά, οι πρόωρες εξοφλήσεις από τότε υπερβαίνουν τα 36 δισ. ευρώ.
Η θέση της Ελλάδας
Στόχος της κυβέρνησης είναι έως το τέλος του 2026 η Ελλάδα να πάψει να είναι η χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Στο τέλος του 2026, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει προς το 137% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η Ιταλία και όχι η χώρα μας θα είναι κατά πάσα πιθανότητα η πιο υπερχρεωμένη στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Προς το τέλος της δεκαετίας επιδιώκεται να υποχωρήσει στην τέταρτη θέση μεταξύ των περισσότερο υπερχρεωμένων ευρωπαϊκών χωρών. Για το 2031 έχει τεθεί ως επιδίωξη η μείωση του χρέους κάτω από το 110% του ΑΕΠ, ενώ έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030 ο στόχος είναι να περάσει κάτω από το 100%, επίπεδο που θεωρείται σημαντικός σταθμός για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του.
Οι πρόωρες αποπληρωμές συμβάλλουν επίσης στην εξομάλυνση των μελλοντικών λήξεων. Από το 2033 έως το 2038 το ελληνικό Δημόσιο θα βρεθεί αντιμέτωπο με ιδιαίτερα αυξημένες υποχρεώσεις: περίπου 17 δισ. ευρώ το 2033, 11 δισ. το 2034, 15 δισ. το 2035, 10 δισ. το 2036, 13 δισ. το 2037 και 11 δισ. ευρώ το 2038. Οι υποχρεώσεις αυτές συνδέονται κυρίως με δάνεια προς τον επίσημο ευρωπαϊκό τομέα, τα οποία χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των τριών προγραμμάτων διάσωσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το διμερές δάνειο ύψους 52,9 δισ. ευρώ από τις χώρες της ευρωζώνης, τα περίπου 90 δισ. ευρώ που χορηγήθηκαν από τον EFSF κατά το δεύτερο πρόγραμμα και τα δάνεια συνολικού ύψους έως 86 δισ. ευρώ που συνδέθηκαν με το τρίτο πρόγραμμα μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Η πρόωρη εξόφληση μέρους αυτών των υποχρεώσεων μειώνει τις μελλοντικές ανάγκες χρηματοδότησης και αποτρέπει τη συγκέντρωση μεγάλων πληρωμών σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Της ΣΙΣΣΥΣ ΣΤΑΥΡΟΠΙΕΡΡΑΚΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews