04 Σεπτεμβρίου 2026

Στέγη: Έτσι θα πέσουν οι τιμές σε ενοίκια και ακίνητα - Οι σκέψεις και τα μέτρα του κυβερνητικού επιτελείου


Η εκτόξευση των τιμών και των ενοικίων, η έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων και η δυσκολία των νέων να αποκτήσουν πρώτη κατοικία βάζουν τη στέγη στο επίκεντρο της νέας κυβερνητικής στρατηγικής

Μπορεί οι επικείμενες κυβερνητικές εξαγγελίες να επικεντρώνονται στις αυξήσεις και τις ενισχύσεις για συνταξιούχους, μισθωτούς και οικογένειες, καθώς και στις ελαφρύνσεις για μικρομεσαίους και ελεύθερους επαγγελματίες, ωστόσο πίσω από την προσπάθεια ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος βρίσκεται ένα πρόβλημα που εξελίσσεται σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες της ακρίβειας: η στεγαστική κρίση.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Μέσα σε περίπου επτά χρόνια, οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί κατά περίπου 47%, ενώ τα ενοίκια έχουν καταγράψει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, της τάξης του 53%. Την ίδια στιγμή, το έλλειμμα μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εκτιμάται σε περίπου 200.000 κατοικίες. Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το κόστος της στέγασης, αλλά και την περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών.

Σε αυτό το πεδίο αναμένεται να στραφεί σημαντικό μέρος της νέας στρατηγικής που θα παρουσιαστεί στη ΔΕΘ. Βασικός στόχος είναι να αυξηθεί το απόθεμα κατοικιών που επιστρέφουν στην αγορά, είτε μέσω πώλησης είτε μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης.

Πρώτος σταθμός είναι το νέο «Ανακαινίζω», με την επιδότηση επισκευών να φτάνει έως και τις 36.000 ευρώ. Στόχος είναι να αξιοποιηθεί μέρος των περίπου 700.000 κλειστών ακινήτων που βρίσκονται σήμερα εκτός αγοράς. Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για παλιές κατοικίες, οι οποίες χρειάζονται επισκευές, ανακαινίσεις και ενεργειακές παρεμβάσεις προκειμένου να καταστούν ξανά διαθέσιμες.

Παράλληλα, μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου σχεδιάζονται προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης για περίπου 60.000 κατοικίες, με παρεμβάσεις όπως αντλίες θερμότητας, ηλιακοί θερμοσίφωνες και φωτοβολταϊκά.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η κοινωνική κατοικία. Το πρώτο πιλοτικό πρόγραμμα, συνολικής χρηματοδότησης 435 εκατ. ευρώ, προβλέπει την αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων και την κατασκευή περίπου 2.350 κοινωνικών κατοικιών υψηλής ενεργειακής απόδοσης, με δικαιούχους ευάλωτα νοικοκυριά, οικογένειες με παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες και άτομα με αναπηρία.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας μέσω της κοινωνικής αντιπαροχής, αλλά και η δημιουργία κινήτρων προς ιδιώτες και εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων για την κατασκευή προσιτών κατοικιών σε περιοχές με υψηλή στεγαστική πίεση.

Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται η παράταση της φοροαπαλλαγής για ιδιοκτήτες που μετατρέπουν κενές κατοικίες ή ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης σε μακροχρόνια μίσθωση, ενώ δεν αποκλείονται νέοι στοχευμένοι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα είναι η ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης. Το ποσοστό έχει υποχωρήσει κάτω από το 70%, με τους νέους να βρίσκονται αντιμέτωποι όχι μόνο με τις υψηλές τιμές, αλλά και με την ανάγκη σημαντικής ίδιας συμμετοχής για την αγορά κατοικίας.

Έτσι, στο τραπέζι βρίσκεται η δημιουργία ενός νέου μοντέλου «Σπίτι μου», διαφορετικού από τα προηγούμενα, με φορολογικά κίνητρα προς τις τράπεζες για τη χορήγηση στεγαστικών δανείων με χαμηλότερο επιτόκιο, αλλά και εργαλεία όπως ένας Λογαριασμός Στέγασης Νέων για την κάλυψη της ίδιας συμμετοχής.

Το μεγάλο ζητούμενο, τελικά, είναι διπλό: περισσότερες κατοικίες στην αγορά και μεγαλύτερη δυνατότητα των νοικοκυριών να τις αποκτήσουν ή να τις μισθώσουν. Χωρίς αύξηση της προσφοράς, όμως, ακόμη και οι πιο γενναιόδωρες επιδοτήσεις κινδυνεύουν να απορροφηθούν από τις υψηλές τιμές. Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί, επομένως, παρεμβάσεις που θα χτυπήσουν ταυτόχρονα το κόστος, την προσφορά και την πρόσβαση στη στέγη.