19 Σεπτεμβρίου 2026

Scope: Αναβάθμισε την Ελλάδα στο BBB+ με σταθερές προοπτικές-Moody's: Αναβαθμισε σε θετικό από σταθερό το outlook


Ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο BBB+ από BBB. Παράλληλα, αναθεώρησε τις προοπτικές (Outlook) σε σταθερές από θετικές.

Σύμφωνα με τον οίκο, η αναβάθμιση της Ελλάδας στο BBB+ αντανακλά:

- Η ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ και η ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας της Ελλάδας στηρίζονται στα υψηλά και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, στις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση των τελευταίων ετών. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να αυξάνει τα δημόσια έσοδα και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους.

- Βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, με τη στήριξη της σταθερής υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, της ισχυρής επενδυτικής δυναμικής και των σημαντικών επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα καταγράφει σταθερά καλύτερες επιδόσεις από τη ζώνη του ευρώ, ενώ ενισχύονται οι ενδείξεις ότι η οικονομία της εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Βασικοί παράγοντες αξιολόγησης

Ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους και ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Σύμφωνα με τον οίκο, οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν ιδιαίτερα ισχυρές, χάρη στη δυναμική αύξηση των εσόδων, στις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και στη συνετή διαχείριση των δημόσιων δαπανών. Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ύψους 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ.

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα παραμένουν ανθεκτικά το 2026, παρά το λιγότερο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, γεγονός που αναδεικνύει την περαιτέρω ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας και τη συνεχιζόμενη προσήλωση των αρχών στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση, προσθέτει η Scope. Ως αποτέλεσμα, η Scope εκτιμά ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ, με το δημοσιονομικό πλεόνασμα να προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ το 2026 και το πρωτογενές πλεόνασμα περίπου στο 4,1% του ΑΕΠ.

Παρότι η Scope αναμένει σταδιακή υποχώρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, λόγω μιας λελογισμένης δημοσιονομικής επέκτασης μέσω αυξημένων δαπανών για συντάξεις και προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να συμβάλλουν στη συνέχιση της μείωσης του δημόσιου χρέους.

Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, συνεχίζει ο οίκος, με τη στήριξη θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, έχει βελτιώσει σημαντικά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Ως αποτέλεσμα αυτών των βελτιώσεων, η αναλογία των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28,0% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο. Η Scope εκτιμά ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν τη δημιουργία σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.

Τα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και η ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης και του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους εξακολουθούν να στηρίζουν την ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, που ανήλθε περίπου στο 1,0%, και προβλέπεται να παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027.

Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η Scope εκτιμά ότι η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει σε μείωση του δημόσιου χρέους στο περίπου 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη μείωση να ενισχύεται από περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές του υφιστάμενου δημόσιου χρέους. Η Scope προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση του λόγου του χρέους, στο περίπου 110% του ΑΕΠ έως το 2031.

Παρότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει αυξημένος, στο 3,8% το 2026, πριν αρχίσει να αποκλιμακώνεται, η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στη μείωση του δημόσιου χρέους μεσοπρόθεσμα.

Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωσή του, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής, χαμηλούς κινδύνους αναχρηματοδότησης, σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα και υψηλό ποσοστό χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα με ευνοϊκούς όρους. Περίπου το 70% του δημόσιου χρέους της Ελλάδας οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα και έχει συναφθεί με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026.

Παράλληλα, τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα, ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, παρέχουν ένα σημαντικό απόθεμα ασφαλείας έναντι της μεταβλητότητας στις αγορές, ενώ οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν με άνεση κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.

Οι δαπάνες για τόκους ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να παραμείνουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, διαμορφούμενες κατά μέσο όρο στο 6,8% την περίοδο 2026-2031.

Σε συνδυασμό με την ενεργητική διαχείριση του δημόσιου χρέους, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους και συγκρίνονται ευνοϊκά με την αντίστοιχη κατάσταση σε πολλές άλλες χώρες, οι οποίες εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους. Ως αποτέλεσμα, η βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει ενισχυθεί σημαντικά, γεγονός που στήριξε την αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στο BBB+, παρά το γεγονός ότι το επίπεδο του δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό.

Βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, με τη στήριξη των επενδύσεων, των μεταρρυθμίσεων και των ευρωπαϊκών πόρων. Η οικονομική απόδοση της Ελλάδας έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας όλο και περισσότερες ενδείξεις βελτιωμένης ανθεκτικότητας σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο. Η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ ανήλθε κατά μέσο όρο στο 2,1% κατά την περίοδο 2023-25, σε σύγκριση με περίπου 1,0% για την ΕΕ, και αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027, παρά το πιο δύσκολο εξωτερικό περιβάλλον. Η ανάπτυξη έχει ευρεία βάση και στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις υψηλές τουριστικές εισπράξεις, στην ενίσχυση των επενδύσεων, στη συνεχιζόμενη υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην αυξανόμενη απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων.

Moody's: Αναβαθμισε σε θετικό από σταθερό το outlook για την Ελλάδα - Διατήρησε το Baa3


Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου σε θετικές από σταθερές, επιβεβαιώνοντάς το στην επενδυτική βαθμίδα Baa3.

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου σε θετικές από σταθερές, επιβεβαιώνοντάς το στην επενδυτική βαθμίδα Baa3.

Σύμφωνα με τον οίκο, η αλλαγή των προοπτικών σε θετικές αντανακλά τις ανοδικές προοπτικές για το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας. Υπάρχουν ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι η διαρκής έμφαση των αρχών στις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποδίδει καρπούς, ενισχύοντας την οικονομική και δημοσιονομική ανθεκτικότητα σε βαθμό που ενδέχεται να υπερβεί τις τρέχουσες εκτιμήσεις της Moody's. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς διαρθρωτικής ανάπτυξης.

Παράλληλα, η ενισχυμένη ανθεκτικότητα θα στήριζε την ικανότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει τη μακροχρόνια πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, μεταξύ άλλων μέσω της συνέχισης της πρόωρης αποπληρωμής μέρους του χρέους που προέκυψε κατά την περίοδο της κρίσης.

Οι θετικές προοπτικές αντανακλούν επίσης την αυξανόμενη, αν και όχι ακόμη πλήρως εδραιωμένη, πεποίθηση ότι τα πρόσφατα δημοσιονομικά επιτεύγματα, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής συναίνεσης υπέρ της συνέχισης της πορείας μείωσης του δημόσιου χρέους, θα αποδειχθούν διατηρήσιμα καθ’ όλη τη διάρκεια των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου.

Η επιβεβαίωση της αξιολόγησης της Ελλάδας στο Baa3, συνεχίζει ο οίκος, αντανακλά το ισχυρό ιστορικό της χώρας ως προς την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, τους διαρθρωτικά ευνοϊκούς δείκτες ως προς τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και τη σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Παράλληλα, λαμβάνονται υπόψη και οι διαρθρωτικές προκλήσεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας, όπως το ακόμη υψηλό δημόσιο χρέος, οι μεγάλες εξωτερικές ανισορροπίες, η σχετικά περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς και το σημαντικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενου χρέους εκτός του τραπεζικού συστήματος, το οποίο επιβαρύνει υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Υπάρχουν ενδείξεις, συνεχίζει ο οίκος, ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζουν σταθερά οι αρχές συμβάλλουν σταδιακά στην άρση χρόνιων περιορισμών στις επενδύσεις και στην αποτελεσματικότερη κατανομή των πόρων, ενώ παράλληλα ενισχύουν τη μεταφορά περισσότερης οικονομικής δραστηριότητας στην επίσημη οικονομία. Οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται, καθώς καταγράφονται βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση, στην αδειοδότηση επιχειρήσεων, στο πλαίσιο αφερεγγυότητας, στις δικαστικές διαδικασίες, στη διαχείριση της γης, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη φορολογία της εργασίας και στις πολιτικές για την ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Παράλληλα, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αναπτύσσονται και εντάσσονται στην επίσημη οικονομία. Η εξέλιξη αυτή έχει συμπέσει με την ενίσχυση της απασχόλησης και των εξαγωγών, καθώς και με τη βελτίωση της χρηματοοικονομικής θέσης των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα.

Η ισχύς των ενδείξεων διαφέρει ανάμεσα στους επιμέρους τομείς των μεταρρυθμίσεων και σε αρκετές περιπτώσεις τα στοιχεία παραμένουν ακόμη προκαταρκτικά. Ωστόσο, το εύρος των θετικών αυτών ενδείξεων αυξάνει την πιθανότητα το σωρευτικό αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων να αποδειχθεί ουσιαστικό για το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.

Το αναπτυξιακό πρότυπο της Ελλάδας έχει καταστεί περισσότερο προσανατολισμένο στις επενδύσεις και ολοένα πιο ευνοϊκό για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, προσθέτει ο οίκος. Η αύξηση των επενδύσεων είναι ευρύτερη και πιο διατηρήσιμη από μια προσωρινή ώθηση που θα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Οι ιδιωτικές επενδύσεις αντιστοιχούσαν σχεδόν στα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του λόγου των επενδύσεων προς το ΑΕΠ από το 2020.

Ως εκ τούτου, η πιο πρόσφατη στήριξη μέσω του RRF, με τη μορφή επιχορηγήσεων, επιδοτούμενης δανειοδότησης και συμπληρωματικών δημόσιων υποδομών, είναι πιθανότερο να έχει ενισχύσει την ήδη εξελισσόμενη ανάκαμψη των επενδύσεων παρά να αποτέλεσε την αρχική αιτία της.

Η σύνθεση των άμεσων ξένων επενδύσεων γίνεται επίσης λιγότερο επικεντρωμένη στον τομέα των ακινήτων. Τον Σεπτέμβριο του 2026, τονίζει ο οίκος, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αλλαγές στους κανόνες φορολογικών αποσβέσεων, οι οποίες παρέχουν πρόσθετα κίνητρα στις επιχειρήσεις να ενισχύσουν περαιτέρω το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας. Η συνέχιση της ενίσχυσης του κεφαλαιακού αποθέματος και μετά την ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων του RRF στο τέλος του έτους θα αποτελούσε ένδειξη ότι η δημόσια στήριξη έχει λειτουργήσει καταλυτικά για την προσέλκυση πρόσθετων παραγωγικών επενδύσεων και όχι απλώς για την επίσπευση επενδύσεων που ούτως ή άλλως θα πραγματοποιούνταν αργότερα.