Νέα ερωτήματα για τον τρόπο άσκησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προκαλούν οι καταγγελίες εναντίον του Τομ Μπάρακ, στενού φίλου του Ντόναλντ Τραμπ και ειδικού προεδρικού απεσταλμένου για τη Συρία και το Ιράκ. Οι αποκαλύψεις ότι προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρούσε επιχειρηματικούς δεσμούς σε ενεργειακό έργο ύψους 15 δισ. δολαρίων έρχονται να προστεθούν στις επικρίσεις για τη στάση του απέναντι στην Τουρκία, στο Ισραήλ και στη Χεζμπολάχ.
Η υπόθεση αποκτά ευρύτερη διάσταση, καθώς ο Τ. Μπάρακ δεν είναι ένας συνηθισμένος διπλωμάτης καριέρας, αλλά μέλος του προσωπικού περιβάλλοντος του Αμερικανού Προέδρου, με μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις στη Μέση Ανατολή. Η δημόσια αντιπαράθεση συμπίπτει, μάλιστα, με τις καταγγελίες που οδήγησαν στην αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, επαναφέροντας το ζήτημα των ορίων μεταξύ προσωπικών σχέσεων, επιχειρηματικών συμφερόντων και διπλωματικής εξουσίας.
Ο αγωγός
Στο επίκεντρο βρίσκεται το σχέδιο αποκατάστασης του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς, που θα μπορούσε να μεταφέρει ιρακινό πετρέλαιο στις συριακές ακτές της Μεσογείου, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Ο Τ. Μπάρακ φέρεται να υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital, επενδυτικής εταιρείας της Καλιφόρνια, που διευθύνει ο επί χρόνια επιχειρηματικός του συνεργάτης, Ζιάντ Γκαντούρ.
Τον περασμένο Ιούλιο, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια συνεργασίας με κοινοπραξία, στην οποία συμμετέχουν η TI Capital, η αμερικανική Chevron και η καταριανή UCC Holding, για την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε δηλώσει οικονομική συμμετοχή σε διαφορετικό επενδυτικό σχήμα ακινήτων κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, το οποίο διαχειρίζεται η ίδια εταιρεία. Η συμμετοχή του μπορούσε να του αποφέρει έως και το 20% των κερδών της συγκεκριμένης επένδυσης, εφόσον επιτυγχάνονταν προκαθορισμένοι στόχοι.
Η ανακοίνωση
Στις 16 Ιουνίου, ο Τ. Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Αλί αλ Ζαϊντί εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση που χαιρέτιζε την προώθηση συμφωνίας με την TI Capital για τον αγωγό, χωρίς να κατονομάζονται οι άλλες εταιρείες της κοινοπραξίας. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το εάν η διπλωματική του επιρροή χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση ιδιωτικής εταιρείας με την οποία είχε παράλληλους οικονομικούς δεσμούς. Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην επικεφαλής δεοντολογίας του Λευκού Οίκου, υποστήριξε ότι η εμπλοκή του Τ. Μπάρακ δημιουργεί σοβαρό ζήτημα αμεροληψίας και ότι θα έπρεπε να είχε απόσχει από τις σχετικές υπηρεσιακές αποφάσεις.
Ο Ντον Φοξ, πρώην γενικός νομικός σύμβουλος του αμερικανικού Γραφείου Κυβερνητικής Δεοντολογίας, επεσήμανε ότι η προώθηση της TI Capital ενδέχεται να προσκρούει σε κανόνες που απαγορεύουν στους αξιωματούχους να χρησιμοποιούν το δημόσιο αξίωμά τους προς όφελος ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστηρίζει ότι ο Τ. Μπάρακ συμμορφώθηκε με τους κανόνες και δεν έχει οικονομικό συμφέρον στον αγωγό και πως δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι θα αποκόμιζε προσωπικό κέρδος από το συγκεκριμένο έργο. Η υπόθεση επαναφέρει, πάντως, το επιχειρηματικό παρελθόν του. Ο 79χρονος ιδρυτής της Colony Capital είχε κατηγορηθεί το 2021 ότι λειτουργούσε ως μη δηλωμένος πράκτορας επιρροής των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, αλλά αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες το 2022.
Τα F-35
Η πολιτική του Τ. Μπάρακ απέναντι στην Τουρκία έχει προκαλέσει δημόσιες αντιδράσεις Αμερικανών νομοθετών, ιδιαίτερα σχετικά με την πιθανή επιστροφή της Αγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Κατά την ακρόαση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, στις 3 Ιουνίου, η βουλευτής των Δημοκρατικών Ντίνα Τάιτους αμφισβήτησε ευθέως τις τοποθετήσεις του Τ. Μπάρακ. Η Ντ. Τάιτους υποστήριξε ότι οι δηλώσεις του για τα F-35 είναι ασύμβατες με την αμερικανική νομοθεσία και τη μακροχρόνια πολιτική των ΗΠΑ. Εξέφρασε επίσης ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίον ο Τ. Μπάρακ είχε συγκρίνει το Ισραήλ με τη Χεζμπολάχ. Ο Μ. Ρούμπιο απάντησε ότι η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400 και ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει σήμερα τη νομική δυνατότητα να παρακάμψει τους σχετικούς περιορισμούς.
Ακόμη πιο έντονη είναι η κριτική του Μάικλ Ρούμπιν, διευθυντή ανάλυσης πολιτικής του Middle East Forum, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Τ. Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή προς όφελος της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον Μ. Ρούμπιν, ο Αμερικανός απεσταλμένος προωθεί την άρση των κυρώσεων για τους S-400, υποβαθμίζει τις τουρκικές στρατιωτικές ενέργειες στη Συρία και επιδιώκει την ανάδειξη της Αγκυρας σε περιφερειακό αντίβαρο του Ισραήλ. Ο αναλυτής εκτιμά ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε νέες συγκρούσεις, παραλληλίζοντάς την με την προσπάθεια της κυβέρνησης Ομπάμα να επιτύχει περιφερειακή ισορροπία μέσω της προσέγγισης με το Ιράν.
Στην Τουρκία, αντιθέτως, σημαντικά κυβερνητικά στελέχη έχουν υποδεχθεί θετικά τις πρωτοβουλίες του. Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει εκφράσει την εκτίμησή του για την προσέγγισή του στο συριακό ζήτημα, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ έχει επαινέσει τη συμβολή του στις διμερείς σχέσεις.
Σε κάθε περίπτωση, οι τελευταίες αποκαλύψεις δημιουργούν αυξημένη πίεση για λογοδοσία, ενώ η αντιπαράθεση στο Κογκρέσο δείχνει ότι η πολιτική προσέγγισης με την Τουρκία εξακολουθεί να συναντά ουσιαστικά θεσμικά εμπόδια. Το κατά πόσο η υπόθεση θα οδηγήσει σε επίσημο έλεγχο ή αλλαγές στις διπλωματικές αρμοδιότητες του Τ. Μπάρακ παραμένει ανοιχτό. Αυτό που έχει ήδη αναδειχθεί είναι η δυσκολία διαχωρισμού προσωπικών σχέσεων, επιχειρηματικών συμφερόντων και κρατικής πολιτικής όταν σημαντικές διεθνείς διαπραγματεύσεις ανατίθενται σε πρόσωπα του στενού προεδρικού κύκλου.
Η εκπρόσωπος Τύπου των 5 ημερών…
Επειτα από την πρώτη και μοναδική ενημέρωση των δημοσιογράφων και ενώ δεν είχε κλείσει ακόμα ούτε μία εβδομάδα στο αξίωμά της, η καριέρα της Κέιτι Ζακαράια στη θέση της εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου έλαβε άδοξα τέλος. Σύμφωνα με την εφημερίδα «New York Times» που επικαλείται πηγές στο περιβάλλον του Αμερικανού Προέδρου, η νέα εκπρόσωπος του Ντόναλντ Τραμπ απομακρύνθηκε από τα καθήκοντά της την Παρασκευή. Η εξέλιξη ήρθε έπειτα από μια σειρά δημοσιευμάτων που αμφισβητούσαν τα επαγγελματικά προσόντα της και την παραδοχή της ότι είχε αποτύχει στις εξετάσεις για δικηγόρος, ενώ είχε ισχυριστεί το αντίθετο στην πρώτη ενημέρωση. Η περίπτωση Ζακαράια είναι ενδεικτική για τα προβλήματα που δημιουργούν συνεχώς οι επιλογές του Τραμπ για σημαντικές και προβεβλημένες θέσεις της αμερικανικής προεδρίας.
Του ΘΑΝΑΣΗ Κ. ΤΣΙΤΣΑ – Ανταπόκριση, Νέα Υόρκη – ΠΗΓΗ: Realnews