Σε ένα πρωτοφανές «άδειασμα» του Βολοντίμιρ Ζελένσκι προχώρησε σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας πως, κατά την εκτίμησή του, ήρθε η ώρα ν' αποκτήσει η Ουκρανία έναν νέο πρόεδρο. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι το Κίεβο εξακολουθεί να χτυπά ρωσικά διυλιστήρια, ανεβάζοντας τις τιμές της βενζίνης, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης να μην το κάνει.
«Προτείνω να βρουν νέο ηγέτη, που να μπορεί να κάνει μια συμφωνία. Είχε πολλές ευκαιρίες να κάνει συμφωνίες, όμως δεν έκανε καμία. Αν ήμουν εγώ πρόεδρος, ο πόλεμος αυτός δεν θα είχε ξεκινήσει. Ο πόλεμος αυτός άρχισε λόγω ανικανότητας. Έχεις χάσει πάνω από το 30% των εδαφών της χώρας σου. Πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι έχουν σκοτωθεί. Είναι ένας πόλεμος που δεν θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει. Αν ήμουν πρόεδρος, αν οι εκλογές δεν είχαν νοθευτεί, θα ήμουν πρόεδρος και αυτός ο πόλεμος δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ. Αλλά ο Ζελένσκι θα μπορούσε να τον είχε τερματίσει πολλές φορές και επέλεξε να μην το κάνει» είπε ο Τραμπ, απαντώντας σε δημοσιογραφική ερώτηση.
Και συνέχισε: «Του είπαμε: "Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στη Ρωσία. Μην χτυπάς όμως τα διυλιστήρια, γιατί αυτό δημιουργεί πρόβλημα σε ολόκληρο τον κόσμο". Και εκείνος θέλει να δημιουργεί προβλήματα στον κόσμο. Θέλει να δημιουργεί προβλήματα στους αγρότες μας, στους κτηνοτρόφους μας, με το πετρέλαιο ντίζελ, επειδή η Ρωσία προμηθεύει ένα μεγάλο μέρος του ντίζελ σε ολόκληρο τον κόσμο».
«Και τους είπαμε: "Κάντε ό,τι θέλετε, αλλά μην χτυπάτε τις εγκαταστάσεις παραγωγής ντίζελ, γιατί υπάρχει μεγάλο πρόβλημα, μεγάλη έλλειψη". Και τι κάνει εκείνος; Πηγαίνει και χτυπά τις εγκαταστάσεις παραγωγής ντίζελ…» σχολίασε με νόημα ο Τραμπ.
Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου έρχονται σε συνέχεια δημοσιεύματος του Axios, σύμφωνα με το οποίο η Ουάσινγκτον είχε ζητήσει από το Κίεβο να σταματήσει μονομερώς τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, θεωρώντας ότι αυτές συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών βενζίνης που πληρώνουν οι Αμερικανοί καταναλωτές.
Σημειώνεται ότι ο Ζελένσκι είχε αντιπροτείνει στον Τραμπ, καθώς και στους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, μια αμοιβαία συμφωνία για τις ενεργειακές υποδομές. Συγκεκριμένα, είχε δηλώσει ότι η Ουκρανία ήταν έτοιμη να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματούσε τα πλήγματα κατά των ουκρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον Τραμπ, καθώς, σύμφωνα με τον Αμερικανό αξιωματούχο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θεωρούσε αντίστοιχες τις δύο κατηγορίες επιθέσεων και ζητούσε από το Κίεβο να διακόψει τα χτυπήματα, χωρίς να τα συνδέει με αντίστοιχη δέσμευση της Μόσχας.
Οργισμένη αντίδραση Ζελένσκι: «Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη»
Η συμφωνία της Ρωσίας με τις ΗΠΑ για το ντίζελ είχε προκαλέσει, χθες, την αντίδραση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος εκτίμησε ότι η δυνατότητα της Ρωσίας να διαθέτει πετρελαϊκά προϊόντα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα ενισχύσει οικονομικά τη Μόσχα και θα δυσχεράνει τις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ουκρανός πρόεδρος άσκησε ευθεία κριτική στην απόφαση της Ουάσινγκτον.
«Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη ούτε κάποιο όφελος στον πολιτισμένο κόσμο», ανέφερε.
Στη συνέχεια, προειδοποίησε ότι η ενίσχυση των ρωσικών εσόδων από την πώληση ενεργειακών προϊόντων θα έχει άμεσες συνέπειες για την εξέλιξη της σύγκρουσης.
«Η Ρωσία θα "ανταποδώσει" το ντίζελ με περαιτέρω τρόμο και δόλο. Το να επιτρέπεται στη Ρωσία να πουλά πετρελαϊκά προϊόντα αποτελεί μια επένδυση σε έναν πόλεμο που πρέπει να τερματιστεί, όχι να παραταθεί. Αυτό που χρειάζεται είναι πραγματική αποκλιμάκωση με τη Ρωσία, σε αμοιβαία βάση», δήλωσε ο Ζελένσκι.
«Αδύναμη απόφαση ισχυρών εταίρων»
Ο Ουκρανός πρόεδρος επανήλθε στο θέμα μιλώντας σε δημοσιογράφους, εκφράζοντας την ανησυχία ότι η συμφωνία θα εξασφαλίσει στη Ρωσία πρόσθετα έσοδα, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεών της.
Κατά τον Ζελένσκι, η απόφαση δεν περιορίζεται στις οικονομικές και ενεργειακές της επιπτώσεις, αλλά κινδυνεύει να υπονομεύσει τις διπλωματικές προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας που θα οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου.
Χαρακτήρισε, μάλιστα, τη συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας για το ντίζελ «αδύναμη απόφαση» ισχυρών εταίρων, επιμένοντας ότι η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να επιδιώξει πραγματική αποκλιμάκωση και όχι κινήσεις που, κατά την εκτίμησή του, ενισχύουν τη ρωσική πλευρά.
Ευρωπαϊκή Ένωση και Λονδίνο γυρίζουν την πλάτη στη συμφωνία Τραμπ - Πούτιν για το ντίζελ: «Δεν θα χρηματοδοτήσουμε τον πόλεμο της Ρωσίας»
Σαφές μήνυμα ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται να ακολουθήσει τον Ντόναλντ Τραμπ στην επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία στον ενεργειακό τομέα στέλνουν οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο και το Λονδίνο, στον απόηχο της συμφωνίας του Αμερικανού προέδρου με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ.
Την ώρα που η Ουάσινγκτον προχωρά σε προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων, προκειμένου να αντιμετωπίσει την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων, οι Ευρωπαίοι διαμηνύουν ότι η οικονομική πίεση προς τη Μόσχα θα συνεχιστεί, καθώς η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα δαπανηρή, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την πολιτική απεξάρτησης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, παρά την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να ανοίξει ξανά τον δρόμο για εισαγωγές ρωσικού ντίζελ. «Η Ευρώπη γνωρίζει πολύ καλά το κρυφό κόστος που συνδέεται με την υπερβολική εξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Και δεν επιθυμεί να τροφοδοτεί τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας» δήλωσε εκπρόσωπος της Κομισιόν, συνδέοντας ευθέως τις ενεργειακές συναλλαγές με τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τη συνέχιση του πολέμου.
Χωρίς να κατονομάζει τον Αμερικανό πρόεδρο, ο εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη περιορίσει την εξάρτησή της από τα ρωσικά καύσιμα και «θα συνεχίσει αποφασιστικά να το κάνει».
Παράλληλα, η Επιτροπή επανέλαβε την ανάγκη επίτευξης κατάπαυσης του πυρός, με τρόπο που θα διασφαλίζει τον παγκόσμιο εφοδιασμό τροφίμων και θα προστατεύει τις ενεργειακές υποδομές τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία.
Ακόμη πιο συγκεκριμένο είναι το μήνυμα που εκπέμπει η Γερμανία, η οποία ξεκαθαρίζει ότι η συμφωνία Ουάσινγκτον - Μόσχας δεν μεταβάλλει τη στάση της απέναντι στη Ρωσία. Το Βερολίνο όχι μόνο επιμένει στη διατήρηση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών κυρώσεων, αλλά συνεχίζει να εργάζεται με τους εταίρους του για την υιοθέτηση πρόσθετων περιοριστικών μέτρων.
Ο εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης, Στέφαν Κορνέλιους, δήλωσε ότι η γερμανική πλευρά έλαβε γνώση της αμερικανικής απόφασης, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η στάση του Βερολίνου και των Ευρωπαίων εταίρων του παραμένει αμετάβλητη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Γερμανία θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις κυρώσεις κατά της Μόσχας και να συνεργάζεται με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες για την επιβολή νέων μέτρων.
Η γερμανική κυβέρνηση επαναβεβαίωσε επίσης την αταλάντευτη στήριξή της προς την Ουκρανία, επισημαίνοντας ότι οι διπλωματικές προσπάθειες για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας θα συνεχιστούν. Η τοποθέτηση του Βερολίνου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Γερμανία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης και είχε στηριχθεί επί δεκαετίες στις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η βρετανική κυβέρνηση, η οποία διαμηνύει ότι θα συνεχίσει να στηρίζει στρατιωτικά και οικονομικά το Κίεβο, διατηρώντας παράλληλα την πίεση προς τη Μόσχα. Σε επίσημη ανακοίνωσή του, το Λονδίνο ξεκαθαρίζει ότι δεν σκοπεύει να χαλαρώσει το καθεστώς κυρώσεων, παρά τη συμφωνία των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Ρωσία.
«Η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερη» αναφέρει η βρετανική κυβέρνηση, τονίζοντας ότι θα εξακολουθήσει να συνεργάζεται στενά με τους διεθνείς εταίρους της, προκειμένου η Ουκρανία να διαθέτει τη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που χρειάζεται για την άμυνά της.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι θα διατηρήσει την πίεση προς τη Ρωσία μέσω του αυστηρότερου καθεστώτος κυρώσεων που έχει επιβάλει ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο να αυξηθεί το κόστος της ρωσικής επιθετικότητας.
Η βρετανική κυβέρνηση αποδίδει στη Μόσχα την ευθύνη για τη συνέχιση των εχθροπραξιών, υποστηρίζοντας ότι η Ουκρανία έχει επανειλημμένα αποδείξει τη βούλησή της για ειρήνη, ενώ η Ρωσία έχει απορρίψει προτάσεις για πλήρη ή μερική κατάπαυση του πυρός. «Η Ρωσία θα μπορούσε να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο σήμερα» τονίζεται στην ανακοίνωση, με το Λονδίνο να επαναλαμβάνει τη δέσμευσή του να στηρίζει το Κίεβο για όσο χρειαστεί.
Η ενεργειακή κρίση και οι διαφορετικές προτεραιότητες ΗΠΑ - Ευρώπης
Η συμφωνία Τραμπ - Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ αναδεικνύει τις διαφορετικές προτεραιότητες των δύο πλευρών του Ατλαντικού, σε μια περίοδο έντονων αναταράξεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει τη διαθέσιμη ποσότητα ντίζελ και να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές των καυσίμων, που έχουν ενταθεί λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν.
Η απόφαση αυτή αποκτά και εσωτερική πολιτική διάσταση, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Από την άλλη πλευρά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκτιμούν ότι η χαλάρωση της οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία ενέχει τον κίνδυνο ενίσχυσης των εσόδων της, σε μια κρίσιμη συγκυρία για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Πάντως, το Λονδίνο φροντίζει να διαχωρίσει τη διαφωνία για τις ενεργειακές συναλλαγές από τη συνεργασία με την Ουάσινγκτον στο ουκρανικό ζήτημα. Η βρετανική κυβέρνηση τονίζει ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει πλήρως τις αμερικανικές προσπάθειες για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη και ότι παραμένει σε στενή επικοινωνία με τις ΗΠΑ, την Ουκρανία και τους υπόλοιπους συμμάχους.