Η δημιουργία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας μέσα σε 300 χρόνια: Πόλεμοι, προσαρτήσεις, διχοτομήσεις (Πολωνία 1772, 1792 και 1796) - Πώς η Ρωσία κατάφερε να εντάξει την Ουκρανία στην επικράτειά της
Μετά τα πρόσφατα άρθρα μας για το πώς οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να περιορίσουν και να εξουδετερώσουν τους αυτόχθονες Ινδιάνους που ζούσαν στα εδάφη των σημερινών Η.Π.Α., θα ασχοληθούμε και με την αυτοκρατορική Ρωσία.
Είναι άλλωστε κάτι που ζήτησαν και κάποιοι αναγνώστες στα σχόλιά τους. Πρόκειται πραγματικά για εντυπωσιακό επίτευγμα: πώς το «Κράτος της Μόσχας», που είχε έκταση 2,8 εκ. τ. χλμ. και περίπου 6,5 εκατ. κατοίκους (μέσα 16ου αιώνα), βρέθηκε το 1914 να έχει έκταση 21,8 εκ. τ. χλμ. και πληθυσμό 174 εκατομμύρια!

Η επέκταση της Ρωσίας από το 1613 ως το 1914
Η τεράστια εδαφική επέκταση της Ρωσίας (1613-1917)
Το ρωσικό κράτος, το «Κράτος της Μόσχας» (έτσι ήταν γνωστό κατά τα μεσαιωνικά χρόνια, ιδιαίτερα μεταξύ 1240-1613) περιοριζόταν εδαφικά στη δασώδη περιοχή της ΒΑ Ευρώπης. Μέσα σε 300 περίπου χρόνια, το κρατίδιο αυτό απέκτησε βαθμιαία τις διαστάσεις μιας αχανούς ευρασιατικής αυτοκρατορίας, τα σύνορα της οποίας έφταναν από τον χώρο της σημερινής Πολωνίας, ως την Κίνα και τον Ειρηνικό Ωκεανό και από τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό ως την κεντρική Ασία. Η Γιάννα Κατσόβσκα- Μαλιγκούδη, Καθηγήτρια Ιστορίας και Πολιτισμού Σλαβικών Λαών στο ΑΠΘ και με γνώσεις σε βάθος για τη Ρωσία, στο βιβλίο της «Η Αυτοκρατορική Ρωσία (1613-1917)», Εκδόσεις GUTENBERG, 2008, παρουσιάζει αναλυτικά και με πλήθος λεπτομερειών πώς έγινε αυτή η τεράστια εδαφική επέκταση της Ρωσίας, η οποία βέβαια συνοδεύτηκε και από πληθυσμιακή έκρηξη.
Στα μέσα του 16ου αιώνα, η Ρωσία είχε 2,8 εκ. τ. χλμ. έκταση και πληθυσμό 6,5 εκ. κατοίκους. Το 1678 είχε φτάσει σε έκταση τα 16 εκ. τ. χλμ. και τα 9,6 εκ. κατοίκους. Το 1914 είχε έκταση 21,8 εκ. τ. χλμ. και πληθυσμό 174 εκατομμύρια! Η Γιάννα Κατσόβσκα- Μαλιγκούδη χωρίζει την γιγάντωση της Ρωσίας, στην επέκταση προς τα ανατολικά, την επέκταση προς τα δυτικά και τέλος την επέκταση προς τον νότο. Ας δούμε αναλυτικότερα αυτές τις επεκτάσεις.
Επέκταση προς τα ανατολικά (Σιβηρία-Άπω Ανατολή)
Η επέκταση προς τα ανατολικά ξεκίνησε από μια ομάδα Κοζάκων τη δεκαετία του 1580. Άρχισε με την κατάκτηση του Χανάτου Σιμπίρ, στη δυτική Σιβηρία και την ίδρυση των πρώτων οχυρών (1586 Tjumen, 1587 Tobolsk, 1604 Tomsk, 1619 Jenisesk, 1632 Jakutsk κ.ά.). Το 1643, οι συνεχιστές των πρώτων κατακτήσεων έφτασαν στη Βαϊκάλη, τη βαθύτερη λίμνη της Γης. Το 1648 έφτασαν στο Οχότσκ, το 1654 στο Νερτσίνσκ και από το 1652 ως το 1661 έφτασαν στο Ιρκούτσκ. Το 1689 κλείστηκε η πρώτη συμφωνία με την Κίνα και καθορίστηκαν τα σινορωσικά σύνορα, που έμειναν αναλλοίωτα ως τον 19ο αιώνα.

Το πολωνολιθουανικό κράτος
Μερικές δεκαετίες αργότερα, η κατάκτηση της Σιβηρίας συνεχίστηκε με την κατάληψη των χερσονήσων Τσουκότκα και Καμτσάτκα στο ΒΑ άκρο της (1740). Μετά την ανακάλυψη του περάσματος μεταξύ της ΒΑ Σιβηρίας και της Αμερικής από τον Δανό θαλασσοπόρο Βίτους Μπέρινγκ (1681-1741) για λογαριασμό της Ρωσίας (βοηθός του ήταν ο Ρώσος θαλασσοπόρος Αλεξέι Τσίρικοφ), οι Ρώσοι εκστράτευσαν προς την Αλάσκα και τη Β. Αμερική. Βασικό ρόλο στην κατάκτηση της Αλάσκας και της εισβολής στην Αμερική δεν έπαιξε, όπως και στην περίπτωση της Σιβηρίας, ο ρωσικός στρατός, αλλά οι Κοζάκοι και διαφόρων ειδών τυχοδιώκτες, κυνηγοί και έμποροι γούνας. Η εκμετάλλευση του ζωικού πλούτου της Αλάσκας και της Β. Αμερικής έπαιξαν, όπως και στην περίπτωση της Σιβηρίας τον ρόλο τους.
Από την Αλάσκα, οι Ρώσοι προχώρησαν κατά μήκος των δυτικών ακτών του σημερινού Καναδά και νοτιότερα από τις Η.Π.Α. και έφτασαν το 1806 στην ισπανική, τότε, Καλιφόρνια όπου ίδρυσαν τον οικισμό Ross Fort, περίπου 100 χλμ. βόρεια από το σημερινό Σαν Φρανσίσκο. Από εκεί έκαναν επιδρομές στο Μεξικό και στη Χαβάη! Βεβαίως συνάντησαν τεράστια αντίδραση από τους Άγγλους και τους Αμερικανούς. Οι σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε η Ρωσία μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου (1856), την οδήγησε στην πώληση της Αλάσκας και των Αλεούτων νήσων το 1867 στις Η.Π.Α. έναντι μόλις 7,5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ωστόσο, η επέκταση της Ρωσίας στα ανατολικά συνεχίστηκε. Το 1854 προστέθηκε στα εδάφη της η περιοχή βόρεια από τον ποταμό Αμούρ και η παραλιακή περιοχή στα ΝΑ της Σιβηρίας, στα σύνορα με την Κίνα και την Κορέα. Εκεί ιδρύθηκε το Βλαδιβοστόκ («ηγεμονίδα της Ανατολής»), λιμάνι και μετέπειτα ναυτική βάση της Ρωσίας στον Ειρηνικό. Το ρωσικό προτεκτοράτο στην περιοχή της Μαντζουρίας, νότια του ποταμού Αμούρ ήταν η τελευταία προσπάθεια επέκτασης της Ρωσίας στην Άπω Ανατολή. Η επέκταση αυτή ανακόπηκε από την Ιαπωνία με τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905.

Το Χανάτο της Κριμαίας
Όσα δεν ξέρουμε για τη Σιβηρία
Η Σιβηρία πάντως παρέμεινε στη Ρωσία. Ποια είναι όμως η Σιβηρία; Έτσι ονομάζεται συμβατικά η περιοχή της Β. Ασίας, που περικλείεται στα δυτικά από τα Ουράλια Όρη και στα ανατολικά από τον Ειρηνικό Ωκεανό (απόσταση περίπου 6.000 χλμ.) και από τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό στον βορρά, ως τα σύνορα με το Καζακστάν, τη Μογγολία και την Κίνα στον νότο (απόσταση περίπου 3.000 χλμ). Ο όρος Σιβηρία, εμπεριέχει και την «Άπω Ανατολή», την περιοχή δηλαδή που ορισμένες φορές αναφέρεται ξεχωριστά και ορίζεται από τον ποταμό Αναντίρ στα ΒΑ και τον ποταμό Αμούρ στον νότο. Η Σιβηρία έχει έκταση σχεδόν 13 εκ. τ. χλμ.
Όταν σκεφτούμε ή αναφέρουμε τη λέξη «Σιβηρία» το μυαλό μας πηγαίνει κατευθείαν στο δριμύ ψύχος. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα σωστό, καθώς υπάρχουν τεράστιες θερμοκρασιακές και κλιματολογικές διαφορές ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική Σιβηρία, τη βόρεια και τη νότια Σιβηρία. Στη νότια και τη δυτική Σιβηρία, χαρακτηριστικές χειμερινές θερμοκρασίες είναι (-20)/ (-25) βαθμοί Κελσίου και οι καλοκαιρινές από (+)14 έως (+)19. Οι ηλιόλουστες μέρες είναι πολλές και οι βροχοπτώσεις χαμηλές.
Αντίθετα, στη βόρεια και την ανατολική Σιβηρία χειμερινές θερμοκρασίες φτάνουν τους (-30)/ (-50) βαθμούς Κελσίου. Ο χειμώνας διαρκεί πολλούς μήνες. Το φυσικό φως είναι ελάχιστο και τα καλοκαίρια σύντομα χρονικά και κρύα. Οι αγροτικές καλλιέργειες είναι εφικτές μόνο στη δυτική Σιβηρία. Εκεί, τουλάχιστον 120 μέρες τον χρόνο δεν έχουν αρνητικές θερμοκρασίες. Αυτός ο αριθμός (120) των ημερών είναι απαραίτητος για κάθε είδους αγροτική καλλιέργεια.

Τοπίο στη Σιβηρία
Ένα άλλο πρόβλημα για κάθε οικονομική δραστηριότητα στη Σιβηρία είναι το πέρμαφροστ (permafrost), το μόνιμα παγωμένο έδαφος δηλαδή σε βάθος 190- 550 μέτρων, το οποίο καλύπτει το 80% της έκτασής της. Στη διάρκεια των σύντομων καλοκαιριών προλαβαίνει να ξεπαγώσει μόνο σε βάθος 2- 6 μέτρων και καθώς δεν μπορεί να στεγνώσει μετατρέπεται σε βαθιά λάσπη, που εμποδίζει μεταφορές και αγροτικές δραστηριότητες και επιβάλλει τη χρήση ειδικών τεχνικών για την οικοδόμηση αστικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων.
Στα τέλη του 16ου αιώνα η Σιβηρία ήταν αραιοκατοικημένη, καθώς εκεί ζούσαν 250.000 άτομα, διαφόρων εθνικοτήτων, που προέρχονταν από 100 (!) διαφορετικούς λαούς και μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες: φινοουγγρικές (Χάντοι και Μάνσοι), σαμογιεντικές (Νένσοι και Νγασάνοι), τονγουσικές (Εβένοι και Εβένκοι), παλαιοσιβηρικές (Τσούκσοι και Γιουκσίροι) ή κάποια από τις τουρκομογγολικές γλώσσες (Μπουργιάτοι, Χακάσοι ή Γιακούτοι). Οι λαοί της Σιβηρίας ήταν σαμάνοι βουδιστές και οι τουρκικές φυλές Μουσουλμάνοι. Η βαθμιαία αποίκηση της Σιβηρίας από τους Ρώσους, άρχισε μετά την «κατάκτησή» της από τους Κοζάκους.
Οι πρώτοι άποικοι ήταν έμποροι γούνας, δραπέτες δουλοπάροικοι και αγρότες που αναζητούσαν ελευθερία και καλλιεργήσιμη γη. Από τα μέσα του 17ου αιώνα, σε αυτούς προστέθηκαν και οι «παλαιόπιστοι», Ρώσοι δηλαδή που αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις νέες λειτουργικές πρακτικές της επίσημης Ρωσικής Εκκλησίας. Έτσι, το 1719 στη Σιβηρία ζούσαν 360.000-380.000 Ρώσοι που αποτελούσαν το 70% του συνολικού πληθυσμού της. Από τα τέλη του 17ου αιώνα, η Σιβηρία άρχισε να χρησιμοποιείται από τους τσάρους και τους ευγενείς γαιοκτήμονες, ως τόπος εξορίας για άτομα επικίνδυνα στο καθεστώς άτομα και ανυπάκουους δουλοπάροικους. Από το 1823 ως το 1877 είχαν εκτοπιστεί στη Σιβηρία 593.914 «κατάδικοι» χωρίς να υπολογίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά τους που συνήθως τους συνόδευαν.

Φίοντορ Ντοστογιέφσκι
Ανάμεσά τους ήταν ευγενείς, αριστοκράτες, Δεκεμβριστές, μετά το αποτυχημένο κίνημά τους το 1825, αλλά και επιφανείς συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι που περιγράφει τις εμπειρίες του από την εξορία στη Σιβηρία στο βιβλίο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» (1862). Όλοι αυτοί εργάζονταν όπου υπήρχε έλλειψη εργατικών χεριών: σε εργοστάσια εξόρυξης και επεξεργασίας μετάλλων, στην κατασκευή δρόμων και καναλιών, σε γεωργικές εργασίες και αλλού.
Οι Ρώσοι ήταν στις αρχές του 18ου αιώνα περισσότεροι από τους ντόπιους στη ΝΔ Σιβηρία. Η κατασκευή ενός χωματόδρομου μεγάλου πλάτους, που εξασφάλιζε την επικοινωνία και μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων από τα Ουράλια ως τα κινεζικά σύνορα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μετακίνηση των Ρώσων ανατολικότερα. Καθοριστικής σημασίας όμως για την εγκατάσταση 4-4,5 εκατομμυρίων Ρώσων στην Σιβηρία έπαιξε η κατασκευή (από το 1891 ως το 1916) και λειτουργία του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου, που ένωνε τη Μόσχα με το Βλαδιβοστόκ. Απαιτούνταν 3 εβδομάδες για την κάλυψη των 9.288 χιλιομέτρων της διαδρομής (σήμερα το ταξίδι διαρκεί 7 ημέρες).
Η επέκταση προς τα δυτικά – Η προσάρτηση της Ουκρανίας στη Ρωσία
Η επέκταση της Ρωσίας προς τα δυτικά ήταν πολύ πιο δύσκολη, καθώς ήρθε αντιμέτωπη με δύο ισχυρότατα ευρωπαϊκά κράτη: το πολωνολιθουανικό και τη Σουηδία. Τελικά μετά από πολλούς πολέμους μεταξύ 1654-1815, η Ρωσία επεκτάθηκε στα εδάφη των σημερινών κρατών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, της Εσθονίας, της Λιθουανίας, της Λετονίας, της Φινλανδίας και σε ένα μεγάλο μέρος της Πολωνίας. Ας δούμε και λόγω επικαιρότητας, πώς έγινε η προσάρτηση μεγάλου μέρους της Ουκρανίας στη Ρωσία. Η Ουκρανία αποτέλεσε από τον 9ο αιώνα ως το 1240, το κέντρο του πρώτου ρωσικού κράτους, που ονομαζόταν συμβατικά «Κράτος του Κιέβου». Το κράτος αυτό καταστράφηκε από τους Μογγόλους (μεταξύ 1237-1240). Τα εδάφη της Ουκρανίας περιήλθαν αρχικά στην κυριαρχία της μογγολικής αυτοκρατορίας της Χρυσής Ορδής και στη συνέχεια (14ος αι.) στο πολωνολιθουανικό κράτος. Στις ΝΑ περιοχές της Ουκρανίας όμως, από τον 16ο αιώνα υπήρξε μια διαφορετική εξέλιξη.

Η μάχη του Μιρ το 1812, Κοζάκοι εναντίον του Ναπολέοντα
Η διάλυση της εξουσίας της ισχυρής Χρυσής Ορδής, σε μικρά χανάτα (περιοχές που διοικούνταν από χαν) είχε σαν αποτέλεσμα η περιοχή βόρεια από τη Μαύρη και την Αζοφική Θάλασσα να αποτελέσει πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στο Κράτος της Μόσχας, το πολωνολιθουανικό κράτος και το χανάτο της Κριμαίας. Καθώς δεν υπήρχε κρατική εξουσία εκεί, η περιοχή δελέαζε πολλούς να εγκατασταθούν σ’ αυτή. Οι άποικοι αυτής της περιοχής, οι Κοζάκοι γίνονταν κτηνοτρόφοι, ευκαιριακοί αγρότες, ψαράδες, ληστές και στρατιώτες. Επέλεγαν οι ίδιοι τους αρχηγούς τους, τους αταμάνους (αταμάν<hetman) και σταδιακά δημιούργησαν το δικό τους κοζακικό κράτος, το αταμανάτο. Όμως το κράτος αυτό δεν είχε μεγάλη διάρκεια, καθώς ένας πόλεμος ανάμεσα στο Κράτος της Μόσχας και το πολωνολιθουανικό κράτος οδήγησε στην προσάρτηση του ανατολικού τμήματος της Ουκρανίας στη Ρωσία (1654-1657). Τον επόμενο αιώνα, μετά τις τρεις διχοτομήσεις της Πολωνίας – Λιθουανίας (1772, 1792 και 1795) και τη διάλυση του Χανάτου της Κριμαίας (1783), η Ρωσία έφτασε να κατέχει το 80% των εδαφών της Ουκρανίας και το υπόλοιπο 20% πέρασε στην κατοχή της Αυστρίας. Στα νότια εδάφη της σημερινής Ουκρανίας δόθηκε το όνομα «Νέα Ρωσία» και παραχωρήθηκαν από την Αικατερίνη Β’ προνόμια σε όσους θα μετέβαιναν για να ζήσουν εκεί. Σύντομα, στην περιοχή ζούσαν Ρώσοι, Ουκρανοί, Έλληνες, Σέρβοι, Γερμανοί Βούλγαροι και Ρουμάνοι, οι οποίοι μετέτρεψαν τα εδάφη της σε σιτοβολώνα της Ρωσίας ίδρυσαν πόλεις όπως η Οδησσός και το Εκατερίνοσλαφ (=η δόξα της Αικατερίνης), με έντονη εμπορική, επαγγελματική και πνευματική ζωή.
Οι Ρώσοι όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Είχαν ως μεγάλο στόχο τα εδάφη της Εσθονίας και της Λετονίας. Αποκτούσαν έτσι πρόσβαση στη Βαλτική με τα σημαντικά λιμάνια και τις πλούσιες πόλεις της: Ρίγα (τη σημερινή πρωτεύουσα της Λετονίας), Νάρβα, Ρέβαλ (το σημερινό Ταλίν, πρωτεύουσα της Εσθονίας) και Ντόρπατ (το σημερινό Τάρτου της Εσθονίας). Το 1709 έγινε μια πολύ σημαντική μάχη, στην Πολτάβα (πόλη της Ουκρανίας σήμερα) στην οποία οι Ρώσοι συνέτριψαν τους Σουηδούς.

Η μάχη της Πολτάβα, πίνακας του Alexander Evstafyevich Kotzebue
Στη διάρκεια του Γ΄ Βορείου Πολέμου (1700-1725), ο Μέγας Πέτρος απέσπασε τα εδάφη που αναφέραμε παραπάνω, τα οποία αποτέλεσαν τις «Βαλτικές επαρχίες της Ρωσίας». Αυτές αποτέλεσαν πρότυπο εκσυγχρονισμού για τη Ρωσία, που βρισκόταν σε διαδικασία εξευρωπαϊσμού και εκσυγχρονισμού. Οι «Βαλτικές επαρχίες» γνώριζαν ήδη από τον 13ο αιώνα μια δυτικού τύπου εξέλιξη στον διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό τομέα, καθώς εκεί κατοικούσαν λαοί φιννικής και βαλτικής καταγωγής καθώς και γερμανόφωνοι ευγενείς, από τους οποίους ξεκινούσαν «πιλοτικά» οι τσάροι τις μεταρρυθμίσεις.
Οι τρεις (ή τέσσερις) διχοτομήσεις της Πολωνίας και τα τεράστια εδάφη που προσάρτησε η Ρωσία
Η Πολωνία είχε μακρά παράδοση ως κράτος. Μάλιστα από τον 15ο ως τις αρχές του 17ου αιώνα ως πολωνολιθουανικό κράτος ήταν υπερδύναμη στην κεντροανατολική Ευρώπη. Ωστόσο, αν και ήταν μοναρχία, με εκλεγμένο μονάρχη και Βουλή αποτελούμενη από ευγενείς, η κατάχρηση του δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο θα λέγαμε σήμερα) από τους τελευταίους οδήγησε σε αναρχία και έδωσε την ευκαιρία στις γειτονικές χώρες να παρέμβουν. Έγιναν τρεις διχοτομήσεις του πολωνολιθουανικού κράτους (1772, 1792 και 1795) από τις οποίες επωφελήθηκαν η Ρωσία, κυρίως, και δευτερευόντως η Αυστρία και η Πρωσία. Στις δύο πρώτες διχοτομήσεις στη Ρωσία περιήλθαν κυρίως ουκρανικοί και λευκορωσικοί πληθυσμοί Ορθοδόξων υποταγμένοι σε Πολωνούς Ρωμαιοκαθολικούς γαιοκτήμονες, ενώ στην τρίτη διχοτόμηση προσαρτήθηκαν στη Ρωσία, περιοχές με ρωμαιοκαθολικό ή προτεσταντικό πολωνικό, λιθουανικό ή λετονικό πληθυσμό και κάποιες όπου κατοικούσαν μέλη της γερμανόφωνης ανώτερης τάξης.
Κάποιοι ιστορικοί κάνουν μνεία και για τέταρτη διχοτόμηση της Πολωνίας. Κάποιες από τις περιοχές που είχαν ενταχθεί στην Πρωσία και την Αυστρία ενώθηκαν το 1807 από τον Ναπολέοντα σε ένα κράτος με το όνομα «Δουκάτο της Βαρσοβίας». Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, μεγάλο μέρος του κράτους αυτού δόθηκε στη Ρωσία ως «αμοιβή» για τη συμβολή της στη νίκη των συμμάχων. Το κράτος οργανώθηκε ως «Βασίλειο της Πολωνίας» (1815). Επρόκειτο για την περιοχή της Βαρσοβίας με τα περίχωρά της που είχε όμως έκταση ίση με το 1/7 του παλιού πολωνολιθουανικού κράτους και το 1/5 του πληθυσμού του. Η Ρωσία βρέθηκε να κατέχει το 82% της έκτασης του παλιού πολωνολιθουανικού κράτους (περισσότερα από 450.000 τ. χλμ), το οποίο διατήρησε στην κυριαρχία της, ως τις αρχές του Α’ ΠΠ. Επίσης, στη Ρωσία ζούσαν πλέον 8 εκ. Πολωνοί. Ανάμεσά τους Ουκρανοί, Λευκορώσοι, Λιθουανοί κ.ά. Παράλληλα, 5 εκατομμύρια Εβραίοι, που είχαν εγκατασταθεί στην Πολωνία τον 16ο αιώνα έγιναν Ρώσοι πολίτες. Οι Πολωνοί, λαός με αναπτυγμένη εθνική συνείδηση αποτελούσαν πλέον ένα έθνος χωρίς κράτος και γι’ αυτό τον λόγο έγιναν διαρκής αποσταθεροποιητικός παράγοντας για τη Ρωσία. Τέλος, η επέκταση της Ρωσίας προς τα δυτικά ολοκληρώθηκε με την προσάρτηση της Φινλανδίας το 1808/1809 και της Βεσαραβίας, περιοχής ανάμεσα στους ποταμούς Προύθο και Δνείστερο το 1812.
Η επέκταση προς νότο – Μαύρη Θάλασσα, Καύκασος, Κεντρική Ασία
Η επέκταση της Ρωσίας προς τα νότια μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη: α) επέκταση προς την ευρωπαϊκή στέπα, δηλαδή σε περιοχές Β-ΒΑ της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας, β) επέκταση στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία και γ) επέκταση στην Κεντρική Ασία.
Μιχαήλ Α' ο τσάρος από τον οποίο ξεκίνησε η ρωσική επέκταση
α) Η επέκταση της Ρωσίας στις ευρωπαϊκές στέπες ξεκίνησε στα μέσα του 16ου αιώνα με την κατάκτηση των Χανάτων Καζάν και Αστραχάν. Σταδιακά, άρχισε η επέκταση των Ρώσων στις ανοιχτές και άδενδρες περιοχές της στέπας, όπου κατοικούσαν ιππείς νομάδες. Στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα κυριάρχησε στους Μπασκίρους στα Νότια Ουράλια, γύρω στο 1600 στο Χανάτο των Νογκάι Τατάρων που ζούσαν ανάμεσα στον ποταμό Βόλγα και τη λίμνη Αράλη, το 1724 στους Καλμούκους ΒΔ της Κασπίας και το 1738 στο Χανάτο της Κριμαίας. Οι Μπασκίροι και οι Νογκάοι Τάταροι ήταν τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι νομάδες και ημινομάδες ,οργανωμένοι σε φυλές και φατρίες, που κατοίκησαν εκεί από τον 10ο ως τον 13ο αιώνα. Οι Καλμούκοι κατάγονταν από τη Δυτική Μογγολία και έφτασαν στην Ευρώπη στις αρχές του 17ου αιώνα εκτοπίζοντας τους Νογκάι Τατάρους. Καθώς όμως ήταν βουδιστές λαμαϊστές και είχαν στενές σχέσεις με τα μοναστήρια του Θιβέτ αποτελούσαν… παραφωνία μέσα στον μουσουλμανικό τουρκόφωνο πληθυσμό της στέπας. Όταν η Κίνα τους κάλεσε να επιστρέψουν στην παλιά τους πατρίδα, υποσχόμενη βοσκοτόπια στην ανατολική Ασία, 100.000 Καλμούκοι, τα 2/3 του πληθυσμού τους αποδέχτηκαν την πρόσκληση.
Οι επιθέσεις όμως των Καζάχων και Κιργίσιων νομάδων τους αποδεκάτισαν και ελάχιστοι έφτασαν στην Κίνα. Οι υπόλοιποι, είτε ενσωματώθηκαν στις στρατιωτικές μονάδες των Κοζάκων του Ντον είτε συνέχισαν τη νομαδική ζωή τους δυτική του Βόλγα. Το Χανάτο της Κριμαίας απλωνόταν στην ομώνυμη χερσόνησο της Μαύρης Θάλασσας, βόρεια και ανατολικά από αυτήν καθώς και στην Αζοφική. Οι τουρκόφωνοι Τάταροι που κατοικούσαν εκεί είχαν θέσει από τον 15ο αιώνα το κράτος τους υπό την προστασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι νομάδες κάτοικοί του συνήθιζαν τις επιδρομές στο πολωνολιθουανικό κράτος και τη Ρωσία προβαίνοντας σε λεηλασίες και αιχμαλωσίες ανθρώπων, τους οποίους στη συνέχεια στα σκλαβοπάζαρα της Εγγύς Ανατολής. Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου η Ρωσία προσπαθούσε να υποτάξει τους Τατάρους. Τελικά, αυτό έγινε σε τρεις φάσεις (1771,1775,1783), στα χρόνια της Μεγάλης Αικατερίνης. Έπειτα, πολλοί Τάταροι μετακόμισαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι περιοχές τους δόθηκαν σε Ρώσους, Ουκρανούς, Σέρβους, Βουλγάρους, Γερμανούς Έλληνες και Ρουμάνους. Η κατάκτηση της ευρωπαϊκής στέπας κράτησε από το 1552 ως το 1783.
γ) Η επέκταση στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία αφορά την επέκταση στη βόρεια και νότια πλευρά της οροσειράς του Καυκάσου που εκτείνεται από τα ανατολικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ως τα δυτικά παράλια της Κασπίας. Η περιοχή αυτή έχει έκταση περίπου 357.000 τ. χλμ και πολλά βουνά με ύψος πάνω από 5.000 μ. Εκεί ζούσαν περισσότεροι από 50 λαοί, διαφορετικής εθνικής καταγωγής. Οι λαοί του Καυκάσου ήρθαν σε επαφή με τη Ρωσία, τον 16ο αιώνα, όταν οι Κοζάκοι εγκαταστάθηκαν στον ποταμό Τέρεκ, στην περιοχή Κουμπάν, στους βόρειους πρόποδες του Καυκάσου, ωστόσο η προσπάθεια της Ρωσίας να πατήσει πόδι στον Καύκασο έγινε μετά την κατάκτηση του Χανάτου της Κριμαίας (1783), στο πλαίσιο των ρωσοπερσικών και ρωσοτουρκικών πολέμων που ακολούθησαν. Η κατάκτηση της περιοχής διήρκησε από το 1784 ως το 1878.
Οι Ρώσοι, στους πολέμους αυτούς γνώρισαν πολλές ήττες και έχασαν χιλιάδες στρατιώτες, καθώς δεν μπορούσαν, στις άγνωστες οροσειρές του Καυκάσου να αντιμετωπίσουν τους ντόπιους που ήταν δεινοί πολεμιστές και επιδίδονταν σε ανταρτοπόλεμο. Έτσι, οι Ρώσοι πέρασαν σε άλλες πρακτικές: κάψιμο δασών ή καλλιεργειών, πυρπόληση σπιτιών ή ολόκληρων χωριών, εκδίωξη κατοικίδιων ζώων που εξέθρεφαν οι ντόπιοι κ.ά. Εξαιτίας των πολέμων 1,2 εκ. Τσερκέζοι, Αμπχάζιοι, Καμπαρντίνοι και Τσετσένοι εξαναγκάστηκαν σε μετανάστευση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή την Εγγύς Ανατολή. Το 1897, σε ολόκληρη την περιοχή του Καυκάσου ζούσαν 5.760.000 άτομα. Από την περιοχή που κατακτήθηκε τότε, σήμερα ανήκει στη Ρωσία το βόρειο μέρος της, ενώ στο νότιο, την Υπερκαυκασία κατά τους Ρώσους ιδρύθηκαν τρεις δημοκρατίες, ανεξάρτητες πλέον μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ: Αζερμπαϊτζάν, Αρμενία και Γεωργία. Μέχρι την κατάκτησή τους από τους Ρώσους, ο λαοί του Βόρειου Καυκάσου δεν είχαν ιδέα από κεντρική εξουσία. Ενώ αρχικά ήταν Χριστιανοί εξισλαμίστηκαν από τους Οθωμανούς ή τους Τατάρους της Κριμαίας.
Επίλογος – Καλμούκοι
Επί ΕΣΣΔ, δημιουργήθηκε, βόρεια της Κασπίας, η «Αυτόνομη περιοχή των Καλμούκων» (1920). Το 1935 έγινε «Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία». Επειδή στον Β’ ΠΠ η «Δημοκρατία» αυτή βρέθηκε για δύο μήνες, υπό γερμανική κατοχή, οι Καλμούκοι κατηγορήθηκαν από τον Στάλιν για «συνεργασία με τον εχθρό». Και οι 130.000 Καλμούκοι (!) εκτοπίστηκαν μαζικά στη Σιβηρία. Το 1/3 από αυτούς δεν επέζησε. Το 1957 οι Καλμούκοι αποκαταστάθηκαν επίσημα και τους επιτράπηκε η επιστροφή στη «Δημοκρατία» τους, σε μικρότερη όμως έκταση. Το 1992 ιδρύθηκε η «Δημοκρατία Chalmg Taugtsch» στο πλαίσιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Καλμούχοι σε μάχη
Σε επόμενο άρθρο μας θα δούμε τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην επέκταση της Ρωσίας και τα σημαντικότερα γεγονότα των 300 χρόνων στη διάρκεια των οποίων έγινε αυτή η επέκταση.
Πηγή: ΓΙΑΝΝΑ ΚΑΤΣΟΒΣΚΑ – ΜΑΛΙΓΚΟΥΔΗ, «Η αυτοκρατορική Ρωσία (1613-1917)», ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG, 2008.
Μιχάλης Στούκας
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ