Οι εικόνες από κάμερες ασφαλείας, φωτογραφίες και ένα… σακίδιο βοήθησαν στο να ταυτοποιηθούν οι τρεις από τους εμπλεκόμενους στη φωτιά της Marfin που στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους.
Έγκλημα στη Marfin: Οι φωτογραφίες-κλειδί, η παρέα των 12, τα σακίδια-ταυτότητες και τα βιομετρικά που οδήγησαν στις συλλήψεις
Τα νέα στοιχεία και το αναβαθμισμένο με Τεχνητή Νοημοσύνη λογισμικό της ΕΛ.ΑΣ. πίσω από τη σύλληψη δύο κατηγορούμενων για την τριπλή δολοφονία τον Μάιο του 2010 - Δήλωση Χρυσοχοΐδη στο «Πρώτο Θέμα»: Η παραπομπή των υπόπτων είναι το επιστέγασμα της νίκης της Δημοκρατίας απέναντι στην τυφλή βία
Οι τρεις βασικοί κατηγορούµενοι -οι δύο άνδρες που συνελήφθησαν ήδη από το πρωί της Παρασκευής και η γυναίκα που αναζητείται δυνάµει διεθνούς εντάλµατος σύλληψης- είχαν δράσει φορώντας κουκούλες σε όλη τη διαδροµή που είχαν κάνει την 5η Μαΐου του 2010, έχοντας παρεισφρήσει στη διαδήλωση των δεκάδων χιλιάδων πολιτών ενάντια στα µέτρα λιτότητας του πρώτου µνηµονίου, εκείνη την ηµέρα.
Η ταυτοποίησή τους
Στα Eγκληµατολογικά Eργαστήρια ξεκίνησε συστηµατική σύγκριση και ανάλυση των νέων στοιχείων µε το υλικό που υπήρχε ήδη στις αστυνοµικές υπηρεσίες από το 2010. Από το υλικό εκείνης της µέρας εντοπίστηκε ομάδα ατόμων που µε αφετηρία τότε το Αρχαιολογικό Μουσείο είχαν ανέβει τη Σταδίου - ορισµένους οι κάµερες τους εντόπιζαν τότε να φτάνουν έως τους Στύλους του Ολυµπίου Διός και να μετέχουν σε επεισόδια και καταστροφές μέχρι το κτίριο της τότε Νομαρχίας, στη λεωφόρο Συγγρού. Και πάλι, όμως, η Αστυνομία δεν κατάφερε να φτάσει στην ταυτοποίηση των δραστών με τρόπο μη αμφισβητήσιμο. Γνώριζαν, πλέον, ότι από την ομάδα των 12, στην επίθεση στην τράπεζα μετείχαν οι πέντε, ενώ οι τρεις έριξαν τις πέντε μολότοφ που έκαψαν την τράπεζα. Τότε, μάλιστα, είχε εκφραστεί αισιοδοξία ότι το έγκλημα της Μarfin θα έφτανε στη Δικαιοσύνη, αλλά χρειάστηκε νέα αναμονή. Η τεχνολογία ήρθε να δώσει τη λύση στο αίνιγμα της ταυτότητας των δραστών, 16 χρόνια μετά το έγκλημα. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών απέκτησε νέο λογισμικό το οποίο έχει και δυνατότητες ΑΙ και κατάφερε να διαβάσει τα βιομετρικά δεδομένα των κουκουλοφόρων: ύψος, μύτη, αυτιά, απόσταση μεταξύ των ματιών - πρακτικά όλο το πρόσωπο, τον σωματότυπο, το βάδισμα. Τα αντικείμενα που είχαν μαζί τους και ήταν μοναδικά βοήθησαν ώστε οι «κουκούλες» να αποκτήσουν πρόσωπο και ταυτότητα. Ετσι, στα Εγκληµατολογικά Εργαστήρια οι κουκουλοφόροι δολοφόνοι της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, του Επαµεινώνδα Τσακάλη και της Παρασκευής Ζούλια απέκτησαν πρόσωπο, όνοµα, ταυτότητα.
Οι δύο συλληφθέντες και η καταζητούµενη δυνάµει του διεθνούς εντάλµατος συγκατηγορούµενή τους θα αντιµετωπίσουν τη Δικαιοσύνη τέσσερα χρόνια πριν από την εκπνοή της 20ετίας, που αποτελεί το όριο για την παραγραφή του εγκλήµατος για το οποίο πλέον κατηγορούνται.

Η Δικαιοσύνη θα είναι ο τελικός κριτής των στοιχείων, των µαρτυριών και των δεδοµένων που έχουν πλέον συγκεντρωθεί σε βάρος των τριών, αλλά και πιθανότατα και των άλλων ατόµων που έδρασαν µε δευτερεύοντες ρόλους εκείνη την ηµέρα µαζί τους. Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι στην ομάδα μετείχε τουλάχιστον άλλη µία γυναίκα πέραν της 46χρονης (30χρονης, τότε) σε βάρος της οποίας έχει εκδοθεί το διεθνές ένταλµα.
Από το πρώτο κιόλας διάστηµα µετά το έγκληµα στη Marfin η Αστυνοµία είχε συγκεντρώσει υλικό από τουλάχιστον 90 κάµερες, τόσο από καταστήµατα όσο και της Τροχαίας στο κέντρο της Αθήνας. Ελειπε ωστόσο το κρίσιµο υλικό: αυτό που είχαν καταγράψει οι κάµερες της ίδιας της τράπεζας προτού καταστραφούν από τη φωτιά.
Οι διωκτικές αρχές είχαν συγκεντρώσει ακόµη φωτογραφικό υλικό που είχε δηµοσιοποιηθεί εκείνη την ηµέρα, ενώ υπήρχαν και δεκάδες µαρτυρίες για τη δράση οµάδας κουκουλοφόρων που είχαν χτυπήσει πρώτα το βιβλιοπωλείο Ιανός και αµέσως µετά το υποκατάστηµα της τράπεζας. Αυτός ο κρίσιµος ελλείπων κρίκος είχε γίνει συστηµατική προσπάθεια να αποκατασταθεί µέσω των µαρτυρικών καταθέσεων. Οταν στις Αρχές έφτασε το νέο φωτογραφικό υλικό, «ξαναδιαβάστηκε» από την αρχή και εκείνο που είχε συγκεντρωθεί το 2010, χωρίς όμως να μπορεί να αξιοποιηθεί.
Τρία χρόνια µετά το έγκληµα, τον Ιανουάριο του 2013, αυτός ο όγκος των στοιχείων είχε αποτελέσει βασικό κοµµάτι της δικογραφίας σε βάρος δύο ανθρώπων που είχαν οδηγηθεί ενώπιον της ∆ικαιοσύνης: ο ένας για το έγκληµα στη Marfin, ο άλλος για την επίθεση στον Ιανό. Το 2016 όµως και οι δύο αθωώθηκαν, αφού δεν αποδείχθηκε η συµµετοχή τους στο έγκληµα - ο κατηγορούµενος για τον Ιανό, µάλιστα, δεν βρισκόταν καν στη διαδήλωση της 5ης Μαΐου του 2010, πράγµα που είχε υποστηρίξει από την πρώτη στιγµή µετά τη σύλληψή του. Ο δεύτερος, που είχε κατηγορηθεί για τη Marfin, απολογούµενος είχε πει µε δάκρυα στα µάτια ότι εκείνη την ηµέρα είχε βρεθεί έξω από την τράπεζα, ενώ είχε ήδη ξεσπάσει η φωτιά και πολίτες προσπαθούσαν ακόµη και µε µπουκάλια µε νερό να τη σβήσουν.
Η δικαστική απόφαση του 2016 έβαλε εκ νέου το έγκληµα της Marfin στην κατηγορία των ανεξιχνίαστων. Το 2019 η κυβέρνηση επανέφερε την υπόθεση, µε εντατικοποίηση και συστηµατοποίηση της έρευνας για την τριπλή δολοφονία των υπαλλήλων στην τράπεζα. Είχαν περάσει ήδη εννέα χρόνια και στο µεταξύ είχαν καταδικαστεί τα στελέχη της τράπεζας για το γεγονός ότι ουσιαστικά ήταν ανύπαρκτα τα µέτρα και τα µέσα πυρόσβεσης στο υποκατάστηµα της οδού Σταδίου, που αποδείχθηκε παγίδα θανάτου για τους ανθρώπους που βρίσκονταν µέσα την ώρα που ξέσπασε η φωτιά από τις µολότοφ.
«Τους εκλιπαρούσαν...»
Σηµειώνεται ότι την ώρα της δολοφονικής εµπρηστικής επίθεσης µέσα στην τράπεζα βρίσκονταν περίπου 20 άνθρωποι - αρκετοί υπάλληλοι, µάλιστα, είχαν δηλώσει τότε ότι είχαν πάει να εργαστούν στην ηµέρα της γενικής απεργίας µε αφορµή την ψήφιση του πρώτου µνηµονίου, υπό την απειλή και τον φόβο της απόλυσης. «Επί µία εβδοµάδα, τότε, το σώµα µας ξέρναγε αποκαΐδια...», περιέγραφε η Μαρία Καραγιάννη. Οι εικόνες από τις διαδηλώσεις στην Αθήνα µεταδίδονταν εκείνη την ηµέρα µέσω των social media και, κυρίως, µέσω των διεθνών Μέσων Ενηµέρωσης, αφού οι Ελληνες δηµοσιογράφοι µετείχαν στη γενική απεργία. Τα ελληνικά ΜΜΕ, µάλιστα, σταµάτησαν την απεργία όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι πρώτες πληροφορίες για το έγκληµα στη Marfin.
Η έρευνα της ∆ίωξης Οργανωµένου Εγκλήµατος, του ελληνικού FBI και των Εγκληµατολογικών Εργαστηρίων έχει ξεκινήσει εδώ και επτά µήνες. Αρχισαν να «ξετινάζουν» τα ονόµατα που είχαν στη διάθεσή τους, αναζητώντας στοιχεία στις παλιές φωτογραφίες των δικογραφιών «κατά αγνώστων», διασταυρώνοντας και συνδυάζοντας στοιχεία και πληροφορίες µε µαρτυρικές καταθέσεις που είχαν ληφθεί τότε, επικεντρώνοντας σε πρόσωπα που κινούνταν στον λεγόµενο αντεξουσιαστικό χώρο - και µάλιστα σε µια πολύ ιδιαίτερη περίοδο, καθώς η οικονοµική κρίση είχε αρχίσει να σαρώνει, τα µέτρα λιτότητας λαµβάνονταν κατά κύµατα και οι διαδηλώσεις σηµαδεύονταν από επεισόδια.
Του εγκλήµατος στη Marfin είχε προηγηθεί -κατά ενάµιση χρόνο- η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τα πολυήµερα, πρωτοφανή, επεισόδια τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες πόλεις αµέσως µετά.
Κοινωνία «στα άκρα»
Το κλίµα που είχε διαµορφωθεί ευνοούσε τη στρατολόγηση και σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται η ενεργοποίηση των τριών προσώπων που πλέον είναι κατηγορούµενα για την τριπλή δολοφονία στο τραπεζικό υποκατάστηµα. Οι δύο άνδρες που έχουν συλληφθεί και οδηγήθηκαν ήδη στον εισαγγελέα ήταν τότε 26 ετών, ενώ η γυναίκα που σε βάρος της εκκρεµεί το διεθνές ένταλµα ήταν 30 χρόνων. Το ελληνικό FBI το πρωί της Παρασκευής µε οργανωµένη επιχείρηση προχώρησε στις δύο συλλήψεις, ενώ προηγουµένως είχε ενηµερώσει τις βρετανικές αρχές για τη 46χρονη γυναίκα, που εδώ και τουλάχιστον 6 χρόνια κατοικεί µόνιµα στο Λονδίνο.
Πληροφορίες ανέφεραν ότι µετά τη Marfin είχε αποστασιοποιηθεί από τον αντεξουσιαστικό χώρο, ωστόσο, οι δύο άνδρες παρέµεναν ενταγµένοι σε αυτόν, χωρίς κάποια ιδιαίτερη δράση. Ηταν στα «χαρτογραφηµένα» πρόσωπα του συγκεκριµένου χώρου, αλλά χωρίς να έχουν προκαλέσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των διωκτικών αρχών. Και οι δύο εντοπίστηκαν στα σπίτια που διαµένουν πλέον, ενώ τα πατρικά τους βρίσκονταν σε περιοχές των βορείων προαστίων.
Ματίνα Ηρειώτου








