Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, τα δημόσια αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και των Ηνωμένων Εθνών φωτίζουν με ψυχρή καθαρότητα τις τελευταίες ώρες πριν από την απόβαση και το συμπέρασμα είναι πως οι μεγάλες δυνάμεις ήξεραν, κατέγραφαν, συνεδρίαζαν, τηλεφωνούσαν, υπολόγιζαν, αλλά δεν σταμάτησαν τίποτα. Τα στοιχεία δημοσιεύονται σήμερα σε έρευνα του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων.
Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου 1974, τέσσερις ημέρες μετά το πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου, η Κύπρος είχε ήδη περάσει από την εσωτερική εκτροπή στη διεθνή κρίση. Στη Λευκωσία, το καθεστώς του Νίκου Σαμψών προσπαθούσε να εμφανιστεί ως κυβέρνηση. Στην Αθήνα, η χούντα του Δημήτριου Ιωαννίδη επέμενε ότι όλα ήταν «εσωτερική κυπριακή υπόθεση». Στην Άγκυρα, ο Μπουλέντ Ετζεβίτ είχε ουσιαστικά πάρει την απόφαση πως, αν δεν αποκαθίστατο η προ του πραξικοπήματος κατάσταση, η Τουρκία θα επενέβαινε στρατιωτικά.
Για την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, η Κύπρος εκείνες τις ώρες δεν ήταν τόσο το θύμα μιας επικείμενης εισβολής όσο το πεδίο πάνω στο οποίο μπορούσε να ξεσπάσει ελληνοτουρκικός πόλεμος, μέσα στο ΝΑΤΟ και εν μέσω Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η ιεράρχηση εξηγεί πολλά από όσα έγιναν και από όσα δεν έγιναν.
Η ομιλία Μακαρίου και η απομόνωση Σαμψών
Στις 3.30 μ.μ., στις 19 Ιουλίου 1974 ώρα Νέας Υόρκης, το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεδρίασε εκτάκτως. Πριν καν αρχίσει η συζήτηση, απέρριψε το αίτημα του καθεστώτος Σαμψών να αντικατασταθεί ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ζήνων Ρωσσίδης, και να αναβληθεί η συνεδρίαση. Η απόφαση είχε καθαρό πολιτικό βάρος. Ο ΟΗΕ δεν αναγνώριζε τη «κυβέρνηση» που είχε προκύψει από τα άρματα της χούντας.
Ο Μακάριος, μιλώντας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, κατονόμασε τη στρατιωτική κυβέρνηση της Αθήνας ως οργανωτή του πραξικοπήματος και τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς ως εκτελεστές του. Υπενθύμισε ότι είχε ζητήσει από τον Φαίδωνα Γκιζίκη την αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο και ότι η απάντηση ήταν πως κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε την άμυνα του νησιού απέναντι στην Τουρκία.
Η φράση του έμεινε στην ιστορία: «Τους απάντησα ότι θεωρούσα τον κίνδυνο από την Αθήνα μεγαλύτερο από τον κίνδυνο από την Τουρκία».
Ακόμη πιο πολυσυζητημένη υπήρξε η αναφορά του ότι «τα γεγονότα εις την Κύπρον δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελλήνων της Κύπρου» και ότι το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας ήταν «εισβολή», από τις συνέπειες της οποίας θα υπέφερε όλος ο λαός της Κύπρου, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι.
Η ελληνική αντιπροσωπεία, διά του τότε υπουργού Eξωτερικών Ιωάννη Παναγιωτάκου, απέρριψε κάθε εμπλοκή της Αθήνας. Υποστήριξε ότι επρόκειτο για εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων και επιτέθηκε προσωπικά στον Μακάριο, αποδίδοντάς του «προσωπολατρία», «δημαγωγία» και ευθύνη για διώξεις αντιπάλων του. Η πραγματικότητα όμως είχε ήδη ξεφύγει από τις γραμμές υπεράσπισης της χούντας.
Η Άγκυρα είχε προειδοποιήσει
Τα αμερικανικά τηλεγραφήματα δείχνουν πως η Άγκυρα δεν έκρυβε τις προθέσεις της. Στις 17 Ιουλίου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, Ουίλιαμ Μακόμπερ, ενημέρωνε την Ουάσιγκτον για τη συνάντησή του με τον Ετζεβίτ. Ο Τούρκος πρωθυπουργός χαρακτήριζε το πραξικόπημα παραβίαση της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960 και το απέδιδε στη χούντα των Αθηνών.
Προειδοποιούσε ότι, αν δεν αποκαθίστατο μια «αποδεκτή κατάσταση», η Τουρκία θα επενέβαινε στρατιωτικά. Μάλιστα σημείωνε ότι, αν η επέμβαση ήταν αναπόφευκτη, έπρεπε να γίνει μέσα σε «λίγες ημέρες», αλλιώς θα ήταν πιο αιματηρή.
Ο Ετζεβίτ πήγε στο Λονδίνο ζητώντας κοινή δράση με τη Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη. Το ερώτημά του προς τους Βρετανούς ήταν ωμό: «Έχουν βάσεις εκεί. Αν δεν τις χρησιμοποιήσουν τώρα, τότε για ποιο λόγο υπάρχουν;»
Η κυβέρνηση του Χάρολντ Ουίλσον δεν δέχθηκε να συμμετάσχει σε στρατιωτική επιχείρηση. Έτσι, η Άγκυρα έμεινε μεν χωρίς βρετανική σύμπραξη, αλλά και χωρίς πραγματικό εμπόδιο.
Η Ουάσιγκτον φοβόταν τον ελληνοτουρκικό πόλεμο
Τα έγγραφα FRUS και τα πρακτικά της Washington Special Actions Group δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε αντιληφθεί πως η τουρκική επέμβαση ήταν εξαιρετικά πιθανή. Η προτεραιότητά της όμως ήταν άλλη. Να μη συγκρουστούν δύο σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα και η Τουρκία.
Ο Χένρι Κίσινγκερ επαναλάμβανε ότι οι ΗΠΑ αναγνώριζαν την Κύπρο ως «ενιαίο, κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος» και ότι δεν μπορούσαν να αποδεχθούν ενέργεια που μεταβάλλει την πολιτική και συνταγματική δομή του νησιού. Στην πράξη, όμως, η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να αγοράσει χρόνο, να αποφύγει γενικευμένη ανάφλεξη και να αποτρέψει σοβιετική εμπλοκή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το αμερικανικό δίλημμα αποτυπώνεται καθαρά σε τηλεγράφημα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο Μακάριος θεωρείτο ο νόμιμος Πρόεδρος, αλλά η επιστροφή του χωρίς εξωτερική στρατιωτική στήριξη φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη. Το καθεστώς Σαμψών επίσης δεν γινόταν αποδεκτό. «Δεν αποδεχόμαστε το καθεστώς Σαμψών», αναφερόταν. Αμέσως μετά όμως σημειωνόταν ότι θα ήταν απερίσκεπτο να επιδιωχθεί η απομάκρυνσή του πριν φανεί εναλλακτική λύση.
Το αμερικανικό επιτελείο γνώριζε
Στις 19 Ιουλίου, η WSAG συνεδρίασε στην Αίθουσα Επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου. Παρόντες αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου, του Γενικού Επιτελείου και της CIA. Ο υφυπουργός Άμυνας Γουίλιαμ Κλέμεντς ενημέρωσε ότι αμερικανική αμφίβια δύναμη, με πέντε πλοία, 1.800 πεζοναύτες και 14 ελικόπτερα, είχε διαταχθεί να πλησιάσει την Κύπρο. Όχι για να παρέμβει. Μόνο για πιθανή εκκένωση Αμερικανών πολιτών.
Την ίδια ώρα, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο βρισκόταν ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα. Από την Αθήνα είχε εξασφαλίσει περιορισμένες παραχωρήσεις: συμμετοχή σε συνομιλίες στο Λονδίνο και ενισχυμένο ρόλο του ΟΗΕ σε λιμάνια και αεροδρόμια. Η ελληνική πλευρά απέρριπτε, όμως, την τουρκική απαίτηση για πρόσβαση των Τουρκοκυπρίων στη θάλασσα, θεωρώντας την συγκαλυμμένη διχοτόμηση.
Ο Σίσκο έγραψε στον Κίσινγκερ την πιο αποκαλυπτική φράση: «Έχω τη σαφή εντύπωση πως, ό,τι και να γίνει σε αυτή την κατάσταση, οι Τούρκοι θεωρούν ότι αυτή είναι η ιδανική στιγμή για να επιτύχουν μέσω στρατιωτικής επέμβασης έναν μακροχρόνιο στόχο τους».
Δεν χρειαζόταν μαντική ικανότητα. Χρειαζόταν πολιτική βούληση. Αυτή δεν υπήρξε.
Η απειλή κατά του Μακαρίου
Στα ίδια πρακτικά καταγράφεται και ένα λιγότερο γνωστό παρασκήνιο. Η κυπριακή πλευρά ζήτησε αμερικανικό αεροσκάφος για τη μεταφορά του Μακαρίου από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον, επικαλούμενη απειλές κατά της ζωής του.
Η εισήγηση αρχικά ήταν να απορριφθεί το αίτημα, ώστε να μη φανεί ότι οι ΗΠΑ κλίνουν υπέρ του Μακαρίου. Τότε ο εκπρόσωπος της CIA, Τζορτζ Λόντερ, αποκάλυψε ότι υπήρχε πληροφορία από «καλή πηγή» σύμφωνα με την οποία είχαν δοθεί εντολές να δολοφονηθεί ο Μακάριος «οποτεδήποτε και οπουδήποτε στον κόσμο».
Τελικώς προτάθηκε μια ενδιάμεση λύση. Μικρό στρατιωτικό τζετ χωρίς διακριτικά. Να σωθεί ο άνθρωπος, αλλά να μη φανεί πολιτική στήριξη.
«Αποβιβάζονται»
Το βράδυ της 19ης προς 20ή Ιουλίου, η εικόνα στην Ουάσιγκτον ήταν πλέον καθαρή. Η CIA εκτιμούσε ότι οι τουρκικές δυνάμεις ήταν έτοιμες για απόβαση στην Κερύνεια, με στόχο την κατάληψη Κερύνειας, Αμμοχώστου και ζώνης που θα συνέδεε τις δύο περιοχές, ώστε η Τουρκία να αποκτήσει ισχυρή διαπραγματευτική θέση.
Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον υπουργό Άμυνας Τζέιμς Σλέσινγκερ, ο Κίσινγκερ ενημέρωσε ότι οι τουρκικές δυνάμεις είχαν αρχίσει την απόβαση.
«Αποβιβάζονται», είπε.
Στη συζήτηση για τους πραγματικούς στόχους της Άγκυρας, ο Σλέσινγκερ εκτίμησε ότι η Τουρκία «δεν θα συμβιβαζόταν με τίποτε λιγότερο από ένα τμήμα του νησιού». Ο Κίσινγκερ απάντησε ότι, αν αυτός ήταν ο στόχος, τότε θα έπρεπε να εργαστούν για «διπλή ένωση», δηλαδή για μια λύση που στην πράξη παρέπεμπε σε de facto διχοτόμηση.
Λίγο πριν από τις 5 τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, ο τουρκικός στόλος έφθασε στις βόρειες ακτές της Κύπρου. Η επιχείρηση «Αττίλας» άρχισε με βομβαρδισμούς, απόβαση στο Πέντε Μίλι, δυτικά της Κερύνειας, και ρίψεις αλεξιπτωτιστών βορείως της Λευκωσίας.
Εμπάργκο όπλων... που δεν έπρεπε να φαίνεται
Μετά την έναρξη της εισβολής, ο Κίσινγκερ ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Ρίτσαρντ Νίξον ότι η Αθήνα είχε αποδεχθεί την αμερικανική πρόταση για κατάπαυση του πυρός, ενώ η Άγκυρα καθυστερούσε για να δημιουργήσει τετελεσμένα. «Προσπαθούν να κερδίσουν όσο περισσότερο έδαφος μπορούν», είπε.
Ο Νίξον ρώτησε αν υπήρχε κίνδυνος άμεσης εμπλοκής της Ελλάδας. Ο Κίσινγκερ απάντησε: «Αν οι Έλληνες δεν πάνε σε πόλεμο το πρωί, πιστεύω ότι θα είμαστε εντάξει».
Το εργαλείο πίεσης που εξεταζόταν ήταν η διακοπή στρατιωτικής βοήθειας και προς τις δύο χώρες. Όμως σε άλλη απόρρητη συνομιλία με τον Ρόμπερτ Ίνγκερσολ, ο Κίσινγκερ εμφανίζεται να ακυρώνει την επίσημη ανακοίνωση διακοπής των αποστολών όπλων. Δεν ήθελε να καταγραφεί πολιτικά ένα εμπάργκο, φοβούμενος ότι μετά δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει ξανά. Η οδηγία ήταν κυνική. Οι παραδόσεις να μη γίνουν, αλλά να παρουσιαστούν ως «τεχνικές καθυστερήσεις».
Το Ψήφισμα 353 και η πραγματικότητα
Ενώ οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ήδη αποβιβαστεί, στον ΟΗΕ συνεχιζόταν η διαπραγμάτευση για το Ψήφισμα 353. Η γαλλική πρόταση ζητούσε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων που υπερέβαιναν όσα προέβλεπαν οι διεθνείς συμφωνίες, διατύπωση που αφορούσε πλέον και τις τουρκικές δυνάμεις.
Ο Κίσινγκερ σχολίασε ότι αυτό «ίσως να μην είναι κακή ιδέα», προσθέτοντας όμως πως «δεν θα αρέσει στους Τούρκους». Τελικώς το Συμβούλιο Ασφαλείας ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός, τερματισμό ξένης στρατιωτικής επέμβασης, αποχώρηση ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν προβλεπόταν από τις διεθνείς συμφωνίες και διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Όταν εγκρίθηκε το ψήφισμα, η Τουρκία είχε ήδη πατήσει πόδι στην Κύπρο.
Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ (Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ) τέθηκε σε συναγερμό, ενίσχυσε παρατηρητήρια, έκανε περιπολίες και προσπάθησε να πετύχει τοπικές εκεχειρίες. Δεν μπορούσε όμως να αλλάξει την πορεία των γεγονότων.
Τα ντοκουμέντα δεν αφήνουν περιθώριο για πολλές αυταπάτες. Η κρίση δεν αιφνιδίασε τις μεγάλες δυνάμεις. Η τουρκική εισβολή προαναγγέλθηκε, συζητήθηκε, αναλύθηκε και σχεδόν χρονομετρήθηκε. Εκείνο που δεν έγινε ήταν η αποτροπή της.
Το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974, η διπλωματία είχε ήδη παραχωρήσει τη θέση της στα όπλα. Η Κύπρος πλήρωσε το πραξικόπημα, την προδοσία, τον τουρκικό επεκτατισμό και τον κυνισμό όσων έβλεπαν στο νησί περισσότερο έναν γεωπολιτικό πίνακα παρά μια χώρα που βυθιζόταν στην τραγωδία.
Μανώλης Καλατζής
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ