Το λεύκωμα του Γιάννη Καρλόπουλου με παλιές καρτ ποστάλ και εικόνες καλύπτει την οθωμανική και την εβραϊκή κληρονομιά, την κοσμοπολίτικη μπελ επόκ, την καταστροφική πυρκαγιά του 1917 και τον μεταπολεμικό εκσυγχρονισμό
Σε αυτή την άκρως φροντισμένη έκδοση που φέρει τον τίτλο «Σαλονίκη» ο καταξιωμένος γραφίστας Γιάννης Καρλόπουλος χρησιμοποιεί κομμάτια του προσωπικού του αρχείου αποκαλύπτοντας μέσα από τις προσωπικές ιστορίες και τις εικόνες που αφηγούνται οι καρτ ποστάλ τις διαφορετικές όψεις της πόλης όπου μεγάλωσε: μέσα από αυτές τις ιστορίες αντικρίζουμε την όψη που είχε η Θεσσαλονίκη πριν από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, τη μεταμόρφωσή της από μουσουλμανική και εβραϊκή σε σύγχρονη δυτική πόλη, την κοσμοπολίτικη σφραγίδα της με τα εμβληματικά κτίρια, αλλά και τις αστικές της συνήθειες με τα διάσημα καφέ και εστιατόρια.

Ιστορικό μωσαϊκόΑποκαλύπτονται όμως και οι πιο κρυφές πλευρές της: παλαιότερα με τους τεκέδες και κατόπιν με τα γνωστά «σπίτια» στις παρυφές της πόλης. Από την ωραία ευωχία της μπελ επόκ μέχρι την πιο εμπορική - τουριστική διάσταση που αναδεικνύει η δεκαετία του ’80, η Θεσσαλονίκη αποκαλύπτει πολλαπλά πρόσωπα, που στοιχειοθετούν σε κάθε λεπτομέρεια οι εικόνες και οι αφηγήσεις των αναμνηστικών και κατόπιν τουριστικών καρτών, όπως εξελίχθηκαν μέσα στα χρόνια, μέχρι να εκλείψουν οριστικά μαζί με την αλληλογραφία ως μέσο επικοινωνίας.


Η αλληλογραφίαΤο βιβλίο που χωρίζεται σε τέσσερα μέρη ξεκινά από τον Οκτώβριο του 1912 και την είσοδο του Ελληνικού Στρατού στη Θεσσαλονίκη και φτάνει μέχρι το τέλος της εποχής της κλασικής αλληλογραφίας γύρω στα τέλη των 80s. Τη σπουδαιότητα αυτών των αρχετυπικών τρόπων αλληλογραφίας την επισημαίνει όχι τόσο με εξωραϊστικό, αλλά με καθαρά αισθητικό τρόπο ο συγγραφέας, ο οποίος σπεύδει να αποκωδικοποιήσει τι σημαίνουν όλες αυτές οι πληροφορίες των λόγων και των εικόνων για τον σημερινό αναγνώστη και τι ακριβώς αποκομίζει σε μια εποχή ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας.
Οπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή: «Ο τρόπος αναπαραγωγής των τοπίων και των τόπων που επισκέπτεται κάποιος είναι ευθέως ανάλογος της ευκολίας αναπαραγωγής των αναμνήσεων. Η εξέλιξη της εκάστοτε τεχνολογίας διαμορφώνει την ίδια την επικοινωνία. Η απλούστευση των διαδικασιών γνωστοποίησης σε πραγματικό χρόνο με το πάτημα ενός κουμπιού -πού πήγε, τι έφαγε, τι ψώνια έκανε, ποιον συνάντησε- συρρικνώνει, αν δεν εξαχνώνει εντελώς, τον χρόνο απόκρισης μεταξύ των επικοινωνούντων. Το απαραίτητο διάστημα μεσολάβησης για την αφομοίωση του λόγου της επικοινωνίας (εντυπώσεις, νέα, συναισθηματική κατάσταση, σκέψεις) καταβροχθίζεται από το τέρας των δεδομένων και των συντεταγμένων. Η αναπαραγωγή ενός προσωπικού περιβάλλοντος καθίσταται τόσο εύκολη και δημοφιλής και δηλώνεται prima vista· “είμαι εδώ τώρα!».

Η καταστροφή του ‘17Η πυρκαγιά που ξέσπασε, μάλλον κατά λάθος, στο βορειοδυτικό κομμάτι της πόλης έφτασε μέχρι την παραλία, ενισχυμένη από το γεγονός ότι οι περισσότερες κατοικίες, που ήταν ορθωμένες η μία δίπλα στην άλλη, ήταν ξύλινες. «Μέσα σε 32 ώρες κάηκαν 120 εκτάρια (1 εκτάριο=10 στρέμματα) του ιστορικού κέντρου, το ανατολικό τμήμα της πόλης εντός των τειχών εξαφανίστηκε, 70.000 κάτοικοι έμειναν άστεγοι (εκ των οποίων το 70% ήταν Εβραίοι) και καταστράφηκε η παραδοσιακή ρυμοτομία της», διαβάζουμε στο κεφάλαιο του βιβλίου που περιγράφει το καταστροφικό γεγονός της πυρκαγιάς, απεικονίζοντας με ακρίβεια την περίκαυστο ζώνη και τα ακριβή σημεία της καταστροφής.
Σε αυτό το σημείο βλέπουμε παραστατικές εικόνες από το πρώην ανατολίτικο ηχόχρωμα της πόλης και αντλούμε πληροφορίες για τα γλέντια, την αγορά με τις μουσουλμάνες της εποχής αλλά και τα σουλτανικά χτίσματα. Ταυτόχρονα, όμως, η Θεσσαλονίκη εμφάνιζε και έντονα κοσμικό χαρακτήρα, αφού, όπως μαθαίνουμε, «γύρω στο 1911 χτίζεται το κέντρο αναψυχής του Λευκού Πύργου με κήπο, όπου το απόγευμα Θεσσαλονικείς και ξένοι αξιωματικοί απολάμβαναν το απεριτίφ ή το παγωτό τους. Κατά τις 7 το βράδυ, ανάλογα με την εποχή, μπορούσαν να δειπνήσουν στις ταράτσες με θέα τον κήπο ή τη μεγάλη αίθουσα του εστιατορίου. Εκτός από το cafe-restaurant, το κτίριο διέθετε και music hall, μια στενή αίθουσα η οποία επικοινωνούσε με το εστιατόριο και είχε προθάλαμο με θέα τον κήπο. Στις 8.30 άρχιζε να γεμίζει ασφυχτικά από εκατοντάδες νέους άνδρες οι οποίοι επευφημούσαν τις καλλιτέχνιδες της σκηνής ποδοβολώντας ή φωνασκώντας μέχρι πρωίας».
Μάλιστα, στις παρυφές της πόλης, στον Βαρδάρη, φαίνεται να ανθεί ο απαγορευμένος έρωτας: από στρατιώτες μέχρι εφήβους, ήταν μεγάλη η γκάμα του ανδρικού κοινού που προσέτρεχε όχι μόνο στα «σπίτια» αλλά και στα διάφορα μαγαζιά του υποκόσμου που αναπτύσσονταν γύρω από τον σταθμό.

Η ΔΕΘΤα εγκαίνια της ΔΕΘ με τους ευζώνους έγιναν την Κυριακή 3 Οκτώβρη του 1926 από τον ιδρυτή της Νικόλαο Γερμανό και τους συνεργάτες του. Οπως επισημαίνει σχετικά ο Καρλόπουλος, «για τη Θεσσαλονίκη παρόμοια διοργάνωση δεν ήταν πρωτοφανής, γι’ αυτό και συνδέθηκε ιστορικά με τα Καβείρια της πρωτοχριστιανικής εποχής, θρησκευτική και εμπορική γιορτή που κατήργησε το 394 ο Μέγας Θεοδόσιος - όπως και τα κατοπινά βυζαντινά Δημήτρια (τα οποία στην εποχή μας διοργανώνει ο Δήμος Θεσσαλονίκης και αισίως έφθασαν το 2025 στην 60ή διοργάνωση)». Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι με τη ΔΕΘ και άλλα τέτοια γεγονότα η Θεσσαλονίκη βοήθησε στον συνολικότερο εκσυχρονισμό του ελληνικού κράτους, του οποίου αποτελούσε πλέον αναπόσπαστο μέρος.
Στους χώρους της έκθεσης βλέπουμε να λανσάρονται οι νέες μόδες και τάσεις της εποχής, αλλά και στα πέριξ να καθιερώνονται διάφορα ιστορικά στέκια, όπως καφενεία, εστιατόρια, μέρη αναψυχής, πολλά από τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα και είναι άμεσα συνυφασμένα με την ιστορία της. Ωραία είναι, για παράδειγμα, η ιστορία της Διαγωνίου με τα εμβληματικά μαγαζιά και στέκια που βρίσκονται εκεί, αποκαλύπτοντας την κοσμοπολίτικη και ανοιχτή εικόνα αυτής της πόλης. «Η περίφημη Διαγώνιος. Ενώνει την Αγία Σοφία με τον Λευκό Πύργο (με κάτι από το πνεύμα της Diagonal της Βαρκελώνης). Είμαστε στο 1955 και η πόλη αποκτά τη σύγχρονη φυσιογνωμία της (και το μοχθηρό της πρόσωπο, με την ανάμνηση της υπόθεσης Πολκ και την επερχόμενη υπόθεση του δράκου του Σέιχ Σου, Παγκρατίδη). Διακρίνεται το καφεζαχαροπλαστείο “Ντορέ”, που έχει άρρηκτα συνδεθεί με τη Θεσσαλονίκη και την ιστορία της σε όλες τις εκφάνσεις της. Ιδρύθηκε το 1908 από τον Βιεννέζο Αλφρέντο Μορατόρι, ο οποίος έφτασε στη Θεσσαλονίκη για εμπορικούς σκοπούς. Αρχικά ονομαζόταν “Ανατολικό Ζαχαροπλαστείο” και βρισκόταν στη γωνία των οδών Εθνικής Αμύνης και Πρίγκηπος Νικολάου (σήμερα Αλεξ. Σβώλου). Το 1917 καταστράφηκε από την πυρκαγιά και ανακαινίστηκε σε βιεννέζικο αυτή τη φορά στυλ, ενώ τον εντυπωσιακό διάκοσμο επιμελήθηκε ο Ιταλός μηχανικός Βιτσέντζο Ποζέλι (πάλι αυτός).Το 1933 μεταφέρθηκε κοντά στον Λευκό Πύργο. Στην ενενηντάχρονη ιστορία του το “Ντορέ” φιλοξένησε πρίγκιπες, διαδόχους, αρχηγούς κρατών, πρωθυπουργούς, πολιτικούς, στρατηγούς, επιστήμονες, καλλιτέχνες, κτηματίες, δικτάτορες και άλλες προσωπικότητες που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία και αυτήν της ευρύτερης περιοχής (σήμερα τρέχει ως “Ντορέ Ζύθος”)», γράφει με κάθε λεπτομέρεια στο εκτενέστατο απόσπασμα ο συγγραφέας.

Μέσα από τις καρτ ποστάλ παρακολουθούμε ταυτόχρονα και την οπτική αλλαγή της πόλης, σύμφωνα με τα σύγχρονα αστικά πρότυπα, όταν καταργήθηκε το όμορφο γραφικό τραμ και ξηλώθηκαν οι τροχιοδρόμοι το 1957 με την έλευση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Φτάνοντας μέχρι τη δεκαετία του ’90, τα χρόνια της ευμάρειας και της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας το 1997, όπου, για παράδειγμα, στην πλατεία Αριστοτέλους δεσπόζει πλέον το «Ηλέκτρα», αλλά δεν έχει γκρεμιστεί ακόμα το «Μεντιτερανέ» και «η Αριστοτέλους θα πεζοδρομηθεί και θα καταστεί έτσι το δεύτερο εμβληματικό τοπόσημο της πόλης».
