Η σύγκρουσή του με τη χωροφυλακή, οι ιστορίες για βοήθεια προς φτωχούς, το μαχαίρι που χρησιμοποιούσε και ο βίαιος θάνατός του δημιούργησαν έναν χαρακτήρα πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή του
Σύμφωνα με την αφήγηση που παρουσίασε η ΕΡΤ, έχασε σε μικρή ηλικία τον πατέρα του και ήταν ορφανός ενώ εργάστηκε ως βοσκός. Όμως ακόμη και οι πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν είναι απολύτως ομοιόμορφες: μεταγενέστερη έρευνα που επικαλείται μαρτυρία του αδελφού του τον παρουσιάζει να προέρχεται από οικογένεια με σημαντική κτηνοτροφική περιουσία, σύμφωνα με το Kozani.tv.
«Με τον Γιαγκούλα κάναμε παρέα. Έκλεβε τότε ο κόσμος. Έκλεβε και αυτός. Ύστερα άρχισαν να λένε “ποιος το έκλεψε;” “ο Γιαγκούλας, ο Γιαγκούλας”», είχε πει φίλος του λήσταρχου το 1982 στην ΕΡΤ. «Ήταν ορφανός. Όποιος έκλεβε τα φόρτωναν στον Γιαγκούλα. Τον ανάγκασαν να βγει κλέφτης», είπε από την πλευρά του μιλώντας στη Μηχανή του Χρόνου ο Αθανάσιος Μουσαφειρόπουλος, κάτοικος του Πολύραχου όπου είχε μετακομίσει ο νεαρός τότε Γιαγκούλας.
Γιατί βγήκε στην παρανομία
Κάθε ιστορία για τον Γιαγκούλα έχει αρκετές εκδοχές με τους λαϊκούς μύθους να εμπλουτίζονται από γενιά σε γενιά.
«Η αφορμή που βγήκε στο κλαρί ήταν ότι ένας ενωμοτάρχης στο χωριό του ενοχλούσε την ξαδέρφη του, την Μαριγώ. Με την οποία υπάρχουν φήμες ότι μπορεί να είχε σχέση και ο ίδιος. Είτε τον έσφαξε μέσα σε ένα καφενείο του χωριού ή αυτός από τον φόβο του επειδή τον κυνηγούσε ο Γιαγκούλας πήρε μετάθεση στην Αθήνα. Κατά μία άλλη εκδοχή πήρε μετάθεση στην Αθήνα, κατέβηκε ο Γιαγκούλας και τον έσφαξε», είχε πει στη Μηχανή του Χρόνου ο συγγραφέας Δημήτρης Κωστόπουλος.
Ο Μενέλαος Γούλιος, εγγονός θύματος του Γιαγκούλα, λέει από την πλευρά του: «η αλήθεια είναι ότι υπήρχε Μαρία με χωροφύλακα αλλά ήταν άλλη περίπτωση. Αλλά επειδή ήταν από του Γιαγκούλα το χωριό, το φόρτωσαν και αυτό στον Γιαγκούλα».
«Ένας ανθυπασπιστής της χωροφυλακής πείραξε μια ξαδέρφη του. Ο Γιαγκούλας του επιτέθηκε, τον έκανε μαύρο στο ξύλο και την επόμενη μέρα βγήκε στο βουνό», αναφέρει από την πλευρά του στη «Μηχανή» ο συγγραφέας Βασίλης Τζανακάρης.
Το βέβαιο είναι ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε ήδη περάσει στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών και το καλοκαίρι εκείνης της χρόνιας είχε επικηρυχτεί.
Η απόδραση από το τρένο
Ο Γιαγκούλας φέρεται να κυκλοφορούσε σιδηροδέσμιος για οκτώ ημέρες, μέχρι να επιστρέψει στα χωριά της Κοζάνης όπου ένας σιδεράς του έκοψε τις αλυσίδες.
Η ιστορία της απόδρασης απέκτησε διαστάσεις κινηματογραφικής περιπέτειας και τροφοδότησε την εικόνα του ληστή που μπορούσε να εξαπατά και να ταπεινώνει τις αρχές. Αργότερα προστέθηκαν αφηγήσεις για μεταμφιέσεις και εμφανίσεις του ακόμη και στην Αθήνα, όμως αρκετές από αυτές προέρχονται από τον Τύπο και τις λαϊκές ιστορίες της εποχής.
Ληστείες, δολοφονίες και «Ρομπέν των Δασών»
Παράλληλα γεννήθηκε η εικόνα του «κοινωνικού ληστή». Αφηγήσεις του αποδίδουν οικονομική βοήθεια σε φτωχές οικογένειες, προίκες σε κοπέλες και συνεισφορές για εκκλησίες. Η ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς, όμως, παραμένει αντικείμενο διαφωνίας αφού δεν αποκλείεται οι παροχές αυτές να λειτουργούσαν κυρίως ως τρόπος εξασφάλισης καταφυγίου, πληροφόρησης και σιωπής από τους κατοίκους των περιοχών όπου κινούνταν.
Έτσι, ο χαρακτηρισμός του ως Έλληνα «Ρομπέν των Δασών» ανήκει περισσότερο στον μύθο που χτίστηκε γύρω του παρά σε ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό συμπέρασμα. Το βέβαιο είναι ότι ο ίδιος καλλιεργούσε μια εικόνα προσωπικής «δικαιοσύνης», παρουσιάζοντας την αντιπαράθεσή του με το κράτος ως εκδίκηση απέναντι σε μια εξουσία που θεωρούσε άδικη.
Το «δίκαιο της παρδάλας» με 54 σφαγές και το μουμιοποιημένο κεφάλι του Γιαγκούλα
Σύμφωνα με τα όσα είχε περιγράψει ο κ. Ταχάτος στην ΕΡΤ, ο Γιαγκούλας είχε πάντα μαζί του την «παρδάλα» με την οποία «φημολογείται ότι είχε σφάξει 54 ανθρώπους» ενώ είχε χαράξει στη λεπίδα της: «Προς τους πάντας. Μη δηνάμενος να εύρο ίδινος δικαίου παρά της δυκαιοσήνης των Ελλήνων, ηναγγάσθην να τονίσο το δίκαιον της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Όθεον η ύψηστος αυτή λειτουργός της ανάνδρου Δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχη τον λόγον από σήμερον εις πάντας τους αιωθούντας και απίστους. Η λειτουργία αυτής έσετε πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλη λησμονήση τα Ιερά καθήκοντά της προς αναμονή του δικαίου. Μαρτίου 1917».
Συμμορία στον Όλυμπο
Η απαγωγή και το τέλος με το κομμένο κεφάλι
Η απαγωγή κινητοποίησε την χωροφυλακή σε μεγάλη έκταση. Αποσπάσματα από την Αγυιά, τα Φάρσαλα και την Καλαμπάκα μετακινήθηκαν προς την περιοχή Ελασσόνας και Κατερίνης. Η χωροφυλακή πληροφορήθηκε ότι ο Γιαγκούλας βρισκόταν μαζί με τους ομήρους στον Όλυμπο και κινήθηκε προς την περιοχή.
Η πρώτη επαφή με τη συμμορία έγινε το πρωί της 20ης Σεπτεμβρίου στην περιοχή της Κλεφτόβρυσης στον Όλυμπο. Οι άνδρες της χωροφυλακής κατέλαβαν περάσματα και σημεία από τα οποία οι ληστές θα μπορούσαν να επιχειρήσουν διαφυγή, και ακολούθησε μάχη που κράτησε για πολλές ώρες.
Στην τελική φάση της συμπλοκής σκοτώθηκαν ο Φώτης Γιαγκούλας, ο Πάντος Μπαμπάνης και ο Τσαμίτας. Σκοτώθηκε και ο χωροφύλακας Κωνσταντίνος Σαλιώρας. Λίγο πριν πέσει νεκρός ο Γιαγκούλας, ένας από τους δύο απαχθέντες σκοτώθηκε και ο δεύτερος τραυματίστηκε.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη και Τσαμίτα κρέμονταν σε δημόσια θέα στα κάγκελα του σιδηροδρομικού σταθμού Κατερίνης.
Ο ληστής έγινε λαϊκός θρύλος
Η μυθοποίηση συνεχίστηκε για δεκαετίες. Η σύγκρουσή του με τη χωροφυλακή, οι ιστορίες για βοήθεια προς φτωχούς, η «παρδάλα» και ο βίαιος θάνατός του δημιούργησαν έναν χαρακτήρα πολύ μεγαλύτερο από την πραγματική του βιογραφία. Ο «βασιλιάς των Ορέων» επιβίωσε στη συλλογική μνήμη ακριβώς επειδή τα όρια ανάμεσα στον εγκληματία, στον ανυπότακτο και στον λαϊκό ήρωα θόλωσαν μέσα στις αφηγήσεις που ακολούθησαν.
