23 Ιουλίου 2011

Αυτή την Ελλάδα παρέδωσαν Καραμανλής-ΝΔ στον ΓΑΠ: Strategic Report NSRF 2009, Publication date: 1/12/2009

http://thenetwar.com/wp-content/uploads/2009/10/karamanlis-2.jpgΕνότητα Α: Κοινωνικοοικονομική Κατάσταση και Τάσεις

Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται – κυρίως λόγω επέκτασης της ιδιωτικής κατανάλωσης - την τετραετία 2005-2008 με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,3%, που είναι υψηλότερο των αντίστοιχων στην Ευρωζώνη 1 και την ΕΕ-27, παραμένοντας έτσι σε τροχιά ήπιας σύγκλισης με τις δύο οικονομικές ζώνες2. Έτσι η σύγκλιση με την Ευρωζώνη επιτεύχθηκε και σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε το σχετικό δείκτη να βρίσκεται το 2008 στο 94% του μέσου κοινοτικού της ΕΕ-27, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία.

Την ίδια στιγμή η απασχόληση ενισχύθηκε και διαμορφώθηκε στο 61, 9% του πληθυσμού ηλικίας 15-64 ετών το 2008, έναντι 60,1% το 2005. Η αύξηση της απασχόλησης συνοδεύτηκε από ενίσχυση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο σε Μονάδες Αγοραστικής 1ύναμης (ΜΑ1) στην Ελλάδα τα έτη 2005-2008 σε σύγκριση με την ΕΕ-27, όταν το αντίστοιχο μέγεθος στην Ευρωζώνη εμφάνιζε εξασθένιση. Παράλληλα, η ανεργία υποχώρησε κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, ταχύτερα από ότι στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ-27, με το μέσο επίπεδό της να διαμορφώνεται στο 8,8%. Σε ότι αφορά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, μεγαλύτερη δυσκολία στην εύρεση εργασίας αντιμετωπίζουν οι γυναίκες και οι νέοι ηλικίας 15-24 ετών, καθώς παρά την υποχώρηση των σχετικών ποσοστών τα τελευταία χρόνια, η ανεργία στις συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες έφτασε το 2008 το 11,2% και 22,1% αντίστοιχα, από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ-27.

Ο αναπτυξιακός ρυθμός των ετών 2005-2008 δεν επέτρεψε ιδιαίτερη μείωση του πληθωρισμού, ο οποίος κινήθηκε σε ελαφρά πτωτική τροχιά, παραμένοντας όμως σε σταθερή απόσταση από τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ-27. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και βασικών εμπορευμάτων το 2008 ενέτεινε τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, ωστόσο η επίδρασή τους στην Ελλάδα ήταν – αναλογικά - μικρότερη από ότι στις δύο ευρωπαϊκές οικονομικές ζώνες.

Παρά τις θετικές εξελίξεις που καταγράφηκαν σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη, τα διαρθρωτικά προβλήματα που διαχρονικά εμφανίζει η ελληνική οικονομία συνέχισαν να υφίστανται, ορισμένα από αυτά οξυμένα, λειτουργώντας ανασχετικά στην περαιτέρω μεγέθυνση. Αναλυτικότερα, εξασθένιση παρουσίασε η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας την τετραετία 2005-2008, με την κατάταξή της στις σχετικές αξιολογήσεις διεθνών οργανισμών (WEF, IMD) να υποχωρεί. Επιπρόσθετα, τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και του εμπορικού ισοζυγίου διευρύνθηκαν ιδιαίτερα στο συγκεκριμένο διάστημα, με το πρώτο σχεδόν να διπλασιάζεται, ενώ οι ξένες άμεσες επενδύσεις, ύστερα από τη αύξησή τους στην περίοδο 2004-2006, υποχώρησαν κατά τη διετία 2007-2008, αν και με έντονες διακυμάνσεις. Στο πεδίο της επιχειρηματικότητας, το ύψος των επενδύσεων ως ποσοστό των ΑΕΠ έχει αυξηθεί σε σύγκριση με το 2005, έτος βάσης στο ΕΣΠΑ 2007-2013. Στον αντίποδα, η θέση της Ελλάδας στις αξιολογήσεις ως προς τις συνθήκες-δυνατότητες άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας παραμένει αμετάβλητη ή σημειώνει μικρή υποχώρηση (Doing Business, World Bank), αντανακλώντας, παρά τα βήματα προόδου που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, τα προσκόμματα στην άσκηση επιχειρηματικότητας που εξακολουθούν να εμποδίζουν τις εντονότερες εξελίξεις κυρίως στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Σε ότι αφορά τα δημόσια οικονομικά, σε φάση όξυνσης βρίσκονται την τελευταία τριετία τα προβλήματα στο πεδίο της δημοσιονομικής διαχείρισης, μετά από την πρόσκαιρη – τεχνική - εξασθένισή τους κατά τη διετία 2005-2006. Το 2007 το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε πάνω από το όριο του 3% του ΑΕΠ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, στο 3,7%, ενώ το 2008 υπερδιπλασιάστηκε, φθάνοντας στο 7,7%. Την ίδια περίοδο (2005-2008) δεν κατέστη δυνατός ο μόνιμος περιορισμός του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης: τη μικρή πτώση του από το 100% του ΑΕΠ το 2005 στο 95,6% το 2007, διαδέχθηκε νέα άνοδός το 2008, στο 99,2%. Οι πρόσφατες προβλέψεις για το 2009 συγκλίνουν σε περαιτέρω επιδείνωση των δύο δημοσιονομικών μεγεθών, πάνω από το 12% του ΑΕΠ για το έλλειμμα και το 110% αυτού για το δημόσιο χρέος.

Στην πλευρά των εξελίξεων στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής το ποσοστό των ατόμων που βρίσκεται εισοδηματικά κάτω από το όριο της φτώχειας, έχει μειωθεί στο 20% το 2007, ενώ αν συνυπολογιστεί το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, το ποσοστό αυτό υποχωρεί στο 18%.

Ανασχετικά όμως στη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής λειτουργούν οι μεγαλύτερες, σε σύγκριση με τον κοινοτικό μέσο όρο, εισοδηματικές ανισότητες, με το λόγο του εισοδήματος που λαμβάνει το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού προς το αντίστοιχο εισόδημα του φτωχότερου 20% να διαμορφώνεται το 2007 πάνω από αυτόν στην ΕΕ-27. Συνεχή άνοδο παρουσιάζει η συνολική εγχώρια δαπάνη για την υγεία, που ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ, με το 40% αυτής να καλύπτεται από ιδιώτες, μερίδιο που είναι επίσης από τα υψηλότερα στην EE. Στην εκπαίδευση, η αναλογία των σχετικών δημοσίων δαπανών ως προς το ΑΕΠ συγκαταλέγεται μεταξύ των χαμηλότερων στην ΕΕ-27, ωστόσο το ποσοστό των μαθητών που φοιτούν σε δημόσιο σχολείο βρίσκεται πάνω από το αντίστοιχο στην ΕΕ. Επίσης, η συμμετοχή ατόμων ηλικίας 15-24 ετών στην εκπαιδευτική διαδικασία υποχωρεί και πλέον ξεπερνάει οριακά το μέσο όρο στην ΕΕ-27. Αντίστοιχα χαμηλή σε όρους δαπανών είναι η επίδοση της Ελλάδας σε κατεύθυνση πόρων προς Ε&ΤΑ, εμποδίζοντας την άνοδό της σε δείκτες τεχνολογικής ετοιμότητας και καινοτομικότητας, παρότι παρουσιάζει – σχετικά - αρκετά υψηλή διαθεσιμότητα επιστημόνων και μηχανικών.

Αρκετά θετική εξέλιξη συνιστά η ταχεία αύξηση της χρήσης του διαδικτύου για συναλλαγές με τις δημόσιες αρχές, καθώς και η ραγδαία διείσδυση του στα νοικοκυριά, που περιορίζει σχετικά τη μεγάλη απόκλιση από την ΕΕ.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η Αττική είναι η μοναδική περιφέρεια της οποίας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ξεπερνούσε το 2006 τον κοινοτικό μέσο όρο, με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ να παρουσιάζεται στη 1υτική Ελλάδα, στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη και στο Βόρειο Αιγαίο.

Αύξηση της απασχόλησης σημειώθηκε σε όλες τις περιφέρειες από το 2005 έως και το 2008 εκτός της Κρήτης, με την Πελοπόννησο στο τέλος αυτής της περιόδου να προσεγγίζει το μέσο όρο στην ΕΕ-27 (65,9%). Η 1υτική Μακεδονία εμφάνισε το 2008 το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (12,5%), 5,5 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο σε σχέση με την ΕΕ, σε αντίθεση με τις περιφέρειες Αττικής, Πελοποννήσου, Κρήτης και Βορείου Αιγαίου που εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα ανεργίας. Όπως και στο σύνολο της χώρας, στις περιοχές αυτές από την ανεργία πλήττονται κυρίως οι γυναίκες και οι νέοι 15-24 ετών. Σε τρεις περιφέρειες της χώρας (Αττική, Νότιο Αιγαίο και Στερεά Ελλάδα), πάντως η παραγωγικότητα της εργασίας μετρούμενη ως ΑΕΠ σε ΜΑ1 ανά απασχολούμενο, εμφανίζεται υψηλότερη του κοινοτικού μέσου επιπέδου. Η ατμοσφαιρική ρύπανση παρουσιάζει υψηλές τιμές, κυρίως στα αστικά κέντρα της χώρας. Η ανάπτυξη δικτύου συλλογής και υποδομών επεξεργασίας αστικών αποβλήτων έχει οδηγήσει σε αύξηση των ανακυκλώσιμων ποσοτήτων, με το ποσοστό ανακύκλωσης να αγγίζει το 25% στα τέλη του 2008, ενώ υπάρχει ήδη η απαραίτητη υποδομή για την ανακύκλωση συσκευασιών, οχημάτων τέλους κύκλου ζωής, συσσωρευτών, χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού κα. Υπάρχουν όμως ακόμα ελλείψεις στη διαχείριση βιομηχανικών και επικινδύνων αποβλήτων. Σε ότι αφορά τη διαθεσιμότητα των υδάτων, υπάρχουν ζητήματα – κυρίως διαχειριστικά- που διακυβεύουν την επάρκεια του νερού μακροχρόνια. Η εξάπλωση κατά το β’ εξάμηνο του 2008 των συνεπειών της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε από τις Η.Π.Α στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των χωρών-μελών της ΕΕ, οι οποίες στη συνέχεια γενικεύτηκαν στο σύνολο των οικονομιών τους, έπληξε σταδιακά από τα τέλη του ίδιου έτους και την ελληνική οικονομία. Το 2009 η πορεία της καθορίστηκε κατά κύριο λόγο από τις εξωγενείς επιδράσεις της επακόλουθης διεθνούς οικονομικής ύφεσης, καθώς τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα είχαν προχωρήσει σε πολύ μικρές τοποθετήσεις σε επισφαλή επενδυτικά προϊόντα. Για την αντιμετώπιση αυτών των εξωγενών για το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και την ελληνική οικονομία πηγών έντονων πιέσεων, ψηφίστηκε το σχέδιο «Ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας» από την Ελληνική κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 2008.

Οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έχουν γίνει ιδιαίτερα αισθητές το 2009. Συνολικότερη αποτύπωση αυτών αποτελεί η εξέλιξη του ΑΕΠ της Ελλάδας, το οποίο, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, υποχωρεί το α’ εννιάμηνο του 2009 κατά 1,1% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2008. Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) επιβραδύνθηκε σταδιακά από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους περίπου στο 1/4 του αντίστοιχου περυσινού.

Πτώση κατά 9,7% εμφάνισε συνολικά στο ίδιο διάστημα η βιομηχανική παραγωγή, ενώ μεγαλύτερη υποχώρηση παρουσίασε ο κύκλος εργασιών σε σημαντικούς κλάδους των υπηρεσιών (πχ. λιανικό-χονδρικό εμπόριο). Αντιθέτως, παρά τα αναμενόμενα, ενισχυμένος το πρώτο εξάμηνο του 2009 εμφανίζεται ο κύκλος εργασιών στις τουριστικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, τα στοιχεία για την πορεία των εργασιών κατά τους θερινούς μήνες αποτυπώνουν κάμψη της δραστηριότητας. Η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας είχε όπως αναμενόταν, αρνητικό αντίκτυπο ιδιαίτερα στην πορεία της ανεργίας, με τη διαφορά του περυσινού από το φετινό ποσοστό της να διευρύνεται συνεχώς σε τριμηνιαία βάση. Εξάλλου, ραγδαία επιδείνωση παρουσίασαν τα δημόσια οικονομικά, με το έλλειμμα της Κεντρικής Κυβέρνησης να φθάνει το 12,9% σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία για την περίοδο Ιαν.-Σεπτ. 2009.

http://www.espa.gr/elibrary/StratigikiEkthesiESPA.pdf