06 Ιουνίου 2011

Μια βροχή δεν "σώζει" το θεσσαλικό κάμπο- Το υδατικό ισοζύγιο και η εικόνα του Πηνειού, σύμφωνα με μελέτη του Παν/μίου Θεσσαλίας

http://kapodistriako.uoa.gr/stories/137_en_01/137_kampos.jpgΜονίμως αρνητικό είναι τα τελευταία χρόνια- και μάλιστα με αυξητικό ρυθμό- το υδατικό ισοζύγιο στη λεκάνη του Πηνειού, ενός από τους πλέον επιβαρυμένους ποταμούς της χώρας, αλλά και της Ευρώπης.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Νικήτας Μυλόπουλος, το πρόβλημα της λειψυδρίας ή αυτό που συνηθίσαμε να περιγράφουμε ως κρίση του νερού, δεν έχει καμιά σχέση με το πόσο έβρεξε την εκάστοτε χρονιά.

"Η περίπτωση της Θεσσαλίας- αναφέρει ο καθηγητής σε σχετική έρευνά του- είναι δυστυχώς το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της εχθρικής προς το περιβάλλον πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών, καθώς η κατανάλωση σε όλο το υδατικό διαμέρισμα έχει φτάσει στο 25% του νερού που καταναλώνεται σε όλη τη χώρα, με την άρδευση να καταλαμβάνει το 93% της συνολικής χρήσης".

Το πιο άμεσο και εμφανές αποτέλεσμα της εξάντλησης των υδατικών πόρων στην περιοχή είναι η σημερινή εικόνα του Πηνειού, όπου η μέση ετήσια παροχή, σύμφωνα με τον ίδιο, υπολείπεται σχεδόν συστηματικά του ελάχιστου επιτρεπόμενου οικολογικού ορίου, που πρακτικά ορίζει τη βιωσιμότητα του ποταμού.

"Στη λεκάνη του Πηνειού, το υδατικό ισοζύγιο είναι μονίμως αρνητικό τα τελευταία χρόνια και μάλιστα με αυξητικό ρυθμό. Το μέσο ετήσιο έλλειμμα στο υδατικό ισοζύγιο αγγίζει το 1 δισ. m3, όσο δηλαδή περίπου καταναλώνει όλος ο ελληνικός πληθυσμός για την ύδρευσή του", εξηγεί ο κ. Μυλόπουλος.

Το έλλειμμα αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι που δημιουργεί τόσο τη σημαντική μείωση της απορροής του Πηνειού, όσο και τη δραματική πτώση της στάθμης των υδροφόρων οριζόντων, που επικοινωνούν κατά τόπους με το ποτάμιο σύστημα.

Οι παράλληλες ανθρώπινες επιδράσεις, που εκδηλώνονται με ποικίλους τρόπους (αμμοληψίες, εκχερσώσεις, επέκταση οικισμών, παρεμβάσεις στη φυσική κοίτη του ποταμού) συμπληρώνουν, αλλά και εντείνουν το πρόβλημα.

Εξάλλου, από ποιοτική άποψη, ο Πηνειός θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο επιβαρυμένα ποτάμια της χώρας, αλλά και της Ευρώπης. Δέχεται αστικά λύματα πόλεων και κωμοπόλεων (με χωματερές δίπλα ή και μέσα στην κοίτη), βιομηχανικά απόβλητα (μεταξύ των οποίων και τα απόβλητα ορισμένων χημικών βιομηχανιών), κτηνοτροφικά απόβλητα, χιλιάδες τόνους γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων.

Τα αίτια της οικολογικής καταστροφής, σύμφωνα με τον κ. Μυλόπουλο, είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα: η απουσία οργανωμένων αρδευτικών δικτύων, η ακαταλληλότητα των υπαρχόντων, οι απαρχαιωμένοι τρόποι άρδευσης, καθώς και η ίδια η διάρθρωση των καλλιεργειών, με κύριο χαρακτηριστικό την καθιέρωση υδροβόρων και χημικοσυντηρούμενων ειδών.

"Το να θέσουμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις, αναγνωρίζοντας τις πραγματικές του αιτίες και επιπτώσεις, χωρίς εμμονές και ψευδαισθήσεις, είναι το πρώτο βήμα για να σχεδιάσουμε τα μέτρα που θα αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Και σε αυτόν το σχεδιασμό δεν μπορούμε να μην λάβουμε υπόψη τις επιπτώσεις από την προϊούσα 'αλλαγή' ή απορρύθμιση του κλίματος και τη συνακόλουθη αύξηση της συχνότητας των ακραίων υδρολογικών φαινομένων (πλημμύρες - ξηρασία), που δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο το έργο μας και επιβάλλουν μέτρα και λύσεις που διέπονται από άλλο πνεύμα και λογική", υπογραμμίζει ο κ. Μυλόπουλος.

Και αυτό, εξηγεί, "επειδή το ίδιο το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε από φυσικά φαινόμενα, όπως η ανομβρία ή η ξηρασία", αλλά "επειδή επί σειρά ετών, το νερό που καταναλώνεται στις επιμέρους λεκάνες απορροής ξεπερνά κατά πολύ τη φέρουσα ικανότητά τους, με αποτέλεσμα εκτός των ανανεώσιμων, να καταναλώνεται κι ένα σημαντικό μέρος των μόνιμων υδατικών αποθεμάτων".

Σύμφωνα με τον καθηγητή, πρόκειται για ένα πρόβλημα υπερκατανάλωσης, ένα πρόβλημα ανθρωπογενές, εξόχως πολιτικό στη δομή του, αφού αφορά κατά κύριο λόγο στην επιλογή του μοντέλου ανάπτυξης. "Και εμείς επιλέξαμε τις τελευταίες δεκαετίες ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης, που υποτίμησε συστηματικά τα περιβαλλοντικά όρια. Όσοι λοιπόν είναι έτοιμοι να χαρούν για την υγρή φετινή χρονιά, ας γνωρίζουν ότι το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι πολύ πιο σύνθετο από το μηχανισμό της φυσικής αναπλήρωσης του νερού ή- με άλλα λόγια- ας γνωρίζουν ότι μια βροχή δεν μας σώζει", επισημαίνει ο κ. Μυλόπουλος.