07 Ιανουαρίου 2012

Η αμαρτωλή ιστορία των 4 Airbus

Μπορεί για την κυβέρνηση το τίμημα της πώλησης των τεσσάρων αεροσκαφών Airbus που πετούσαν με τα χρώματα της πρώην Ολυμπιακής να θεωρήθηκε ικανοποιητικό, καθώς έφτασε τα 40,4 εκατ. δολάρια, το υψηλότερο ποσό που προσφέρθηκε στο πλαίσιο του διεθνούς διαγωνισμού, ωστόσο αυτή είναι περίπου η αξία μόνο των 20 κινητήρων (16+4 ανταλλακτικοί) των Airbus.

Σύμφωνα με πληροφορίες προερχόμενες από πολύ καλούς γνώστες της αεροπορικής αγοράς, η αξία πώλησης ενός τέτοιου μεταχειρισμένου κινητήρα αεροσκάφους ανέρχεται σήμερα σε 1,8 εκατ. δολάρια, κάτι που σημαίνει πως μόνο οι κινητήρες των 4 Airbus αξίζουν περί τα 36 εκατ. δολάρια.

Εάν μάλιστα η κυβέρνηση με την εκκαθάριση της παλιάς Ολυμπιακής στα τέλη του 2009, επέλεγε μέσω των δύο εταιρειών αεροπορικών μισθώσεων ILFC και GECAS τη μίσθωση των 4 Airbus, το Δημόσιο θα είχε εξοικονομήσει στο διάστημα των δύο χρόνων μέχρι σήμερα περί τα 34 εκατ. δολάρια, δεδομένου ότι το μηνιαίο ενοίκιο για καθένα αεροσκάφος τύπου Airbus κινείται στα επίπεδα των 350.000 δολαρίων.

Απαξίωση

Αντίθετα, το Δημόσιο ζημιώθηκε τα δύο αυτά χρόνια με 1,6 εκατ. δολάρια (το κόστος διατήρησης των αεροσκαφών στο έδαφος), ενώ το γεγονός ότι έπαψαν να πετούν είχε ως αποτέλεσμα και την οικονομική απαξίωσή τους.

Είναι αμφίβολο αν το Δημόσιο εξασφάλισε το μέγιστο δυνατό όφελος από την υπόθεση αυτή, το βέβαιο είναι ότι ο επίλογος αυτής της ιστορίας γράφεται με πολλά ερωτηματικά, όπως ακριβώς ξεκίνησε πριν από 15 χρόνια όταν αγοράστηκαν τα τέσσερα αυτά αεροπλάνα.

Η διαπραγμάτευση του ελληνικού Δημοσίου με την Airbus ξεκίνησε το 1996 και η παράδοση των δύο πρώτων αεροσκαφών έγινε τον Αύγουστο του 1998, ενώ έναν χρόνο μετά παραδόθηκαν και τα άλλα δύο. Τα δύο πρώτα αγοράσθηκαν 126 εκατ. δολάρια το καθένα, ενώ η τιμή αγοράς για τα άλλα δύο ήταν 128 εκατ. δολάρια το καθένα.

Το περίεργο στην υπόθεση αγοράς των αεροσκαφών που προκάλεσε αντιδράσεις, ακόμη και στη Βουλή, εκείνη την εποχή ήταν ότι έναν μήνα περίπου προτού παραδοθούν τα δύο τελευταία αεροσκάφη για λογαριασμό της Ολυμπιακής έναντι 128 εκατ. δολαρίων, η Air New Zealand, ο κρατικός αερομεταφορέας της Νέας Ζηλανδίας, απέκτησε τα δύο αδελφά αεροσκάφη για 89 εκατ. δολάρια. Η επίσημη κυβερνητική απάντηση που είχε δοθεί εκείνη την εποχή ήταν πως η αγορά έγινε με τη διαδικασία δημοσίων προμηθειών, που σημαίνει δηλαδή χωρίς διαπραγματεύσεις.

Η αγορά των 4 αεροσκαφών έγινε τότε μέσω δύο κοινοπρακτικών δανείων 4-5 τραπεζών, των οποίων ηγούνταν στο ένα η Royal Bank of Canada και στο άλλο η Royal Bank of Scotland. Η διοίκηση της Ολυμπιακής είχε υπογράψει με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου ένα 12ετές χρηματοδοτικό πρωτόκολλο, το οποίο προέβλεπε πέραν των balloon payments ύψους 12 εκατ. δολαρίων στην αρχή και το τέλος της περιόδου αποπληρωμής των δανείων, μηνιαίες δόσεις 600.000 δολαρίων για καθένα αεροσκάφος.

Ωστόσο, το υψηλό κόστος απόκτησης των Airbus αποτέλεσε λίγα χρόνια αργότερα την αιτία για να πάψει να πετά η Ολυμπιακή προς την Αυστραλία. Τα τέσσερα αεροσκάφη από την πρώτη στιγμή που αποκτήθηκαν δρομολογήθηκαν σε όλες τις μακρινές διαδρομές προς Αυστραλία και Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Ωστόσο οι δυσβάσταχτοι δανειακοί όροι για την αγορά τους με τα υψηλά τοκοχρεολύσια καθιστούσαν εκ προοιμίου τα δρομολόγια αυτά ιδιαίτερα ζημιογόνα. Ετσι, το 2002 η εταιρεία αναγκάστηκε να σταματήσει να πετά προς Αυστραλία.

Οι εγγυήσεις

Εναν χρόνο αργότερα, το εγχείρημα της τότε κυβέρνησης να δημιουργήσει τη νέα Ολυμπιακή απαλλάσσοντας την εταιρεία από τα συσσωρευμένα χρέη, το οποίο όμως στη συνέχεια κρίθηκε παράνομο από την Ευρωπαϊκή Ενωση, έδωσε την ευκαιρία στις τράπεζες να θεωρήσουν ότι δεν είναι φερέγγυα η εταιρεία κάνοντας χρήση του όρου περί αξιόχρεου αποπληρωμής. Προκειμένου να μην περάσουν τα αεροσκάφη στην κατοχή των τραπεζών, το ελληνικό Δημόσιο ενεργοποίησε τις εγγυήσεις και τα 4 Airbus πέρασαν στην κυριότητά του.

Με την εκκαθάριση της Ολυμπιακής το 2009 η κυβέρνηση έδειξε να αγνοεί τότε -όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν στελέχη της αεροπορικής αγοράς- πως ένα αεροσκάφος που δεν πετά απαξιώνεται, ακριβώς γιατί δεν παράγει χρήμα.

Οι αγοραστές-Επενδυτές με ελληνικό «πλήρωμα»

Η εταιρεία Apollo αμερικανικών συμφερόντων, που αγόρασε τα τέσσερα ελληνικά Airbus, επενδύει σε μεταχειρισμένα αεροσκάφη, τα οποία εκμισθώνει και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 εμφανίζεται να διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο ύψους 800 εκατ. δολαρίων.

Εντύπωση πάντως προκαλεί το γεγονός ότι μεταξύ των επενδυτών που μετέχουν στην Apollo είναι ένα επενδυτικό fund, στο «τιμόνι» του οποίου βρίσκεται ένας Ελληνας επιχειρηματίας ονόματι Γιάννης Ρήγας.

Η στρατηγική αυτού του fund «Sciens Aviation Special Opportunities Fund», στο οποίο συμμετέχει ο Ελληνας επενδυτής, είναι η εξαγορά επιβατικών αεροσκαφών είτε για ενοικίαση είτε για διάλυση και μεταπώληση των ανταλλακτικών τους.

Η απάντηση-Η κυβέρνηση τα έριξε... στο Μνημόνιο

Σε μια προσπάθεια να υπεραμυνθεί της απόφασης να πουλήσει τα 4 Airbus, η γραμματεία της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων και Αναδιαρθρώσεων (ΔΕΑΑ) ανακοίνωσε ότι η πώληση των τεσσάρων αεροσκαφών τύπου Airbus A340-300, είναι ενταγμένη στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής.

Κατά τον πρώτο διεθνή ανοικτό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από τη ΔΕΑΑ στο τέλος του 2009, η πλειοδότρια εταιρεία (Cirrus International) που είχε προσφέρει το ποσό των 97 εκατ. δολαρίων απέσυρε το ενδιαφέρον της εξαιτίας αδυναμίας χρηματοδότησης της συναλλαγής. Μετά από εξέταση των υπόλοιπων προσφορών που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο αυτού του πρώτου διαγωνισμού και τις σχετικές εισηγήσεις των χρηματοοικονομικών και νομικών συμβούλων, ο διαγωνισμός κηρύχθηκε άγονος τον Δεκέμβριο του 2010.

Από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως σήμερα, την καθημερινή διαχείριση και επίβλεψη των αεροσκαφών ασκεί η υπό εκκαθάριση εταιρεία «Ολυμπιακές Αερογραμμές».

Η συντήρηση

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα τέσσερα αεροσκάφη βρίσκονταν σε preserva-tion mode (δηλαδή, στην ελάχιστη συντήρηση που επιβάλλει η Airbus για αεροσκάφη τα οποία δεν βρίσκονται σε λειτουργία). Σύμφωνα δε με πρόσφατη εκτίμηση των τεχνικών συμβούλων της Lazard, μόνο το κόστος της επένδυσης που θα απαιτείτο για να καταστούν τα τέσσερα αεροσκάφη πλήρως αξιόπλοα σήμερα θα υπερέβαινε τα 47 εκατ. δολάρια.

Ο δεύτερος διεθνής ανοικτός διαγωνισμός προκηρύχθηκε από τη ΔΕΑΑ στις αρχές του 2011. Πλειοδότης ανακηρύχθηκε τον Αύγουστο του 2011 η Apollo Aviation Group, η οποία και προσέφερε 40,4 εκατ. δολ. Οι άλλες τρεις εταιρείες που συμμετείχαν στην τελική φάση της διαδικασίας ήταν η AerSale Inc. (35 εκατ. δολάρια), η AAR Corp. (33,6 εκατ. δολάρια) και η Universal Asset Management Inc. (24,04 εκατ. δολάρια).

ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΝΟΣ
nanos@pegasus.gr
ΕΘΝΟΣ