29 Μαρτίου 2020

Κασιμάτης: Το ψευδοδίλημμα του Γ. Μουζάλα



Αθόρυβα δεν το λες με τις βαριές κουβέντες που λέγονται. Πάντως, χωρίς τυμπανοκρουσίες και επισημότητες, ξεκίνησαν οι επετειακές εκδηλώσεις, οι οποίες θα κλιμακώνονται μέσα στους δώδεκα μήνες που ανοίγονται μπροστά μας μέχρι την 25η Μαρτίου του 2021. Τότε, όσοι θα έχουμε επιζήσει από τα τρέχοντα θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα πρώτα διακόσια χρόνια της ύπαρξής μας ως σύγχρονου κράτους και να το γιορτάσουμε.

Στο πνεύμα αυτών των εκδηλώσεων εντάσσονται, πιστεύω, οι δραστηριότητες του ΣΥΡΙΖΑ, που κυριάρχησαν στην επικαιρότητα την περασμένη εβδομάδα. Τα σκληρά αγόρια του ΣΥΡΙΖΑ, λ.χ., που εκτοξεύουν ως απειλή τον ερωτικό πόθο τους για τον αντίπαλό τους, επικαλούνται τον Καραϊσκάκη. Ο δε Γιάννης Μουζάλας, ο πρώην υπουργός που κατέπληξε με τις διοικητικές ικανότητές του, κατηγορεί την κυβέρνηση και μάλιστα από το βήμα της Βουλής ότι «ντύνεται Μαυροκορδάτος και όχι Κολοκοτρώνης».

Κατ’ αρχάς, αν θέλουμε να είμαστε σωστοί με την Ιστορία, αυτό δεν είναι κατηγορία για οποιαδήποτε κυβέρνηση· είναι  έπαινος, διότι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ως κατηγορία, όμως, είναι άστοχη, άτοπη και προδίδει την αβυσσαλέα άγνοια εκείνου που την εκτοξεύει. Είπε και άλλα γλαφυρά ο πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ, όπως το ασύλληπτο ότι οι πολίτες πειθαρχούν στα μέτρα της κυβέρνησης «λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση». (Παράδειγμα πλήρους ανατροπής της λογικής, κατά τη γνωστή παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ.) Επίσης, παρότι το μεταναστευτικό δεν κολλούσε με το υπό συζήτηση θέμα, εκείνος το θυμήθηκε και αυτό, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι, με τον τρόπο που φυλάσσει τα σύνορα, «ξεφτιλίζει τη χώρα».

(Σε ποιους; Στους άπλυτους των ΜΚΟ; Γιατί, αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συγχαίρουν την Ελλάδα για τη στάση της στον Εβρο.)

Τα σημειώνω αυτά ως ελαφρυντικά για την περίπτωσή του, διότι ένας άνθρωπος που υποστηρίζει τα παραπάνω προφανώς δεν στέκει στα καλά του. Επιστρέφω όμως στο δήθεν δίλημμα μεταξύ του «καλού» Κολοκοτρώνη ή του «κακού» Μαυροκορδάτου, όπως το έθεσε ο κ. Μουζάλας, γιατί πάνω σε αυτή την ανοησία βασίζεται ο μύθος του λαϊκισμού στην Ελλάδα, από τις ρίζες του στον Μακρυγιάννη, φθάνοντας μέχρι τη σύγχρονη εκδοχή του, αυτή που ενστερνίζεται η Αριστερά.

Ο παρεξηγημένος Μαυροκορδάτος, για τον οποίον τα δυτικού τύπου ρούχα ήταν επιλογή και πολιτική δήλωση, ήταν προσωπικότητα και πνεύμα διεθνούς εμβελείας για τα μέτρα της εποχής του. Μπορούσε να στέκεται στο ίδιο επίπεδο με τους Shelley, με τους οποίους έκανε παρέα όσο ήταν στην Ιταλία. Μάλιστα, η Mary Shelley, η σύζυγος του ποιητή και συγγραφέας η ίδια του «Φρανκενστάιν», τον εκτιμούσε τόσο πολύ, ώστε οι φήμες για τη στενή σχέση τους να γίνουν μέρος της ιστορίας που μας έφερε ώς εδώ.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το πνεύμα και την προσωπικότητά του ο Μαυροκορδάτος τα αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο στην υπηρεσία της πατρίδας του.

Αυτός είχε την ικανότητα να διαβάσει σωστά το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η Επανάσταση, αυτός επέλεξε την πολιτική και τους όρους της διεθνοποίησης του ελληνικού ζητήματος, αυτός κατάφερε να δώσει στη χώρα που γεννήθηκε από τον αγώνα του 1821-1827 την κατεύθυνση προς τη Δύση και τους θεσμούς της, κατεύθυνση την οποία έκτοτε ακολουθεί, παρά τις κατά καιρούς διακυμάνσεις σε μια όχι πάντα ομαλή πορεία.

Οταν ο κ. Μουζάλας κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «ντύθηκε Μαυροκορδάτος και όχι Κολοκοτρώνης», εν αγνοία του, θέλω να πιστεύω, παίρνει την πλευρά των οπλαρχηγών στον πρώτο μας εμφύλιο (από τους πέντε της Ιστορίας μας, μετρώντας και τον Διχασμό) του 1823-1824. Ξεκίνησε όταν ο Κολοκοτρώνης πέταξε έξω από το Βουλευτικό τον Μαυροκορδάτο, τον εκλεγέντα πρόεδρό του. Ανάμεσα στα άλλα που του είχε μαζεμένα, ήταν και το άνοιγμα που είχε κάνει ο Μαυροκορδάτος στη Βρετανία, απευθείας στον Κάνινγκ.

Η τελική έκβαση των εμφυλίων εκείνης της περιόδου έδωσε την κατεύθυνση της Επανάστασης και της πολιτικής κατάστασης που αυτή δημιούργησε προς τη Δύση.

Οι οπλαρχηγοί με τα παλικάρια τους έχασαν τον πόλεμο, ας μην κοροϊδευόμαστε. Το αίμα και οι θυσίες, όμως, εντέλει δικαιώθηκαν και εμείς μπορούμε να γιορτάζουμε σήμερα, γιατί ο Μαυροκορδάτος έκανε εγκαίρως τις σωστές στρατηγικές επιλογές, παρά το πολιτικό κόστος που τον κατέστρεψε. Η ελευθερία κερδήθηκε, επειδή ο διεθνής παράγων της εποχής είχε πεισθεί ότι επρόκειτο για μια εθνική αναγέννηση, που δεν είχε σχέση με Ιακωβίνους, καρμπονάρους και άλλους ανατρεπτικούς της εποχής. Επειδή επίσης είχαν πεισθεί ότι ένα ελληνικό κράτος υπό την καθοδήγηση των Δυνάμεων θα ήταν το κλειδί για το Ανατολικό Ζήτημα. Τέλος, επειδή το είχαν πιστέψει τόσο, ώστε να επενδύσουν τα χρήματά τους στον αγώνα της ανεξαρτησίας.

Σ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ