Συνολικά 265 αγωγές που σχετίζονται με καταχρηστικές και προσχηματικές αγωγές (SLAPP) κατατέθηκαν πέρυσι στα πρωτοδικεία της χώρας, με 82 να γίνονται δεκτές. Την ίδια περίοδο ασκήθηκαν 37 εφέσεις, από τις οποίες έγιναν δεκτές 14.
Τα στοιχεία αυτά καταγράφουν το εύρος ενός φαινομένου που έχει αρχίσει να απασχολεί εντονότερα τη δημόσια συζήτηση και βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του νέου σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο την περασμένη Τετάρτη και αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση τις επόμενες ημέρες.
Το νομοσχέδιο, με το οποίο ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, διαμορφώνει για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο δικονομικό πλαίσιο προστασίας απέναντι στις καταχρηστικές αγωγές που στρέφονται κατά προσώπων τα οποία συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και ασκούν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Ποιος είναι ο κεντρικός άξονας των ρυθμίσεων
Κεντρικός άξονας των νέων ρυθμίσεων είναι η δυνατότητα απόρριψης αγωγών που κρίνονται προδήλως αβάσιμες ή απαράδεκτες, ήδη από πρώιμο δικονομικό στάδιο. Παράλληλα προβλέπονται σύντομες προθεσμίες,προσδιορισμός δηλαδή σε διάστημα λιγότερο των τριών μηνών, ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις και δικλείδες ασφαλείας ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και παρελκυστικές πρακτικές.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις οικονομικές συνέπειες για τον ενάγοντα που θα ηττηθεί. Το σχέδιο νόμου προβλέπει υποχρέωση καταβολής του συνόλου των δικαστικών εξόδων και του κόστους νομικής εκπροσώπησης, δυνατότητα επιβολής χρηματικών ποινών, καθώς και δημοσίευση της δικαστικής απόφασης στον Τύπο με δαπάνη του ηττηθέντος.
Επιπλέον, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι αίτηση προσωρινής διαταγής εντάσσεται στο πλαίσιο αγωγής SLAPP, προβλέπεται ότι αυτή θα συζητείται μόνο μετά από κλήτευση του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η αγωγή . Το νομοσχέδιο εισάγει ακόμη ειδική δωσιδικία, δίνοντας τη δυνατότητα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα να διεκδικούν ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων αποζημίωση για ζημία ή έξοδα που υπέστησαν από καταχρηστικές διαδικασίες σε τρίτες χώρες.
Επέκταση της προστασίας
Η προστασία δεν περιορίζεται μόνο στις διασυνοριακές διαφορές που καλύπτει η ευρωπαϊκή οδηγία, αλλά επεκτείνεται και στις εγχώριες υποθέσεις, με την Ελλάδα να είναι από τις λίγες χώρες που εντάσσει τέτοια ρύθμιση. Παράλληλα προβλέπεται η δημιουργία ενιαίου σημείου πληροφόρησης στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και η συστηματική συλλογή και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του νομοσχεδίου, στόχος είναι να αντιμετωπιστεί η κατάχρηση του δικαστικού συστήματος μέσω αγωγών που δεν επιδιώκουν ουσιαστική δικαστική προστασία, αλλά χρησιμοποιούνται ως μέσο εκφοβισμού, οικονομικής πίεσης και περιορισμού της δημόσιας παρέμβασης. Το υπουργείο επισημαίνει ότι η απουσία μέχρι σήμερα μηχανισμού πρόωρης απόρριψης υποχρέωνε συχνά τους εναγόμενους να εμπλέκονται σε μακρές, δαπανηρές και ψυχοφθόρες δικαστικές διαμάχες, ακόμη και όταν οι αγωγές ήταν εμφανώς αβάσιμες.
Μπούγας στο iefimerida: Ενισχύεται το Κράτος Δικαίου και η ουσιαστική προστασία της ελευθερίας του Τύπου
Όπως δήλωσε στο iefimerida ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης Γιάννης Μπούγας:
«Η Κυβέρνηση και το Υπουργείο Δικαιοσύνης προχωρούν αποφασιστικά στην ενίσχυση του Κράτους Δικαίου και στην ουσιαστική προστασία της ελευθερίας του Τύπου, με το Νομοσχέδιο για την Αντιμετώπιση των Καταχρηστικών Αγωγών SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation) το οποίο και εγκρίθηκε κατά τη πρόσφατη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου (29 Απριλίου 2026).
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που ενσωματώνουν την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, αποδεικνύοντας έμπρακτα τη βούλησή της να διασφαλίσει ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο προστασίας για τους δημοσιογράφους, τους λειτουργούς της ενημέρωσης και κάθε πολίτη που συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο.
Με το παρόν νομοσχέδιο θεσπίζονται, για πρώτη φορά, διαδικασίες πρόωρης απόρριψης αγωγών που είναι προδήλως αβάσιμες ή καταχρηστικές, ώστε να αποτρέπεται η χρήση της δικαιοσύνης ως μέσου εκφοβισμού και φίμωσης. Παράλληλα, το πεδίο εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων επεκτείνεται και σε υποθέσεις χωρίς αποκλειστικά διασυνοριακό χαρακτήρα, παρέχοντας ουσιαστική προστασία και στο εσωτερικό της χώρας.
Η ελευθερία του Τύπου, η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα των πολιτών στην έγκυρη και αμερόληπτη ενημέρωση αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες της Δημοκρατίας. Η Πολιτεία οφείλει να εγγυάται ότι κανείς δημοσιογράφος ή πολίτης δεν θα αποθαρρύνεται από την άσκηση του δικαιώματος δημόσιου λόγου υπό τον φόβο οικονομικής ή δικαστικής εξόντωσης.
Με τη νομοθετική αυτή πρωτοβουλία, η χώρα μας ενισχύει την προστασία της δημοσιογραφικής έρευνας και της δημόσιας συμμετοχής, καλλιεργεί κλίμα ασφάλειας και διαφάνειας στον δημόσιο διάλογο και ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και στους δημοκρατικούς θεσμούς.»
ΑΝΝΑ ΚΑΝΔΥΛΗ
iefimerida.gr