19 Μαΐου 2026

Fitch: Η Ελλάδα αντέχει τις διεθνείς κρίσεις-Προς το 120% το χρέος έως το 2030--UBS: Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση χρέους στην Ευρωζώνη


Θετική παραμένει η εικόνα της ελληνικής οικονομίας στις εκτιμήσεις της Fitch Ratings, παρά την επιβράδυνση που προκαλεί η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και οι πιέσεις από το ενεργειακό κόστος.

Ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,7% το 2026, ενώ για το 2027 προβλέπει μικρή επιτάχυνση στο 1,9%, με τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 3,1% φέτος και να αποκλιμακώνεται στο 2,4% το 2027.

Σύμφωνα με τη Fitch, η Ελλάδα κατάφερε να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης λίγο πάνω από το 2% την περίοδο 2023-2025, παρά τα διεθνή γεωπολιτικά και εμπορικά σοκ. Ωστόσο, η ένταση στη Μέση Ανατολή και η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας αναμένεται να περιορίσουν τη δυναμική της οικονομίας το επόμενο διάστημα.

Ο οίκος εκτιμά ότι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να συγκλίνει με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, με βασικό μοχλό την εσωτερική ζήτηση, τις επενδύσεις, τη βελτίωση των οικονομικών των νοικοκυριών και τη σταθερή αύξηση της απασχόλησης.

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η Fitch προβλέπει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ για το 2026 και 0,7% για το 2027, αποδίδοντας τις θετικές επιδόσεις στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, στα υψηλότερα έσοδα και στον αυστηρό έλεγχο των κρατικών δαπανών.

Παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση που αναμένεται λόγω των μέτρων στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση, η Fitch θεωρεί ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στη δημοσιονομική πειθαρχία, ακόμη και σε προεκλογικό περιβάλλον.

Όπως σημειώνει, οι πρόσφατες υπεραποδόσεις των δημόσιων οικονομικών και ο προϋπολογισμός του 2026 επιβεβαιώνουν την ισχυρή δέσμευση της χώρας σε δημοσιονομικά υγιείς πολιτικές, τις οποίες χαρακτηρίζει ιδιαίτερα αξιόπιστες.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Fitch και στην πορεία του δημόσιου χρέους. Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών, το ελληνικό χρέος παραμένει περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση BBB, που βρίσκεται κοντά στο 58% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, ο οίκος εκτιμά ότι η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί με ταχείς ρυθμούς, με το ελληνικό χρέος να προσεγγίζει το 120% του ΑΕΠ έως το 2030, χάρη στην ανάπτυξη και στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Στο εξωτερικό ισοζύγιο, η Fitch σημειώνει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε το 2025, αλλά αναμένεται να αυξηθεί ξανά φέτος λόγω των υψηλών τιμών της ενέργειας. Ο οίκος αποδίδει το υψηλό έλλειμμα κυρίως στις χαμηλές αποταμιεύσεις και στις αυξημένες εισαγωγές που απαιτούνται για την επενδυτική δραστηριότητα της οικονομίας.

Θετική παραμένει και η εικόνα για το τραπεζικό σύστημα, με τη Fitch να εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να ωφελούνται από την ανθεκτική ανάπτυξη της οικονομίας, την ισχυρή επιχειρηματική δραστηριότητα και τη σταδιακή ανάκαμψη του λιανεμπορίου.

UBS: Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση χρέους στην Ευρωζώνη - Πιέζεται η Ευρώπη

Κόντρα στη γενικευμένη τάση αύξησης του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη κινήθηκε η Ελλάδα το 2025, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση χρέους μεταξύ των κρατών-μελών, σύμφωνα με ανάλυση της UBS.

Ο ελβετικός επενδυτικός οίκος επισημαίνει ότι το δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη αυξήθηκε συνολικά στο 87,9% του ΑΕΠ, καθώς περίπου τα δύο τρίτα των χωρών εμφάνισαν επιδείνωση των δημοσιονομικών τους μεγεθών μέσα στο 2025.

Ωστόσο, η Ελλάδα αποτέλεσε τη μεγαλύτερη θετική εξαίρεση, καθώς το δημόσιο χρέος της μειώθηκε κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες, υποχωρώντας στο 146% του ΑΕΠ.

Η UBS σημειώνει ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, με την Κύπρος να ακολουθεί με πτώση 7,7 ποσοστιαίων μονάδων στο 55% του ΑΕΠ, την Ιρλανδία με μείωση 5,4 μονάδων στο 33%, ενώ η Πορτογαλία κατέγραψε υποχώρηση κατά 3,8 μονάδες στο 90% του ΑΕΠ.

Στον αντίποδα, οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις χρέους εντοπίστηκαν στη Γαλλία, όπου το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες στο 116% του ΑΕΠ, στο Βέλγιο με αύξηση 4 μονάδων στο 108%, αλλά και στη Φινλανδία, όπου το χρέος αυξήθηκε κατά 6,1 μονάδες φτάνοντας το 89% του ΑΕΠ.

Στη Γερμανία, παρά το μεγάλο πακέτο δημοσίων επενδύσεων, το χρέος αυξήθηκε συγκρατημένα κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, στο 63,5% του ΑΕΠ, ενώ στην Ιταλία σημειώθηκε αύξηση κατά 2,4 μονάδες στο 137%. Αντίθετα, το χρέος της Ισπανία υποχώρησε κατά μία μονάδα στο 101% του ΑΕΠ.

Η UBS επισημαίνει ότι η ισχυρή θετική επίδραση του πληθωρισμού στη μείωση των χρεών, που ήταν εμφανής την περίοδο 2022-2023, εξασθενεί πλέον σημαντικά, γεγονός που σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις θα χρειαστεί να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια μέσω δημοσιονομικών πολιτικών για να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του χρέους.

Παρότι το νέο ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ενισχύει ξανά τον πληθωρισμό, οι αναλυτές της UBS δεν θεωρούν ότι αυτό θα επηρεάσει ουσιαστικά τη δυναμική των χρεών, καθώς οι αποπληθωριστές ΑΕΠ ακολουθούν κυρίως τον δομικό πληθωρισμό και όχι τον βασικό δείκτη τιμών καταναλωτή.

Η εκτίμηση της τράπεζας είναι ότι το επόμενο διάστημα οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες θα εμφανίσουν σταθερά ή αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους.

Παράλληλα, η UBS υπενθυμίζει ότι χώρες όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Μάλτα και η Σλοβακία παραμένουν σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, μαζί με χώρες εκτός Ευρωζώνης όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Ρουμανία.

Για την Ελλάδα, η UBS υπολογίζει ότι το συνολικό ύψος δημόσιου και ιδιωτικού χρέους ανέρχεται περίπου στα 713 δισ. ευρώ, ή στο 288% του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που φτάνει το 351,6% του ΑΕΠ.

Σε ό,τι αφορά τον ιδιωτικό τομέα, το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 97,4% του ΑΕΠ στα τέλη του 2025.

Η επιβάρυνση των νοικοκυριών υπολογίζεται στο 38,1% του ΑΕΠ, ενώ τα στεγαστικά δάνεια βρίσκονται μόλις στο 11,1% του ΑΕΠ, επίπεδο ιδιαίτερα χαμηλό σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που ανέρχεται στο 34,2%.

Τα χρέη των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων ανέρχονται στο 59,3% του ΑΕΠ, έναντι 103,1% στην Ευρωζώνη, ενώ ο χρηματοοικονομικός τομέας εμφανίζει χρέος μόλις 15,5% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωζώνη ο αντίστοιχος μέσος όρος φτάνει το 106%.