15 Ιουλίου 2026

📺Τι να λέει… η Ντόρα Μπακογιάννη χωρίς κοστούμι: "Στενοχωρήθηκα που έμεινα εκτός κυβέρνησης, ήταν σαν να ακύρωνε την πορεία μου, αλλά μου πέρασε" (Βίντεο)


Η Ντόρα Μπακογιάννη μιλά στο parapolitika.gr για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τη μάχη με τον καρκίνο, τον Παύλο Μπακογιάννη, τον Ισίδωρο Κούβελο, τα παιδιά, τα εγγόνια και τις μεγάλες στιγμές της ζωής της

Την έχουμε συνηθίσει να υπερασπίζεται με δυναμισμό τις απόψεις της και να πρωταγωνιστεί στις πολιτικές εξελίξεις. Στη συνέντευξή της στην Τίνα Μιχαηλίδου, στο parapolitika.gr, η Ντόρα Μπακογιάννη αφήνει για λίγο στην άκρη το «κοστούμι» της πολιτικής και μιλά για τη γυναίκα πίσω από τη δημόσια εικόνα της. Θυμάται τον Κωνσταντίνο και τη Μαρίκα Μητσοτάκη, καθώς και τον Παύλο Μπακογιάννη, εξηγεί γιατί επέλεξε να μιλήσει δημόσια για τη μάχη της με τον καρκίνο, μιλά με τρυφερότητα για τον Ισίδωρο Κούβελο, τα παιδιά και τα εγγόνια της, ενώ απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τον αδελφό της, Κυριάκο Μητσοτάκη, και τις μεγάλες δοκιμασίες που άλλαξαν τις προτεραιότητές της.

Ντόρα Μπακογιάννη: "Για πολλά χρόνια φορούσα μία πανοπλία"

Από τα πρώτα λεπτά της συζήτησης, η Ντόρα Μπακογιάννη αποχωρίζεται την «πανοπλία» που, όπως η ίδια εξομολογείται, φορούσε επί χρόνια στη δημόσια ζωή και μιλά για τη γυναίκα πίσω από την πολιτικό. Μακριά από τα πολιτικά έδρανα και τους δημόσιους ρόλους, συστήνεται ως «μία κανονική γυναίκα», που, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «παλεύει σαν multi μηχάνημα να τα πετύχει όλα, αυτό που λέγεται μια μαχόμενη γυναίκα». Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο σπίτι, την οικογένεια και τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, ενώ, με μια δόση χιούμορ, παραδέχεται πως, έπειτα από 27 χρόνια γάμου, ο σύζυγός της «ακόμα είναι ντεκόρ» στις δουλειές του σπιτιού.

Η διαπίστωση της Τίνας Μιχαηλίδου πως πίσω από την εικόνα της ισχυρής γυναίκας διακρίνει μια βαθιά ευαισθησία γίνεται η αφορμή για μία από τις πιο προσωπικές εξομολογήσεις της συνέντευξης. «Για πάρα πολλά χρόνια αυτό το ευαίσθητο κομμάτι δεν το άφηνα καθόλου», αναφέρει η Ντόρα Μπακογιάννη, εξηγώντας πως ανήκει «σε μία γενιά που έπρεπε να παλέψει πάρα πολύ δυνατά για να σταθεί επαγγελματικά». «Έπρεπε να μη δείχνουμε αδυναμίες, έπρεπε να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας συναισθηματισμούς. Πολύ εύκολα σου λέγανε "α, μωρέ, γυναίκα είσαι, τι περιμένεις από μια γυναίκα;"», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τις αντιλήψεις της εποχής που τη διαμόρφωσαν.

Γι' αυτό και, όπως παραδέχεται, για μεγάλο μέρος της ζωής της επέλεξε να θωρακίσει τον εαυτό της. «Για ένα πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής μου φορούσα μία πανοπλία. Μία πανοπλία που δεν επέτρεπε κανενός είδους ευαλωτότητα ή έκφραση συναισθήματος». Σήμερα, όμως, αισθάνεται πως δεν έχει πλέον ανάγκη να κρύβεται. «Επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι εγώ και επιτρέπω και στον εαυτό μου να είναι πιο συναισθηματικός. Πρωτίστως είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι αγαπάνε και, όταν αγαπάνε, το δείχνουν. Σήμερα πια δεν με νοιάζει. Το δείχνω», τονίζει. Η ίδια δεν κρύβει, ωστόσο, πως αυτή η «πανοπλία» είχε και το τίμημά της. «Μου έκανε κακό», παραδέχεται χωρίς περιστροφές, εξηγώντας πως η δημόσια εικόνα που είχε διαμορφωθεί για εκείνη απείχε αρκετά από την πραγματικότητα. «Έδινα λίγο την εικόνα της Cruella de Vil. "Πω, πω, ο κόσμος φοβάται την Ντόρα". Επειδή ήμουν και πολύ σκληρός debater στα πολιτικά πάνελ, είχα την εικόνα ενός ανθρώπου που έλεγαν "ο Θεός να σε φυλάει, μην μπλέξεις με την Ντόρα"», αναφέρει με εμφανή διάθεση αυτοσαρκασμού.

Η πρώτη κουβέντα που άκουσα στην Ευρυτανία ήταν: "Οι τσούπρες μένουν στο σπίτι τους και μαγειρεύουν για τα παιδιά τους"

Σήμερα, όμως, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Όχι μόνο γιατί η ίδια δεν αισθάνεται πια την ανάγκη να αποδεικνύει την αξία της, αλλά και γιατί πιστεύει πως οι γυναίκες που μπαίνουν πλέον στην πολιτική ξεκινούν από μια εντελώς διαφορετική αφετηρία. «Τώρα είναι μια καλή εποχή. Οι νέες γυναίκες δεν χρειάζεται πια να κάνουν αυτή την προσπάθεια, γιατί ο κόσμος δέχεται τη γυναικεία παρουσία πολύ περισσότερο απ' ό,τι τη δεχόταν», σημειώνει. Η μνήμη της επιστρέφει στα πρώτα της βήματα στην πολιτική και σε μια φράση που, όπως λέει, δεν ξέχασε ποτέ. «Η πρώτη κουβέντα που άκουσα στην Ευρυτανία, σε ένα καφενείο, ήταν: "Οι τσούπρες μένουν στο σπίτι τους και μαγειρεύουν για τα παιδιά τους"». Ήταν, όπως εξηγεί, η εποχή που έπρεπε καθημερινά να αποδεικνύει ότι μπορούσε. «Έπρεπε να αποδείξεις διπλά ότι, ναι, είμαι γυναίκα, αλλά μπορώ. Μπορώ να σταθώ στην εξωτερική πολιτική, μπορώ να σταθώ με εκατό στρατιωτικούς του ΝΑΤΟ. Δεν ήταν εύκολο», αναφέρει.

Η συζήτηση στρέφεται στη συνέχεια στα δύο επίθετα που σημάδεψαν τη δημόσια διαδρομή της. «Αγαπώ και τα δύο επίθετα και τα τιμώ. Αλλά εξακολουθώ και είμαι ένας αυτόνομος άνθρωπος», λέει η Ντόρα Μπακογιάννη, παραδεχόμενη πως ο μεγαλύτερος τίτλος τιμής για την ίδια είναι ότι ο κόσμος επέλεξε να τη γνωρίζει απλώς ως «Ντόρα». «Δεν ξέρω πώς έγινε και ο κόσμος επέλεξε το "Ντόρα"», αναφέρει, εξηγώντας πως πίσω από ένα «γεια σου, Ντόρα» βλέπει «μία οικειότητα και μία ανθρώπινη σχέση», πριν αυτοσαρκαστεί για το πέρασμα του χρόνου: «Τώρα, βέβαια, επειδή έχω μεγαλώσει, μου λένε "γεια σου, κυρία Ντόρα"».

"Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μου λείπει κάθε μέρα"

Όταν η συζήτηση φτάνει στους γονείς της, η Ντόρα Μπακογιάννη δίνει χώρο στην τρυφερότητα μιας κόρης που εξακολουθεί να κουβαλά τις πιο ζωντανές αναμνήσεις της οικογένειάς της. Για τον πατέρα της, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, μιλά με βαθιά αγάπη, περιγράφοντάς τον ως «έναν εξαιρετικό πατέρα», έναν άνθρωπο «πολύ φιλελεύθερο», που πίστευε στις κόρες του και δεν τις αντιμετώπιζε ποτέ ως «πολίτες δεύτερης κατηγορίας». Παρά την εικόνα του αυστηρού πολιτικού, όπως λέει, κατάφερνε να δημιουργεί μια σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης. «Ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσες να του πεις τα πάντα. Τον εμπιστευόμουν στα πάντα. Ήταν ο καλύτερός μου φίλος», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η συγκίνησή της γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν μιλά για την απουσία του. «Μου λείπει κάθε μέρα. Μου λείπει και σήμερα. Μου λείπει για τα πάντα», εξομολογείται, εξηγώντας πως της λείπει η γνώμη του όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για τα παιδιά της. Με την ίδια αγάπη μιλά και για τη μητέρα της, Μαρίκα Μητσοτάκη, την οποία περιγράφει ως «μια μάνα όρνιθα», που άπλωνε διαρκώς τα φτερά της πάνω από τα παιδιά και τα εγγόνια της. Τη θυμάται ως έναν άνθρωπο γεμάτο αγάπη, αυθορμητισμό και έντονη εξωτερίκευση των συναισθημάτων της, αλλά και ως τη γυναίκα που κράτησε την οικογένεια ενωμένη σε κάθε δύσκολη στιγμή. «Της είμαι ευγνώμων, γιατί μετά τη δολοφονία του Παύλου ασχολήθηκε πάρα πολύ με τα δικά μου παιδιά και τους έδωσε αυτή τη σταθερότητα που χρειάζονταν», εξομολογείται, ενώ δεν παραλείπει να μιλήσει με θαυμασμό και για τη σχέση των γονιών της. «Είχαν έναν φοβερό γάμο, από αυτούς που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν θα μπορέσεις ποτέ να ζήσεις κάτι αντίστοιχο», λέει χαρακτηριστικά.

Η συζήτηση δεν θα μπορούσε να μη φτάσει και στο περίφημο κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι, μια παράδοση που η Ντόρα Μπακογιάννη συνεχίζει μέχρι σήμερα, ακόμη κι αν, όπως παραδέχεται, πλέον δεν είναι τόσο εύκολο να συγκεντρωθούν όλοι. «Όταν περάσει λίγος καιρός και ξεχάσω κανένα τραπέζι, αρχίζουν τα παράπονα», λέει γελώντας, αποκαλύπτοντας πως η μεγαλύτερη γκρίνια ξεκινά όταν προτείνει να βγουν για φαγητό αντί να συγκεντρωθούν στο σπίτι.

Παρά τα όσα θα περίμενε κανείς από μια οικογένεια με τόσο έντονη πολιτική παρουσία, στο κυριακάτικο τραπέζι η πολιτική δεν πρωταγωνιστεί ποτέ. «Πολιτική δεν συζητάμε ποτέ. Το ποδόσφαιρο είναι το βασικό θέμα», λέει χαρακτηριστικά, ενώ παραδέχεται πως εκείνη απλώς προσπαθεί να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. «Έχω ενημερωθεί πλήρως. Ξέρω ποιος είναι ο Μέσι», σχολιάζει χαμογελώντας. Όσο για τις μαγειρικές της ικανότητες, δεν διστάζει να παραδεχθεί πως περιορίζονται στα «βασικά». «Κάνω ωραίο γιουβέτσι, κάνω και ντολμαδάκια. Βασικά, κάνω τις συνταγές της μαμάς μου», λέει, αναγνωρίζοντας πως οι πραγματικές μαγείρισσες της οικογένειας είναι η αδελφή της, Κατερίνα, και η κόρη της, Αλεξία.

"Ο Παύλος Μπακογιάννης ήταν ένας έρωτας τρελός"

Στη συνέχεια, η Ντόρα Μπακογιάννη ανοίγει ένα ακόμη προσωπικό κεφάλαιο της ζωής της, μιλώντας για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Παύλο Μπακογιάννη, τους δύο άνδρες που τη διαμόρφωσαν με διαφορετικό τρόπο. Από τον πατέρα της ξεχωρίζει την ψυχραιμία και τη διορατικότητα ενός ανθρώπου που, όπως λέει, «φύτευε βελανιδιές» και είχε πάντοτε το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Για τον Παύλο Μπακογιάννη, αντίθετα, στέκεται στον αυτοδημιούργητο χαρακτήρα του, στην οξύτητα του μυαλού του και στην ικανότητά του να αναλύει την κοινωνία. «Αυτό ήταν κάτι το οποίο θαύμαζα απεριόριστα», αναφέρει χαρακτηριστικά, ενώ δεν παραλείπει να τον περιγράψει και ως «εξαιρετικά καλό σύζυγο». «Είχε όλα τα χαρακτηριστικά για να τον ερωτευτείς... Ήταν ένας έρωτας τρελός», εξομολογείται.

"Δεν είχα σκεφτεί καθόλου να ασχοληθώ με την πολιτική"

Παρά τη στενή της σχέση με την πολιτική από πολύ νεαρή ηλικία, η ίδια αποκαλύπτει πως ποτέ δεν είχε φανταστεί τον εαυτό της σε πρώτο πλάνο. «Δεν είχα σκεφτεί καθόλου να ασχοληθώ», λέει, εξηγώντας πως αισθανόταν απόλυτα ικανοποιημένη δουλεύοντας ως επιτελικό στέλεχος, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. «Είχα έναν παθολογικό φόβο μπροστά στη δημοσιότητα», παραδέχεται, θυμούμενη πως, στις προεκλογικές εκστρατείες του πατέρα της, φρόντιζε να μένει μακριά από τις κάμερες. «Αν ψάξεις φωτογραφίες εκείνης της εποχής, δεν θα με δεις. Εγώ ήμουν κάπου πίσω από κάποια κολόνα», λέει.
Όπως εξηγεί, όλα άλλαξαν μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη. «Θέλω, δεν θέλω, βρέθηκα να είμαι υποψήφια στην Ευρυτανία», αναφέρει, τονίζοντας πως η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα προσωπικής φιλοδοξίας, καθώς το αναπτυξιακό πρόγραμμα που είχε εκπονήσει ο Παύλος Μπακογιάννης για την Ευρυτανία, η επιθυμία των παιδιών της να συνεχιστεί το έργο του, αλλά και η απαίτηση του κόσμου, την οδήγησαν τελικά στην πρώτη γραμμή της πολιτικής. Παρότι σήμερα θεωρείται μία από τις πιο έμπειρες πολιτικούς της χώρας, δεν κρύβει πως τα πρώτα βήματα ήταν γεμάτα ανασφάλεια. «Το βάπτισμα του πυρός της δημοσιότητας ήταν πολύ δύσκολο», παραδέχεται, θυμούμενη την πρώτη της τηλεοπτική εμφάνιση στην ΕΡΤ. «Ο Πέτρος Ευθυμίου με είχε κάνει με τα κρεμμυδάκια. Χειρότερη παρουσία δεν υπήρχε. Να με κλαίνε και οι ρέγγες», λέει αυτοσαρκαζόμενη. Αντίστοιχο ήταν και το άγχος στην πρώτη της ομιλία στη Βουλή. «Νόμιζα ότι έπρεπε να ανοίξει το έδρανο και να μπω εγώ μέσα... Δεν έβγαινε η φωνή μου», εξομολογείται.

Η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και η εξομολόγηση για τα παιδιά της

Η συζήτηση οδηγείται σε μία από τις πιο επώδυνες στιγμές της ζωής της, τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη. Με αφορμή το ντοκιμαντέρ για τη «17 Νοέμβρη», η Ντόρα Μπακογιάννη επιστρέφει στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και περιγράφει πώς βιώνει κάθε φορά που εκείνη η περίοδος ξαναέρχεται στο προσκήνιο. «Οι πληγές σκεπάζονται. Δεν κλείνουν. Είναι σαν να τις κλείνεις σε ένα κουτάκι. Προχωράς, κάνεις τη ζωή σου, αλλά η πληγή είναι εκεί. Κάθε φορά που αυτό το κουτάκι ανοίγει, είναι μία δύσκολη στιγμή», εξομολογείται. Η ίδια, όμως, δεν περιορίζει αυτόν τον πόνο στη δική της οικογένεια. Μιλά για όλες τις οικογένειες που έχασαν τους ανθρώπους τους από τη δράση της «17 Νοέμβρη», εξηγώντας πως υπάρχουν τραύματα που ο χρόνος δεν θεραπεύει ποτέ πραγματικά. «Όταν χάνεις τον άνθρωπό σου από μία πισώπλατη δολοφονία, γιατί κάποιος αποφάσισε ότι αυτός δεν πρέπει να ζήσει, είναι τελείως διαφορετικό. Δεν ξεπερνιέται», αναφέρει.

Όταν η κουβέντα φτάνει στα δύο μικρά παιδιά που άφησε πίσω ο Παύλος Μπακογιάννης, η Ντόρα Μπακογιάννη κάνει μία από τις πιο ειλικρινείς παραδοχές της συνέντευξης. Αντί να μιλήσει για τη δική της δύναμη, επιλέγει να αναδείξει τη δύναμη των παιδιών της. «Να πω τη μαύρη μου αλήθεια; Πιο πολύ με στήριξαν τα παιδιά μου απ' ό,τι μπόρεσα να τα στηρίξω εγώ στην αρχή», παραδέχεται, εξηγώντας πως «ο πόνος είναι ένα πολύ εγωιστικό συναίσθημα», που σε κλείνει στον εαυτό σου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, όπως περιγράφει, βρέθηκε να ζει την πραγματικότητα χιλιάδων γυναικών που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. «Γίνεσαι μαμά και μπαμπάς μαζί», λέει, εξηγώντας πως το πιο δύσκολο δεν είναι οι ευθύνες, αλλά η απουσία του ανθρώπου με τον οποίο θα μοιραστείς τις δύσκολες αποφάσεις. Και μπορεί σήμερα να μιλά γι' αυτές τις στιγμές με ψυχραιμία, όμως παραδέχεται ότι ο φόβος δεν έφυγε ποτέ. «Έχω κάνει και πολύ μεγάλα λάθη λόγω του φόβου μου. Τώρα έχει περάσει στα εγγόνια. Δεν φτιάχνει αυτό το πράγμα». Οι μεγάλες απώλειες, όπως λέει, άλλαξαν οριστικά την ιεράρχηση των πραγμάτων στη ζωή της. «Δεν πρόκειται να χαλάσω τη ζαχαρένια μου για κάτι ασήμαντο», αναφέρει, εξηγώντας πως σήμερα βρίσκει την ευτυχία σε όσα παλαιότερα ίσως περνούσαν απαρατήρητα. «Χαίρομαι τα μικρά καλά. Χαίρομαι την καλή μέρα, το ωραίο ηλιοβασίλεμα, το ωραίο φαγητό, το τραπέζι με τα παιδιά. Αρχίζεις και μετράς τα καλά διαφορετικά».

Η γνωριμία με τον Ισίδωρο Κούβελο και η δεύτερη μεγάλη αγάπη της ζωής της

Έπειτα, η συζήτηση στρέφεται στη δεύτερη μεγάλη αγάπη της ζωής της, τον Ισίδωρο Κούβελο. Η Ντόρα Μπακογιάννη δεν κρύβει πως η γνωριμία τους υπήρξε ένα απρόσμενο δώρο. «Νομίζω ότι ήταν πάρα πολύ μεγάλη τύχη να μπορείς να ερωτευτείς δύο φορές στη ζωή σου», λέει, μιλώντας με τρυφερότητα για τον άνθρωπο που βρίσκεται στο πλευρό της τα τελευταία 28 χρόνια. Τον περιγράφει ως έναν άνθρωπο «με αστείρευτο χιούμορ και αντοχές», αστειευόμενη πως «για να με αντέξεις εμένα δεν είναι και πάρα πολύ εύκολο». Η προσωπική της εμπειρία γίνεται, όμως, αφορμή για μια ευρύτερη διαπίστωση.

«Οι πετυχημένες γυναίκες, και πόσο μάλλον οι δημόσια γνωστές γυναίκες, πολύ δύσκολα βρίσκουν έναν άντρα να σταθεί δίπλα τους», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως ήταν τυχερή που ο Ισίδωρος Κούβελος τη γνώρισε όταν είχε ήδη χαράξει τη δική της πορεία. «Ευτυχώς που το τόλμησε», λέει, παραδεχόμενη πως ανήκει «στην παλιά σχολή» και πως πάντα ήθελε να είναι ο άντρας εκείνος που θα κάνει το πρώτο βήμα. «Ήθελα να με διεκδικήσει κάποιος», αναφέρει, προσθέτοντας πως εξακολουθεί να πιστεύει ότι το φλερτ δεν πρέπει να χαθεί. «Να φλερτάρει ένας άντρας μια γυναίκα, να της στείλει λουλούδια, να της στείλει σοκολατάκια... Δεν πειράζει καθόλου», σχολιάζει, πριν καταλήξει γελώντας: «Ο Ισίδωρος το έκανε αυτό με επιτυχία. Με έριξε και είμαστε ακόμα μαζί». Το ίδιο αυθόρμητα μιλά και για την καθημερινότητά τους. Δηλώνει πως είναι «πολύ καλή σύζυγος» και παραδέχεται ότι έχει κακομάθει τον άντρα της, θυμούμενη ένα περιστατικό που, όπως λέει, αποτυπώνει ιδανικά τη σχέση τους. Ενώ ετοιμαζόταν να μπει σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, χτύπησε το τηλέφωνό της. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Ισίδωρος Κούβελος με μία μόνο απορία: «Τι θα φάω;». «Μ’ έπιασε νευρικό γέλιο», θυμάται.

Η αγάπη και ο θαυμασμός για τα παιδιά και τα εγγόνια της

Η συζήτηση περνά στη συνέχεια στα δύο παιδιά της, που, όπως λέει, χάραξαν δύο εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Για τον Κώστα Μπακογιάννη ξεκαθαρίζει πως η απόφαση να ασχοληθεί με την πολιτική ήταν αποκλειστικά δική του, εξηγώντας πως δεν θα επιχειρούσε ποτέ να επηρεάσει μια τόσο δύσκολη επιλογή. Αντίθετα, παραδέχεται πως σήμερα η ενασχόληση με την πολιτική είναι ακόμη πιο απαιτητική εξαιτίας της τοξικότητας που επικρατεί, γεγονός που αποθαρρύνει πολλούς νέους ανθρώπους. Παρ' όλα αυτά, επιμένει πως η συμμετοχή στα κοινά παραμένει αναγκαία. «Αν δεν μπεις εσύ να αποφασίσεις για τον εαυτό σου, θα αποφασίσουν κάποιοι πολύ λιγότερο καλοί για σένα», λέει, υιοθετώντας τη φράση της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ.

Η αναφορά στην κόρη της, Αλεξία, συνοδεύεται από εμφανή συγκίνηση και υπερηφάνεια. Η Ντόρα Μπακογιάννη μιλά για τη δική της, εντελώς διαφορετική διαδρομή, σημειώνοντας πως ξεκίνησε μαζί με μία φίλη από «ένα μικρό γραφειάκι» και κατάφερε να δημιουργήσει μια επιτυχημένη επιχείρηση. «Είμαι τρομερά περήφανη για την Αλεξία», λέει, χαρακτηρίζοντάς τη «multi μηχάνημα», καθώς καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στη δουλειά, τα τρία παιδιά και την οικογένειά της. Και όταν η Τίνα Μιχαηλίδου παρατηρεί πως αυτή η επιτυχία ίσως να οφείλεται και στα πρότυπα που είχε μέσα στο σπίτι, η ίδια δεν διστάζει να αποδώσει όλα τα εύσημα στην κόρη της. «Είναι πολύ καλύτερη από μένα», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη.

Και αν για τα παιδιά της μιλά με εμφανή υπερηφάνεια, το ίδιο φωτίζεται το πρόσωπό της όταν η κουβέντα φτάνει στα δώδεκα εγγόνια της. «Καλά... τρελή», απαντά αυθόρμητα στο πώς είναι στον ρόλο της γιαγιάς, βάζοντας, ωστόσο, τα πράγματα στη θέση τους. «Δεν είναι ποτέ του παιδιού σου το παιδί δύο φορές παιδί σου. Αυτά είναι αρλούμπες», λέει, εξηγώντας πως τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα συναισθήματα που έχει ένας γονιός για το δικό του παιδί. Αν κάτι θεωρεί πως διαφοροποιεί τον ρόλο της ως γιαγιάς από εκείνον της μητέρας, αυτό είναι ο χρόνος. «Απολαμβάνω πολλά από αυτά που έχασα με τα παιδιά μου, γιατί τώρα έχω περισσότερο χρόνο», αναφέρει, εξηγώντας πως πλέον ζει πιο συνειδητά την καθημερινότητα με τα εγγόνια της. Υπάρχει, βέβαια, μια καθημερινή «μάχη» που, όπως παραδέχεται γελώντας, δεν καταφέρνει να κερδίσει: τα κινητά τηλέφωνα. «Τα έχω απαγορεύσει στο τραπέζι... βασικά δεν μπορώ. Χάνω παταγωδώς», λέει, εξηγώντας πως προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατήσει τα εγγόνια της μακριά από τις οθόνες, καθώς θεωρεί πως «αυτό είναι καταστροφή για τα παιδιά».

Η απάντηση στον Παναγιώτη Δουδωνή για την "πεθερά της Βουλής"

Η συζήτηση οδηγείται στη συνέχεια στο πρόσφατο περιστατικό στη Βουλή, όταν ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτης Δουδωνής την αποκάλεσε ειρωνικά «πεθερά της Βουλής». Η Ντόρα Μπακογιάννη εξηγεί πως όχι μόνο δεν ένιωσε να προσβάλλεται, αλλά απάντησε πως ο τίτλος της πεθεράς είναι για εκείνη «τίτλος τιμής». Πίσω από το συγκεκριμένο περιστατικό, όμως, βλέπει κάτι βαθύτερο. «Είναι κλασική κουβέντα μισογυνική», αναφέρει, εξηγώντας πως όταν εξαντλούνται τα πολιτικά επιχειρήματα, η επίθεση μεταφέρεται συχνά στο φύλο. Όπως λέει, η ίδια πλέον δεν επηρεάζεται, ανησυχεί όμως για τις νεότερες γυναίκες που ενδεχομένως να βρεθούν αντιμέτωπες με αντίστοιχες συμπεριφορές. Για την ίδια, η πραγματική ισότητα δεν εξασφαλίζεται ούτε με νόμους ούτε με διακηρύξεις. «Η ισότητα δεν είναι λόγια, δεν είναι νόμοι. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνω εγώ τον γιο μου», τονίζει, υπογραμμίζοντας πως όλα ξεκινούν από την οικογένεια, τον σεβασμό και τις αξίες με τις οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά.

Η Σία Κοσιώνη και η Μαρία Σάκκαρη

Η αναφορά στον τίτλο της «καλής πεθεράς» γίνεται η αφορμή για να μιλήσει με ιδιαίτερη αγάπη για τη Σία Κοσιώνη. Η Ντόρα Μπακογιάννη μιλά με τα πιο θερμά λόγια για τη νύφη της, την οποία περιγράφει ως «μια καλλονή, μια τρομερή γυναίκα, μια απίστευτη ψυχή και έναν πάρα πολύ δοτικό άνθρωπο». Δεν στέκεται, όμως, μόνο στην επιτυχημένη επαγγελματική της πορεία, αλλά κυρίως στην ισορροπία που έχει καταφέρει να πετύχει ανάμεσα στην οικογένεια και τη δουλειά. «Η Σία, η μάνα, η Σία, η σύντροφος... είναι απόδειξη ότι όλα στη ζωή μπορείς να τα έχεις», λέει, στέλνοντας παράλληλα ένα μήνυμα σε όλες τις γυναίκες. Δεν παραλείπει, μάλιστα, να αναφερθεί και στη Μαρία Σάκκαρη, λέγοντας πως το χαμόγελό της τής θυμίζει τη μητέρα της, Μαρίκα Μητσοτάκη.

Η μάχη της Ντόρας Μπακογιάννη με τον καρκίνο και το μήνυμα αισιοδοξίας

Η συζήτηση περνά, στη συνέχεια, σε μια ακόμη προσωπική δοκιμασία, για την οποία η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε να μιλήσει δημόσια από την πρώτη στιγμή: τη μάχη της με τον καρκίνο. Η ίδια εξηγεί πως πήρε την απόφαση να μιλήσει ανοιχτά μόλις ένα εικοσιτετράωρο μετά τη διάγνωση για δύο λόγους. «Πιστεύω ότι ο πολιτικός έχει υποχρέωση να δημοσιοποιεί τα θέματα της υγείας του. Ο κόσμος πρέπει να ξέρει αν είσαι καλά, αν είσαι άρρωστος. Έχει δικαίωμα να το ξέρει», τονίζει. Την ίδια στιγμή, όπως λέει, θεώρησε πως «έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αν μπορείς με τον δικό σου τρόπο να εμψυχώσεις άλλους ανθρώπους που έχουν το ίδιο πράγμα με εσένα». Αναφερόμενη στην προσωπική της εμπειρία ως ογκολογική ασθενής, εκφράζει την εμπιστοσύνη της στο ελληνικό σύστημα υγείας, τονίζοντας χαρακτηριστικά πως «για τους ογκολογικούς ασθενείς η Ελλάδα είναι έτη μπροστά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες», καθώς, όπως εξηγεί, οι ασθενείς έχουν πρόσβαση στις πιο σύγχρονες θεραπείες. Στέκεται, παράλληλα, ιδιαίτερα στη σημασία της ψυχολογίας, την οποία χαρακτηρίζει καθοριστικό παράγοντα στη μάχη με την ασθένεια. «Η ψυχολογία στη δική μας αρρώστια είναι το πενήντα τοις εκατό», λέει, στέλνοντας το μήνυμα πως «δεν θα το βάλουμε κάτω και θα το πολεμήσουμε».

Η σχέση της με τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Από τη συζήτηση δεν θα μπορούσε να λείπει και ο ρόλος της ως μεγάλης αδελφής του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Η Ντόρα Μπακογιάννη γυρίζει τον χρόνο πίσω, στη μέρα που γεννήθηκε ο μικρότερος αδελφός της. Τον θυμάται ως «ένα πολύ χαριτωμένο μωρό», παραδεχόμενη, ωστόσο, πως η πρώτη της αντίδραση ήταν η ζήλια. «Στην αρχή ζήλεψα τρομερά», αναφέρει, ανακαλώντας τις αμέτρητες θείες που πανηγύριζαν ότι «ο καημένος ο Κώστας έκανε επιτέλους ένα παιδί». «Μετά μου πέρασε η ζήλια», συμπληρώνει, εξηγώντας πως ένα βλέμμα και ένα χαμόγελο του μικρού Κυριάκου ήταν αρκετά για να αλλάξουν τα πάντα. Σήμερα περιγράφει τη σχέση τους ως «αδερφικά πολύ καλή, πολιτικά ισορροπημένη», τονίζοντας πως χρειάστηκε χρόνος μέχρι να διαχωρίσει τον αδελφό από τον πρωθυπουργό. «Τα οικογενειακά, οικογενειακά, αλλά τα πολιτικά, πολιτικά και πρέπει να κάνεις αυτόν τον διαχωρισμό, διότι διαφορετικά μπλέκεις», λέει χαρακτηριστικά. Αποκαλύπτει ακόμη πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά κατά καιρούς τη γνώμη της, αν και, όπως σχολιάζει, «πότε με ακούει, πότε δεν με ακούει». Όσο για την εικόνα του ως πρωθυπουργού, τον χαρακτηρίζει «πολύ πιο τεχνοκράτη» από τον πατέρα τους, επιμένοντας πως «είναι πιο διαβασμένος από τους υπουργούς του», χωρίς να κρύβει ότι, κατά την άποψή της, «ενδεχομένως θα μπορούσε να είναι και πιο αυστηρός με μερικούς».

"Δεν μου έλειψε υπουργείο"

Πριν ολοκληρωθεί η συνέντευξη, η Τίνα Μιχαηλίδου φέρνει στη συζήτηση και ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κεφάλαια της πολιτικής της πορείας: την απόφαση να μείνει εκτός κυβερνητικού σχήματος. Η Ντόρα Μπακογιάννη ξεκαθαρίζει πως «δεν μου έλειψε υπουργείο», αποκαλύπτοντας, ωστόσο, τι ήταν αυτό που την ενόχλησε πραγματικά. «Μου κακοφάνηκε η λογική που ετέθη, γιατί ήταν σαν να ακύρωνε μια πορεία μου πάρα πολλών ετών», λέει χαρακτηριστικά. Παραδέχεται πως η συγκεκριμένη εξέλιξη τη στενοχώρησε «ένα χρονικό διάστημα», όμως, όπως σημειώνει, «με τον δικό μου χαρακτήρα ξαναβρήκα τις ισορροπίες μου. Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη όπως είμαι σήμερα». Για την ίδια, άλλωστε, «στην πολιτική το Α και το Ω είναι η αξιοπιστία σου», επιμένοντας πως ο κόσμος πρέπει να ξέρει ότι αυτά που λες είναι εκείνα που πραγματικά πιστεύεις και μπορείς να κάνεις.

Ξεχωριστή θέση στη σημερινή της διαδρομή κατέχουν τα Χανιά, όπου δηλώνει «πάρα πολύ ευτυχής» ως βουλεύτρια της ιδιαίτερης πατρίδας της. Όπως εξηγεί, αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι να βλέπει τα μεγάλα έργα υποδομής να ολοκληρώνονται, ενώ δεν κρύβει πως η ζωή στην Κρήτη έχει έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό από εκείνον της Αθήνας. «Οι άνθρωποι έχουν χρόνο να επικοινωνούν, υπάρχουν γιορτές, υπάρχουν όλα αυτά που λίγο πολύ στην Αθήνα έχουν χαθεί», λέει χαρακτηριστικά.

Η πολιτική κουβέντα ολοκληρώνεται με μια ενδιαφέρουσα αναφορά στους πολιτικούς της αντιπάλους. Η Ντόρα Μπακογιάννη ξεκαθαρίζει πως «δεν έχω την αλαζονεία να πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία είναι η μόνη που έχει στελέχη», επισημαίνοντας ότι στη Βουλή έχει γνωρίσει «ανθρώπους ποιότητας, έντιμους και ανθρώπους που δίνουν τη μάχη τους για τις ιδέες τους». Δεν κρύβει, μάλιστα, την εκτίμησή της προς τον Ευάγγελο Βενιζέλο, για τον οποίο λέει χαρακτηριστικά ότι είναι «σοβαρή απώλεια για τη Βουλή», εξηγώντας πως, παρά τις διαφωνίες τους, η παρουσία του λείπει από τον κοινοβουλευτικό διάλογο.