Με μια φωτογραφία της κόρης του στα χέρια και κοιτάζοντας τις άδειες θέσεις στο εδώλιο των κατηγορουμένων, ο Δημήτρης Μπέζας, πατέρας της Φραντζέσκας Μπέζα που έχασε τη ζωή της στην τραγωδία των Τεμπών, κατέθεσε στην 30ή συνεδρίαση της δίκης, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή.
Στη σημερινή συνεδρίαση παρόντες ως κατηγορούμενοι είναι ο Σπυρίδων Πατέρας και ο Παύλος Κουζής.
Πρώτη κλήθηκε να καταθέσει σήμερα η Βασιλική Τσαβδάρογλου-Κουκαριώτη, κόρη και ανιψιά θυμάτων της τραγωδίας.
Σε ερώτηση του δικηγόρου Αντώνη Ψαρόπουλου για το τι έφταιξε, απάντησε: «Δεν είμαι ούτε ιατροδικαστής, ούτε εισαγγελέας, ούτε ανακριτής, αλλά υπάρχουν πρωτόκολλα τα οποία δεν τηρήθηκαν».
Μπέζας Δημήτριος: «Να βλέπω τόσες καρέκλες άδειες στις θέσεις κατηγορουμένων. Αυτή ήταν η κόρη (δείχνει σε φωτογραφία). Εγώ έτσι σας την παρέδωσα. Θέλετε να δείτε πώς μου την παραδώσατε! Της έλεγα μην πάρεις ΚΤΕΛ, πάρε το τρένο που είναι ασφαλέστερο. Όλοι οι αρμόδιοι ήξεραν και δεν έκαναν τίποτα. Είναι δύο γραμμές. Αν δεν μπορούμε να τις διατηρήσουμε σε μια κατάσταση, αυτό με ξεπερνάει. Μια ευθιξία χρειάζεται. Κατάστρεψαν τη ζωή των παιδιών μου και των υπολοίπων.
Μας παρέδωσαν μια δικογραφία, τόμο. Δεν διάβασα κάπου μέσα τα αίτια, πώς πέθανε η κόρη και πώς έγινε. Δεν αναφέρει ούτε πώς σκοτώθηκε, ούτε για ποιον λόγο. Μετά εμπόδια, καθυστερήσεις. Λες και ήταν ένα γεγονός που συμβαίνει κάθε μέρα. Η σύγκρουση ήταν ένα επακόλουθο παραλείψεων. Βαρέθηκα να ακούω να μου λένε πως είμαι αξιοπρεπής. Δεν θέλω να είμαι αξιοπρεπής. Αξιοπρέπεια δεν είναι να διαχειρίζεσαι τη δολοφονία του παιδιού σου. Θέλω να είμαι κάτι άλλο και δεν θέλω να το πω. Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν έχω τη μικρή μου και δεν την έχω γιατί είστε άχρηστοι (κλαίγοντας).
Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Υπάρχουν βαρύτατα στοιχεία γι' αυτά που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν. Οι νόμοι κάποια πράγματα δεν τα αναγνωρίζουν. Αυτό το οποίο ευελπιστώ, τουλάχιστον εκεί που πρέπει και όπως πρέπει, ώστε οι τωρινοί και οι επόμενοι να διασφαλίσουν την ασφάλεια. Να χάνουν οι υπεύθυνοι τον ύπνο τους μήπως γίνει η... στραβή.
Απαιτώ, δε ζητώ, όσοι θα έχουν θέσεις ευθύνης να χάνουν τον ύπνο τους μόνο με την ιδέα μη γίνει «στραβή». Να σκέφτονται αυτούς που είναι ζωντανοί, ώστε να μην έχουν την ίδια μοίρα».
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, ο Λουκάς Αποστολίδης τον ρώτησε: «Τρεις λέξεις, “δεν έχω οξυγόνο”, κινητοποίησαν μια κοινωνία. Για σας τι σημαίνουν;».
Ο Δημήτρης Μπέζας απάντησε: «Για μένα σημαίνει ότι άκουγα την κόρη μου να αργοπεθαίνει, για αρκετούς άλλους σήμαινε σπέκουλα».
«Ίσως να μην ήταν κάτω από το χώμα»
Στο δικαστήριο κατέθεσε και ο Νίκος Μπέζας, αδελφός της Φραντζέσκας, ο οποίος μίλησε για τις ώρες αγωνίας μετά τη σύγκρουση, αλλά και για τα ερωτήματα που, όπως είπε, εξακολουθούν να βασανίζουν την οικογένεια.
«Είχα φτάσει στο σημείο να θέλω να βρω την αδελφή μου βαριά τραυματισμένη, παρά νεκρή. Αν τηρούνταν όλα όπως έπρεπε, ίσως να μην ήταν κάτω από το χώμα. Θεωρώ δεδομένο πως πρέπει να εξεταστούν όλα τα στοιχεία για να δοθούν απαντήσεις. Η Φραντζέσκα μαζί με άλλα άτομα θα ήταν ζωντανή. Θέλουμε απαντήσεις. Θα μας πει κάποιος πώς προκλήθηκε η πυρόσφαιρα;», είπε.
Αναφερόμενος στο ηχητικό ντοκουμέντο με τη φράση «δεν έχω οξυγόνο», τόνισε:
«Το ζήτημα της πυρόσφαιρας αποκτά για εμένα μια πιο προσωπική και οδυνηρή διάσταση. Το ερώτημα που βασανίζει μέχρι σήμερα είναι: τι εισέπνευσε; Ποια ήταν η κατάστασή της μέσα στο βαγόνι; Πώς προήλθε ο θάνατός της;».
Ο ίδιος αναφέρθηκε και στο αίτημα της οικογένειας για εκταφή της Φραντζέσκας.
«Ζητάμε εκταφή της αδελφής μου όχι από εμμονή, αλλά για να διερευνηθεί το θέμα της πυρόσφαιρας. Ζητήσαμε να εξαντληθούν οι επιστημονικές δυνατότητες που υπάρχουν».
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της λειτουργίας των συστημάτων ασφαλείας στον σιδηρόδρομο.
«Πώς είναι δυνατόν να λειτουργεί ένα τέτοιο δίκτυο χωρίς να λειτουργούν τα συστήματα; Αν ξέραμε όλα αυτά, δεν θα αφήναμε την αδελφή μου να πάρει το τρένο».
Κλείνοντας την κατάθεσή του, είπε: «Η έλλειψη της αδελφής μου θα δημιουργεί ένα τεράστιο κενό στην καρδιά και στην ψυχή μου. Κάθε μέρα που περνάει δεν μπορώ να πιστέψω πως δεν θα επιστρέψει».
Η κατάθεσή του ολοκληρώθηκε με χειροκροτήματα από μέλη της οικογένειάς του.
«Το σπίτι μας έγινε νεκροταφείο»
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν και η κατάθεση της Φωτεινής Κοκάλα, μητέρας της Φραντζέσκας.
«Δεν είμαι εδώ για να μιλήσω για τον δικό μου πόνο. Είμαστε εδώ για να μιλήσω για τη Φραντζέσκα μου. Ήταν ένα χαρούμενο, φωτεινό πλάσμα με ευαισθησία. Το σπίτι μας έγινε νεκροταφείο. Ήταν γεμάτο από το τραγούδι και την παρουσία της», είπε.
Όπως κατέθεσε, μέχρι τη νύχτα της τραγωδίας θεωρούσε το τρένο ασφαλές μέσο μεταφοράς.
«Μέχρι εκείνο το βράδυ πίστευα πως το τρένο ήταν ένα ασφαλές μέσο μεταφοράς. Παρακαλούσα να βρω την κόρη μου έστω και βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Από την ώρα που έμαθα για τον χαμό της η ζωή μου χωρίστηκε στο πριν και το μετά».
Η μητέρα της Φραντζέσκας αναφέρθηκε στη συνέχεια στις συνθήκες θανάτου της κόρης της και στα ερωτήματα της οικογένειας για τη φωτιά που ακολούθησε τη σύγκρουση.
«Ήταν στο κυλικείο. Έζησε πριν από τη σύγκρουση; Η κόρη μου επέζησε της σύγκρουσης και αν δεν υπήρχε η φωτιά θα ζούσε σήμερα. Ακούγεται να φωνάζει. Και παρόλο που πάλευε για τη ζωή της, βρήκε τη δύναμη να εκφράσει την αγάπη της στην επιστήθια φίλη. Τα παιδιά μας έζησαν την κόλαση. Αν δεν υπήρχε η φωτιά, η κόρη θα ζούσε σήμερα. Αυτή η σκέψη με σκοτώνει κάθε μέρα. Τι ήταν αυτό που έκαψε τα παιδιά μας; Ποια ήταν τα αίτια της πυρόσφαιρας;».
Η ίδια υποστήριξε ότι το κατηγορητήριο είναι ελλιπές και αναφέρθηκε εκ νέου στη φράση «δεν έχω οξυγόνο».
«Σήμερα δεν υπάρχει επαρκές κατηγορητήριο, είναι ελλιπές. Τα λόγια της “δεν έχω οξυγόνο” σημαίνουν πως ήξερε τι γινόταν και προσπαθούσε να επιβιώσει. Ο ανακριτής έκλεισε άρον άρον τη δικογραφία. Ζητήσαμε την εκταφή της για να μάθουμε την αλήθεια, το ζητήσαμε για το παιδί μας. Χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία. Τι ήταν αυτό που έκαψε την κόρη μου;».
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής της είπε: «Δολοφόνησαν τα παιδιά μας, δεν πέθαναν από παθολογικά αίτια, πολλά από αυτά πιθανόν κάηκαν ζωντανά. Μην προσπαθούν να αμαυρώσουν τη μνήμη τους και τις μνήμες των παιδιών μας. Παραλάβαμε μαύρες σακούλες και μας απαγόρευσαν να τις ανοίξουμε. Γιατί;».
«Οι αρμόδιες αρχές φέρθηκαν με ιεροσυλία», ανέφερε και συνέχισε θέτοντας ερωτήματα για τα συστήματα ασφαλείας:
«Γιατί τα συστήματα ασφαλείας σε ένα σύγχρονο δίκτυο δεν λειτούργησαν; Πώς φτάσαμε να οδηγηθούν δύο τρένα στην ίδια γραμμή που οδήγησε τα παιδιά μας στον θάνατο; Θα αποδοθούν ευθύνες; Δεν έλαβαν κανένα μέτρο για να αποφευχθεί η σύγκρουση. Αν λειτουργούσε ένα από τα συστήματα αυτά, τα παιδιά μας θα ζούσαν. Μας παραπλάνησαν, δεν γνωρίζαμε αυτή την κατάσταση. Αυτό είναι ένα βάρος που θα κουβαλάω σε όλη μου τη ζωή».
Κλείνοντας, ζήτησε να αναζητηθεί η αλήθεια «μέχρι τέλους».
«Ζητώ απόδοση δικαιοσύνης. Θέλω να μάθω πώς έφυγε το παιδί και ποιοι ευθύνονται. Θέλω να πιστεύω στη δίκαιη κρίση σας. Ζητώ να αναζητήσετε την αλήθεια μέχρι τέλους. Δεν θέλω το όνομά της να βρίσκεται απλά σε μια πλάκα. Θέλω από αυτό το κακό να βγει κάτι καλό. Δεν είναι μόνο για το δικό μου παιδί. Είναι για όλα τα παιδιά».
«Ο χώρος βεβηλώθηκε και αλλοιώθηκε»
Στη συνέχεια κατέθεσε η Χρυσούλα Χλωρού, αδελφή της Βασιλικής Χλωρού.
«Στις 11 άκουσα το τρένο να περνάει, καθώς μένουμε κοντά στον σταθμό. Το άλλο πρωί είδα στην τηλεόραση τι έγινε. Πήγα στο νοσοκομείο, ήξερα πως η αδελφή μου, από αυτά που έβλεπα, είχε χαθεί. Ήταν μια φρικτή κατάσταση», είπε αναφερόμενη στις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα.
Η ίδια μίλησε για όσα ακολούθησαν στον χώρο της τραγωδίας:
«Ο χώρος αυτός βεβηλώθηκε και αλλοιώθηκε μετά από αυτή την έρευνα-παρωδία που έγινε. Κι ο πιο αδαής γνωρίζει ότι ένας τόπος με τόσους νεκρούς δεν γίνεται αλάνα. Το σημείο αλλοιώθηκε, τα στοιχεία πετάχτηκαν, τα χώματα σηκώθηκαν. Είδα την αδελφή μου, ήταν ολόκληρη. “Ήταν τυχερή”, σκέφτηκα, “δεν κάηκε”. Από τότε ψάχνουμε...».
Όπως είπε, η οικογένειά της θεωρούσε τον σιδηρόδρομο ασφαλή.
«Ξέραμε πως ο σιδηρόδρομος είναι ασφαλής, έτσι έλεγε ο υπουργός».
Μάλιστα, περιέγραψε ένα περιστατικό που, όπως κατέθεσε, συνέβη περίπου έναν μήνα μετά την τραγωδία:
«Μετά από έναν μήνα, μπροστά στο σπίτι μου, είδα δύο τρένα στην ίδια γραμμή. Σταμάτησαν στα δύο μέτρα. Πήγα να ζητήσω εξηγήσεις».
Αναφερόμενη στην απώλεια της αδελφής της, είπε: «Η αδελφή μου δεν θα γυρίσει. Η συντροφιά μου. Μιλούσαμε κάθε μέρα και δεν θα την ξαναδώ ποτέ».
Και πρόσθεσε: «Αποδείχθηκε ότι μας κορόιδευαν, ότι ήθελαν κάτι να καλύψουν. Την ανικανότητά τους, τη διαφθορά τους; Παλεύουμε για να βγουν όλα στο φως. Να μην ξανανιώσει κανένας έτσι. Δεν θέλω να γίνονται υποδομές στην Ελλάδα με ανθρώπινες θυσίες. Έπρεπε να προβλέψουν».
Ασλανίδης: «Αυτοί πήραν τα κέρδη και εμείς πήραμε κλειστά φέρετρα»
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε και ο Παύλος Ασλανίδης, πατέρας του Δημήτρη Ασλανίδη και πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών.
Αναφερόμενος στις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση και στην προσπάθεια της οικογένειας να εντοπίσει τον Δημήτρη, είπε:
«Δεν έχουμε αποδεικτικό από το εισιτήριο. Θα παλέψουμε για τον Δημήτρη και για όλους όσοι χάθηκαν εκείνο το βράδυ. Μάθαμε για το ατύχημα. Φτάσαμε ξημερώματα στη Λάρισα. Δεν ήταν σε καμία λίστα. Μέχρι την Παρασκευή δεν είχε βρεθεί. Το Σάββατο μου είπαν στο τηλέφωνο πως έχει ταυτοποιηθεί».
Στη συνέχεια περιέγραψε όσα ακολούθησαν όταν η οικογένεια παρέλαβε τη σορό του γιου του:
«Ήρθε ένα φέρετρο κλειστό. Χωρίς έγγραφα, χωρίς τίποτα. Δεν είχε ούτε πιστοποιητικό θανάτου. Έτσι κάναμε κηδεία».
Ο Παύλος Ασλανίδης αναφέρθηκε εκτενώς και στο αίτημα για εκταφή.
«Ζητήσαμε εκταφή και είχαμε τέσσερις απορρίψεις με δικαιολογίες ότι όλα έγιναν σωστά. Ακόμη περιμένουμε για τις εκταφές. Περιμένουμε ακόμη το εργαστήριο που μάλλον βρέθηκε στην Ολλανδία».
Κοιτάζοντας τις θέσεις των κατηγορουμένων, τόνισε:
«Εδώ έπρεπε να βρίσκονται όλοι οι κατηγορούμενοι. Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη. Αυτοί πήραν τα κέρδη και εμείς πήραμε κλειστά φέρετρα».
Ο ίδιος άσκησε κριτική στους χειρισμούς της έρευνας και αναφέρθηκε ειδικά στα αίτια θανάτου των θυμάτων.
«Η Εισαγγελία της Λάρισας δεν στάθηκε στο ύψος της. Ξέρω πως ο γιος μου κάηκε με άλλα 27 παιδιά. Δεν υπάρχει κατηγορητήριο για την έκρηξη και τη φωτιά. Κάποια από αυτά θα ήταν ζωντανά. Εμείς δεν κυνηγάμε “αόρατα φορτία”. Θέλουμε την αιτία, από τι πέθαναν τα παιδιά μας».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαχείριση του βιολογικού υλικού των θυμάτων:
«Με ποιο δικαίωμα ο ανακριτής πέταξε το βιολογικό υλικό ως ιατρικά απόβλητα; Πρέπει να λογοδοτήσει. Μας έχει βάλει πλέον να κυνηγάμε εκταφές. Και την τελευταία τρίχα από τα παιδιά μας τη θέλουμε».
Κατά την κατάθεσή του ο Παύλος Ασλανίδης αναφέρθηκε και στον τότε υπουργό Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραμανλή, λέγοντας ότι είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και «διαφήμιζε» το «Λευκό Βέλος».
Το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση για τη Δευτέρα.
Κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης ανακοινώθηκαν και οι μάρτυρες που θα κληθούν την επόμενη εβδομάδα.
Την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου αναμένεται να καταθέσει για την υπόθεση των Τεμπών η πρόεδρος του κινήματος «Ελπίδα», Μαρία Καρυστιανού.
Στη συνέχεια αναμένεται να τοποθετηθούν οι συνήγοροι επί της πρότασης της εισαγγελέως σχετικά με το αίτημα για έρευνα στο τηλέφωνο του σταθμάρχη Βασίλη Σαμαρά. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί του συγκεκριμένου αιτήματος ακόμη και σήμερα.