26 Οκτωβρίου 2026

Το αμερικανικό μήνυμα για το τουρκολιβυκό, η πίεση Καραμανλή–Σαμαρά στο Μαξίμου και ο «καφές» ΠΑΣΟΚ–ΣΥΡΙΖΑ


Η Ουάσιγκτον χαρακτήρισε την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου «προκλητική» και «μη εποικοδομητική», αλλά η συζήτηση στην Αθήνα δεν τελειώνει με αυτή τη δήλωση. Αντιθέτως, τώρα αρχίζει το πιο ενδιαφέρον πολιτικό μέρος της υπόθεσης: πώς θα αξιοποιήσει το Μαξίμου την αμερικανική τοποθέτηση, την ώρα που Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς ανεβάζουν την πίεση για τους χειρισμούς στα εθνικά θέματα.

Η νέα δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που δόθηκε στις 25 Οκτωβρίου, ήταν σαφέστερη από την αρχική αμερικανική αντίδραση. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ξεκαθάρισε ότι η θέση του δεν έχει αλλάξει και αποδοκίμασε την ανακοίνωση επικύρωσης του μνημονίου από την ανατολική Λιβύη. Ταυτόχρονα, όμως, κάλεσε Ελλάδα και Τουρκία σε διάλογο για τις μεταξύ τους διαφορές. Αυτή είναι η λεπτομέρεια που έχει σημασία: η Ουάσιγκτον επικρίνει την κίνηση της Λιβύης, χωρίς να εγκαταλείπει την πολιτική των ισορροπιών μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.

Για την κυβέρνηση, η αμερικανική αποδοκιμασία αποτελεί διπλωματικό επιχείρημα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, λύση του προβλήματος. Το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων στην πράξη, με συγκεκριμένες κινήσεις και διεθνείς συμμαχίες. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πολιτική πίεση που δέχεται το Μέγαρο Μαξίμου.

@ Ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς δεν ακολουθούν την ίδια δημόσια τακτική, αλλά οι παρεμβάσεις τους συναντώνται στο ζήτημα της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Καραμανλής έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ανάγκη να μη δημιουργηθεί καμία εντύπωση ότι η Ελλάδα αποδέχεται τουρκική αδειοδότηση για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο. Ο Σαμαράς πήγε ένα βήμα παραπέρα, ζητώντας την απομάκρυνση του Γιώργου Γεραπετρίτη.

Η διαφορά δεν είναι μικρή. Ο πρώτος θέτει ένα στρατηγικό όριο. Ο δεύτερος αμφισβητεί ευθέως έναν βασικό κυβερνητικό χειριστή της εξωτερικής πολιτικής. Το κοινό πολιτικό αποτέλεσμα είναι ότι η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει σε κριτική που δεν προέρχεται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από δύο πρώην πρωθυπουργούς της παράταξης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την πλευρά του, έχει εκφράσει δημόσια την εμπιστοσύνη του στον Γεραπετρίτη. Και αυτό έχει τη σημασία του. Διότι το αίτημα Σαμαρά δεν αφορά απλώς μια διαφορετική εκτίμηση για το τουρκολιβυκό. Αγγίζει πλέον την ίδια τη σύνθεση της κυβέρνησης.

@ Η συμφωνία για τη Μονή Σινά προσφέρει στο Μαξίμου ένα διαφορετικό πεδίο επιχειρηματολογίας. Ο πρωθυπουργός την παρουσιάζει ως ουσιαστική διπλωματική επιτυχία, με στόχο τη διασφάλιση της θέσης και του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα της ιστορικής Μονής.

Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στο ότι η συμφωνία χρησιμοποιείται ήδη και στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Το ΠΑΣΟΚ ζητά να εξεταστεί το πλήρες νομικό περιεχόμενό της, ενώ η κυβέρνηση αντιτείνει ότι η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ένα θετικό αποτέλεσμα.

Η πολιτική ανάγνωση είναι προφανής. Ο Μητσοτάκης επιδιώκει να συνδέσει τη συμφωνία με την αποτελεσματικότητα της διπλωματίας του. Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να διατηρήσει τον θεσμικό έλεγχο και την κριτική του. Το πραγματικό κριτήριο, πάντως, θα είναι η εφαρμογή των συμφωνηθέντων και οι εγγυήσεις που θα παρέχουν στη Μονή.

@ Και ενώ τα εθνικά θέματα κυριαρχούν στην κυβερνητική ατζέντα, στην Κεντροαριστερά ένας καφές στάθηκε αρκετός για να αναζωπυρώσει τη συζήτηση περί συνεργασιών.

Η συνάντηση στο Φίλιον έφερε στο προσκήνιο νέα σενάρια προσέγγισης ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ. Οι σχετικές ερμηνείες, ωστόσο, διαψεύστηκαν από τον Κώστα Τσουκαλά και τον εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργο Μελίδη. Συνεπώς, δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη πολιτική συμφωνία πίσω από τη συνάντηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπόθεση στερείται πολιτικού ενδιαφέροντος. Η συζήτηση για τις σχέσεις των κομμάτων της Κεντροαριστεράς παραμένει ενεργή, καθώς οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν κατακερματισμό του χώρου και ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στην αυτονομία του, ο Τσίπρας επιχειρεί να διευρύνει τη δική του επιρροή και ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί πολιτικό χώρο ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Το πρόβλημα για όλους είναι ότι τα σενάρια συνεργασίας προηγούνται συχνά των προγραμματικών συγκλίσεων. Και χωρίς κοινές πολιτικές θέσεις, ακόμη και οι πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις παραμένουν απλώς συναντήσεις.

@ Στο Ριάντ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε μια ακόμη διάσταση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Στη συνάντησή του με τον Μοχάμαντ μπιν Σαλμάν, η Ελλάδα ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα για παραμονή της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, όπου συμβάλλει στην προστασία κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Η επίσκεψη δεν περιορίστηκε στη στρατιωτική συνεργασία. Στην ατζέντα βρέθηκαν η ενέργεια, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και το σχέδιο East to Med Data Corridor, το οποίο φιλοδοξεί να συνδέσει την Ευρώπη με την Ασία μέσω Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας.

Εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πολιτική αντίθεση. Την ώρα που στην Αθήνα η κυβέρνηση δέχεται πιέσεις για το τουρκολιβυκό, ο πρωθυπουργός επιδιώκει να ενισχύσει το διεθνές αποτύπωμα της χώρας με συνεργασίες σε άμυνα, ενέργεια και τεχνολογία. Το ταξίδι έχει συγκεκριμένο διπλωματικό περιεχόμενο. Το οικονομικό του αποτέλεσμα θα κριθεί από την πρόοδο των κοινών έργων.

@ Στο οικονομικό επιτελείο, η διατήρηση της αξιολόγησης BBB από τη Standard & Poor’s προσφέρει ένα θετικό στοιχείο για την πορεία των δημόσιων οικονομικών. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας. Η καθημερινότητα, όμως, εξακολουθεί να θέτει διαφορετικές απαιτήσεις.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχει καταγράψει ανάπτυξη 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι να κατευθύνονται σε παρεμβάσεις που ενισχύουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.

Αυτή είναι η ουσία της οικονομικής συζήτησης. Οι καλύτεροι δημοσιονομικοί δείκτες αποτελούν σημαντική προϋπόθεση, αλλά η πολιτική τους αξία μεγαλώνει όταν συνοδεύονται από παραγωγικές επενδύσεις, περισσότερες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.

@ Και μια τελευταία παρατήρηση για την ακρίβεια, εκεί όπου η κυβερνητική πολιτική δοκιμάζεται καθημερινά.

Η λειτουργία «Ψάξε μου Φθηνότερα» της επίσημης πλατφόρμας PosoKanei.gov.gr επιτρέπει τη σύγκριση τιμών μεταξύ έντεκα αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Είναι ένα χρήσιμο εργαλείο ενημέρωσης του καταναλωτή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ακόμη και μικρές διαφορές στις τιμές επηρεάζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η ψηφιακή σύγκριση, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της λύση της ακρίβειας. Μπορεί να βοηθήσει τον πολίτη να επιλέξει οικονομικότερα προϊόντα, αλλά δεν αντικαθιστά την ανάγκη αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ελέγχων στην αγορά και ενίσχυσης των πραγματικών εισοδημάτων.

Και αυτό είναι το σημείο όπου συναντώνται όλα τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα της περιόδου. Το Μαξίμου έχει να επιδείξει διεθνείς συνεργασίες και δημοσιονομικές επιδόσεις. Η αντιπολίτευση επιδιώκει να αναδείξει τις αδυναμίες της κυβερνητικής πολιτικής. Οι πολίτες, όμως, θα αξιολογήσουν και τις δύο πλευρές από τα αποτελέσματα στην καθημερινή τους ζωή.