Την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα «BBB», με σταθερές προοπτικές, διατηρεί η Fitch Ratings, αναγνωρίζοντας τη σημαντική πρόοδο στη δημοσιονομική εξυγίανση, την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Ο διεθνής οίκος εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει κοντά στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030, επισημαίνοντας ωστόσο ότι παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών με αντίστοιχη αξιολόγηση. Παράλληλα, προειδοποιεί για τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, τις εξωτερικές ανισορροπίες και τους κινδύνους που θα μπορούσαν να ανακόψουν τη θετική πορεία της οικονομίας.
Η Fitch επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έχει πραγματοποιήσει ουσιαστική δημοσιονομική και μακροοικονομική προσαρμογή τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τα θεμελιώδη μεγέθη της και βελτιώνοντας την πιστοληπτική της εικόνα. Στα βασικά πλεονεκτήματα της χώρας περιλαμβάνονται το κατά κεφαλήν εισόδημα, το οποίο υπερβαίνει τον μέσο όρο των κρατών της κατηγορίας «BBB», οι σχετικά υψηλοί δείκτες διακυβέρνησης και το αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο που προσφέρει η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.
Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις μακροχρόνιες συνέπειες της κρίσης δημόσιου χρέους, η οποία προκάλεσε σημαντική απώλεια οικονομικής παραγωγής και επιβάρυνε την παραγωγική της βάση. Το υψηλό δημόσιο χρέος, οι επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις που συνδέονται με τον τραπεζικό τομέα αποτελούν, σύμφωνα με τον οίκο, βασικούς περιοριστικούς παράγοντες για την περαιτέρω βελτίωση της αξιολόγησης.
Η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμούς ανάπτυξης ελαφρώς υψηλότερους του 2% κατά την περίοδο 2023-2025, επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα απέναντι στις γεωπολιτικές εντάσεις, τις αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο και τις διακυμάνσεις των ενεργειακών τιμών. Για το 2026, η Fitch αναμένει επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν, που έχει ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και την αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Ωστόσο, ο οίκος εκτιμά ότι η εγχώρια οικονομία θα συνεχίσει να επωφελείται από την επενδυτική ώθηση του ευρωπαϊκού προγράμματος NextGenerationEU, το οποίο βρίσκεται στην τελευταία χρονιά υλοποίησής του. Οι επενδύσεις, η ενίσχυση της απασχόλησης, η σταδιακή βελτίωση των οικονομικών συνθηκών των νοικοκυριών και η εγχώρια κατανάλωση αναμένεται να αποτελέσουν τους βασικούς μοχλούς της οικονομικής δραστηριότητας.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η Fitch τοποθετεί τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας κοντά στο 2%, προβλέποντας σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων με εκείνα των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης. Η διατήρηση αυτής της δυναμικής θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα της οικονομίας να αυξήσει τις παραγωγικές επενδύσεις, να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να περιορίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητά της.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο οίκος στην εξέλιξη του δημόσιου χρέους, το οποίο έχει καταγράψει εντυπωσιακή αποκλιμάκωση τα τελευταία χρόνια. Ο λόγος του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ μειώθηκε κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες τη διετία 2024-2025, υποχωρώντας στο 146% του ΑΕΠ, με τη θετική εξέλιξη να αποδίδεται στην οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, το ελληνικό χρέος παραμένει περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από τον διάμεσο όρο των χωρών που αξιολογούνται στην κατηγορία «BBB», ο οποίος διαμορφώνεται στο 58% του ΑΕΠ. Η διαφορά αυτή εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που περιορίζουν την πιστοληπτική βαθμολογία της χώρας.
Στο βασικό σενάριο της Fitch, η καθοδική πορεία του χρέους αναμένεται να συνεχιστεί με σχετικά ταχύ ρυθμό, οδηγώντας τον σχετικό δείκτη κοντά στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030. Η πρόβλεψη στηρίζεται στη διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην ικανότητα της κυβέρνησης να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα που θα επιτρέπουν τη σταδιακή μείωση των δανειακών υποχρεώσεων.
Καθοριστικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα αποτελεί η ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους, η οποία περιορίζει την έκθεση της χώρας στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Η μέση διάρκεια αποπληρωμής ανέρχεται περίπου στα 19 χρόνια, ενώ το μέσο επιτόκιο του υφιστάμενου αποθέματος χρέους διαμορφώνεται κοντά στο 1,5%, σημαντικά χαμηλότερα από τον εκτιμώμενο ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, ο οποίος προσεγγίζει το 4%.
Η θετική αυτή διαφορά μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και κόστους εξυπηρέτησης λειτουργεί υποστηρικτικά για τη βιωσιμότητα του χρέους, καθώς διευκολύνει τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου διατηρούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, παρέχοντας σημαντική προστασία απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις αγορές ομολόγων.
Σύμφωνα με τη Fitch, τα διαθέσιμα αυτά επιτρέπουν στην Ελλάδα να προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές διμερών δανείων και να καλύπτει τις λήξεις χρέους της επόμενης τριετίας, περιορίζοντας τις άμεσες ανάγκες αναχρηματοδότησης. Η μεγάλη μέση διάρκεια των υποχρεώσεων σημαίνει επίσης ότι η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δεν μεταφέρεται άμεσα και στο σύνολό της στο κόστος εξυπηρέτησης του υφιστάμενου χρέους.
Ωστόσο, ο διεθνής οίκος προειδοποιεί ότι η διατήρηση της θετικής δημοσιονομικής πορείας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Μια ενδεχόμενη διαρθρωτική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, η εμφάνιση σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων ή μια παρατεταμένη περίοδος ασθενέστερης ανάπτυξης θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την αποκλιμάκωση του χρέους και να επηρεάσουν αρνητικά την πιστοληπτική αξιολόγηση.
Στους κινδύνους περιλαμβάνεται επίσης η πιθανότητα ενός ισχυρού εξωτερικού οικονομικού σοκ, το οποίο θα περιόριζε τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας και θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας και οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών συγκρούσεων στις διεθνείς τιμές αποτελούν πρόσθετες πηγές αβεβαιότητας.
Αντίθετα, η περαιτέρω ουσιαστική μείωση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και την ενίσχυση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης, θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για θετική πιστοληπτική εξέλιξη. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αύξηση των επενδύσεων και στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η αξιολόγηση της Ελλάδας πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσιονομικές προοπτικές των ευρωπαϊκών οικονομιών εμφανίζουν ολοένα μεγαλύτερες αποκλίσεις. Η Fitch εκτιμά ότι η εξέλιξη του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ θα συνεχίσει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες δημοσιονομικές πιέσεις.
Για την περίοδο 2026-2028, ο οίκος προβλέπει αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε 12 χώρες της Ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Γερμανία, ενώ σε εννέα χώρες αναμένει σταθεροποίηση ή αποκλιμάκωση. Έως το τέλος του 2028, έξι χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, εκτιμάται ότι θα εμφανίζουν δημόσιο χρέος υψηλότερο του 90% του ΑΕΠ, την ώρα που περίπου οι μισές οικονομίες της Ευρωζώνης θα διατηρούν τον αντίστοιχο δείκτη κάτω από το 60%.
Οι πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς εντείνονται λόγω της αύξησης των ενεργειακών επιδοτήσεων, της ενίσχυσης των αμυντικών δαπανών, της σταδιακής ανόδου του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και των αυξημένων δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Για τη Γερμανία, η Fitch προβλέπει διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος, καθώς αυξάνονται οι δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άμυνα.
Στον αντίποδα, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Πορτογαλία αναμένεται να συνεχίσουν να εμφανίζουν συγκριτικά καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση που έχουν καταγράψει τα τελευταία χρόνια οικονομίες οι οποίες στο παρελθόν αντιμετώπισαν σοβαρές δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές πιέσεις.
Η Fitch επισημαίνει ακόμη ότι η απότομη άνοδος των αποδόσεων των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων μετά την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν ενδέχεται να υπερεκτιμά τον άμεσο αντίκτυπο στους κρατικούς προϋπολογισμούς, δεδομένου ότι οι περισσότερες χώρες διαθέτουν σχετικά μεγάλη μέση διάρκεια δημόσιου χρέους. Παρ' όλα αυτά, η παρατεταμένη διατήρηση υψηλών αποδόσεων μπορεί να αυξήσει σταδιακά το κόστος αναχρηματοδότησης και να περιορίσει τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Γαλλία, όπου η διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων έναντι των γερμανικών ομολόγων συνδέεται με την ασθενέστερη δημοσιονομική θέση της χώρας και την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των εκλογών του 2027.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική δραστηριότητα, η Fitch έχει αναθεωρήσει ανοδικά την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης το 2026, μετά τις καλύτερες των αναμενόμενων επιδόσεις του δεύτερου τριμήνου. Η κατανάλωση εμφανίζεται σχετικά ανθεκτική παρά το ενεργειακό σοκ, ενώ η Γερμανία έχει επωφεληθεί από την εξωτερική ζήτηση που συνδέεται με τις μεταβολές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει ξεπεράσει το 3%, με τον οίκο να αναμένει περαιτέρω ενίσχυσή του τους επόμενους μήνες. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, τις επιχειρηματικές επενδύσεις και τη δημοσιονομική διαχείριση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Στο πεδίο των πιστοληπτικών αξιολογήσεων, οι περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης διατηρούν σταθερές προοπτικές τον Οκτώβριο του 2026. Η Πορτογαλία αναβαθμίστηκε τον Σεπτέμβριο στη βαθμίδα «A+» με σταθερό outlook, ενώ η Κύπρος αποτελεί τη μοναδική χώρα της περιοχής με θετικές προοπτικές, χωρίς να καταγράφεται χώρα με αρνητικό outlook.
Για την Ελλάδα, η διατήρηση της βαθμίδας «BBB» αντανακλά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη δημοσιονομική σταθεροποίηση και στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, αλλά και την ανάγκη συνέχισης της προσπάθειας για ισχυρότερη και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Η πορεία του χρέους προς το 120% του ΑΕΠ έως το 2030, η διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων και η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν τα περιθώρια μιας νέας αναβάθμισης από τη Fitch.


