Η στάση των Αλβανών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους - Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου - Οι παράλογες ιταλικές απαιτήσεις, η στάση Βενιζέλου και Κωνσταντίνου και τα γεγονότα ως το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας
Η ίδρυση του αλβανικού κράτους το 1912 κρύβει πολλά άγνωστα στοιχεία. Λίγο πολύ είναι γνωστή η διάθεση των Ιταλών και των Αυστριακών (Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας) να εμποδίσουν την εδαφική επέκταση της Ελλάδας και της Σερβίας. Ιταλικά τηλεγραφήματα του 1914 αποκαλύπτουν τη δόλια στάση των Ιταλών. Θα παραθέσουμε μερικά από αυτά στο τέλος του άρθρου (σ.σ. στο Β' μέρος), έχουμε όμως στη διάθεσή μας δεκάδες ακόμα.
Ας δούμε όλο το ιστορικό των γεγονότων από τους Βαλκανικούς Πολέμους ως το 1914 και στο τέλος του άρθρου θα παραθέσουμε, ενδεικτικά, μερικά ιταλικά τηλεγραφήματα από το 1914. Να επισημάνουμε απλά ότι το ιταλικό ενδιαφέρον για την Αλβανία δεν προέκυψε ξαφνικά το 1910. Χρονολογείται από τη δεκαετία του 1860 (!). Έχουμε σχετικό υλικό στη διάθεσή μας, το οποίο θα παρουσιάσουμε σε επόμενα άρθρα.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η Αλβανία

Αυτό προφανώς ενόχλησε τη Βιέννη που ενημέρωσε τους Γερμανούς συμμάχους της ότι έβλεπε θετικά τη δημιουργία μιας εκτεταμένης αλβανικής κρατικής οντότητας, που θα δρούσε ως ανάχωμα στον σερβικό μεγαλοϊδεατισμό. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ αποδοκίμασε την πολιτική αυτή, όπως προκύπτει από τηλεγράφημά του προς τον Υπουργό Εξωτερικών του Ράιχ Alfred von Kiderlen-Warchter (ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1912) και δήλωσε ότι η Γερμανία δεν επρόκειτο να εμπλακεί σε πόλεμο για την υπόθεση αυτή.
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Βορείου Ηπείρου
Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση της πρωτεύουσας της Ηπείρου όμως, στις 5/18 Μαρτίου 1913 δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, έναν περιθωριακό τύπο που αυτοκτόνησε (;), πηδώντας από το παράθυρο του Τμήματος Χωροφυλακής όπου ανακρινόταν. Οι πραγματικές αιτίες της δολοφονίας του λαοφιλούς Γεωργίου παραμένουν άγνωστες. Φαίνεται όμως, ότι σταδιακά άρχισε στην Ευρώπη να αλλάζει το κλίμα για την Ελλάδα, καθώς ο Κωνσταντίνος που διαδέχθηκε τον πατέρα του είχε τη φήμη του γερμανόφιλου...

Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτες φήμες περί μη απόδοσης της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα. Αυτό το γεγονός ώθησε την Επιτροπή Εθνικής Αμύνης της Κορυτσάς να στείλει υπόμνημα στον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών και τα άλλα μέλη της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης, με το οποίο ζητούσε την ένωσή της με την Ελλάδα ως αυτονόητη.
Ο Κωνσταντίνος Α΄, αμέσως μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ξεκίνησε την αναδιοργάνωση της Στρατιάς Ηπείρου. Συγκροτήθηκε η IX (9η) Μεραρχία από διάφορα ανεξάρτητα τμήματα, η οποία αποτέλεσε, μαζί με τη θρυλική VIII (8η) Μεραρχία, το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου. Αυτή ανέλαβε το έργο της εκκαθάρισης της περιοχής από τις εχθρικές δυνάμεις (Τούρκων και Αλβανών).

Σταδιακά, τα ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ηπείρου, συγκεκριμένα: το Λεσκοβίκι, την Πρεμετή, την Κλεισούρα, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, το Δέλβινο και το Τεπελένι. Η Χιμάρα είχε απελευθερωθεί από Έλληνες εθελοντές (1800 Χιμαριώτες και 200 Κρητικούς, παρόντες και στον Αγώνα της Βορείου Ηπείρου, που έφτασαν στην πόλη με το ατμόπλοιο « Αχελώος», ξεκινώντας από την Κόπραινα Άρτας), στις αρχές Δεκεμβρίου 1912. Επικεφαλής όλων, ο θρυλικός Σπύρος Σπυρομήλιος, που και αυτός είχε πάρει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Εκτός απ’ τη Χιμάρα, οι ελληνικές δυνάμεις απελευθέρωσαν και τα γειτονικά χωριά Βούνο (απ’ όπου κατάγεται ο Έντι Ράμα), Κηπαρό, Πόρτο Παλέρμο, Πηλιούρι και Κούδεσι. Αλβανικά ένοπλα τμήματα συγκρούστηκαν με τους Έλληνες επανειλημμένα, με πιο σκληρή τη μάχη στο Κούτσι. Ωστόσο μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1912 η ελληνική κυριαρχία είχε εδραιωθεί σε όλη την περιοχή γύρω από τη Χιμάρα. Ο Σπυρομήλιος διατάχθηκε να φύγει, ωστόσο παρέμεινε στη Βόρεια Ήπειρο.
Η ιταλική παρέμβαση και τα ιταμά λόγια για την Ελλάδα
Ενώ οι ελληνικές δυνάμεις ετοιμάζονταν να απελευθερώσουν και το στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Αυλώνας, οι Ιταλοί αντέδρασαν με οργή και ο Βενιζέλος υποσχέθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γίνει. Ο Κωνσταντίνος διαμαρτυρήθηκε έντονα. Εκεί παρατηρούνται τα πρώτα σοβαρά σημάδια του, μετέπειτα, Εθνικού Διχασμού. Λίγο μετά, η Ρώμη ζήτησαν το εξωφρενικό, να αποσυρθεί ο ελληνικός στρατός από το Αργυρόκαστρο, για να διασφαλιστεί πλήρως η Αυλώνα! Υποστήριζαν μάλιστα, ότι η ελληνική κυριαρχία δεν έπρεπε να επεκταθεί πέρα από τη Σαγιάδα. Αυτό ήταν αναμενόμενο. Η Ιταλία και η Αυστρία είχαν δεσμευθεί (31/12/1912) για τη δημιουργία ανεξάρτητης και όσο το δυνατόν εδαφικά διευρυμένης Αλβανίας. (E. Driault, «Η Ελλάδα και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος από το κίνημα των Νεότουρκων, 1908, μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάνης, 1923).

Η δέσμευση επικυρώθηκε αργότερα με τη Συνθήκη της Ρώμης (8 Μαΐου 1913). Ωστόσο, η πολιτική αυτή συνάντησε πολλές αντιδράσεις. Ο Βρετανός πρεσβευτής στο Βελιγράδι Ralph Paget έγραψε προς τον προϊστάμενό του Υπουργό: «... (οι Αλβανοί) θεωρούνται ακατάλληλοι δι' αυτονομίαν», ενώ ο πρέσβης της Ρωσίας στο Παρίσι κόμης Alexandr Petrovich Izvolsky αποκάλεσε την Αλβανία "εν θέαμα δια την Ευρώπην και μίαν ανοικτήν πληγήν". Ωστόσο, η Ρώμη και η Βιέννη επέμειναν και πέτυχαν τη δημιουργία ενός αυτόνομου αλβανικού κράτους. Η Ελλάδα ήρθε σε επαφή με τη Ρώμη και την ενημέρωσε για τις προθέσεις της σχετικά με τη Βόρεια Ήπειρο, τον Ιανουάριο του 1913. Ο Βενιζέλος δεχόταν να παραχωρήσει, την Αυλώνα, αλλά να περάσει η κυριαρχία της Χιμάρας στην Ελλάδα. Αρχικά η Ιταλία συμφώνησε, αλλά στη συνέχεια άλλαξε άποψη. Το ιταλικό Επιτελείο Ναυτικού γνωμοδότησε ότι η κατοχή της Χιμάρας, θα ήταν μια δυνητική απειλή για τα στενά του Οτράντο, η ασφάλεια των οποίων ήταν ζωτικής σημασίας για την Ιταλία. Μάλιστα, κάποιοι Ιταλοί τα θεωρούσαν σπουδαιότερα από την Κυρηναϊκή.

Τον Απρίλιο του 1913, ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Μαρκήσιος Antonino Paternο-Castello di San Giuliano, απείλησε την ελληνική κυβέρνηση μέχρι και με πόλεμο για να αποτρέψει την κατοχή των Στενών της Κέρκυρας από την Ελλάδα. Τον επόμενο μήνα, με περισσή αυθάδεια είπε στον Έλληνα Επιτετραμμένο στη Ρώμη Δημήτριο Κακλαμάνο: "Η Ελλάς δέον να έχει υπ' όψιν της ότι αι δίκαιαι βλέψεις της Ιταλίας επί της Ηπείρου θα αποτελούν πάντοτε το πρόγραμμα όλων των ιταλικών κυβερνήσεων". Ο Κλεμανσό έγραψε μεταξύ άλλων στην εφημερίδα "L' Homme Libre" στις 13 Μαΐου 1913: "Εάν θέλετε να σας εκφέρω μίαν ακριβή άποψη για τη νοοτροπία των Ιταλών διπλωματών, ανατρέξατε στους εθνογραφικούς χάρτες της νοτίου Αλβανίας, οι οποίοι κυκλοφορούν στην Ιταλία. Όλοι είναι παραποιημένοι κατά βούλησιν".
Ο Κλεμανσό γράφει στη συνέχεια ότι η περιφέρεια Κορυτσάς, όπου το 50% τουλάχιστον των κατοίκων της είναι Έλληνες, παρουσιάζεται ως κατοικούμενη αποκλειστικά από Αλβανούς. Στις περιοχές των Ιωαννίνων και του Δέλβινου, όπου πάνω από 80% του πληθυσμού τους είναι Έλληνες, παρουσιάζονται μόνο σκόρπιες, εδώ κι εκεί κάποιες ελληνικές κοινότητες. Οι ίδιοι οι κάτοικοι της Ηπείρου σε υπομνήματά τους ανέφεραν ότι από τους 550.000 κατοίκους της, οι 400.000 τουλάχιστον είναι Έλληνες. Τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων στη Βόρεια Ήπειρο καταδεικνύει και η απογραφή των Ευρωπαίων που έγινε το 1914 (Β. Γεωργίου, "ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ, Η ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ").

Οι Ιταλοί όμως συνέχιζαν να είναι άκρως προκλητικοί. Ο Ιταλός ΥΠΕΞ είπε στον Κακλαμάνο, σε άλλη συζήτησή τους: "Αναγνωρίζω πως ακόμη και σήμερα το Αργυρόκαστρο και η Κορυτσά είναι ελληνικές πόλεις, αλλά τα δικαιώματα ενός μικρού λαού όπως αυτού της Ελλάδος, δεν μπορούν να υπερισχύσουν των συμφερόντων μιας Μεγάλης Δυνάμεως όπως είναι η Ιταλία" (Όλα όσα αναφέρει ο Δ. Κακλαμάνος υπάρχουν σε εκθέσεις του προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών). Από τις 2 ως τις 11 Μαΐου 1913, ο τότε Διάδοχος Γεώργιος, έγινε δεκτός με ενθουσιασμό στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου που είχαν ελευθερωθεί. Ξεκίνησε από την Κορυτσά και έφτασε στους Αγίους Σαράντα. Όχι μόνο οι Χριστιανοί, αλλά και οι Μουσουλμάνοι τον υποδέχτηκαν με εγκαρδιότητα. Του παρέδωσαν μάλιστα ένα ψήφισμα, στο οποίο ζητούσαν από τον Κωνσταντίνο και τον Βενιζέλο να διατάξουν "...τον νικητήν στρατόν να προελάσει μέχρι του ποταμού Γενούσου, του μόνου φυσικού και ιστορικού ορίου της Ηπείρου και να απελευθερώσει και εις τα μήπω καταληφθέντα εισέτι εκείνα μέρη αλυτρώτους αδελφούς μας" (Υ.Δ.Ι.Α., Περιοδεία του Διαδόχου από την Ήπειρον τον Μάιον του 1913, Α.Α.Κ. 5).
Αξιοπρόσεκτη είναι η στάση των Μουσουλμάνων της Ηπείρου, κάτι που διευκρινίζει το πραγματικό φρόνημα των κατοίκων της περιοχής. Όμως οι πληροφορίες από το Λονδίνο ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικές, καθώς αναφέρονταν σε παραχώρηση μεγάλου τμήματος της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία. Αυτό θα το αποφάσιζε μια Επιτροπή που συγκροτήθηκε γι' αυτό τον σκοπό. Παρά τα συνεχή διαβήματα των Βορειοηπειρωτών, η απόφαση ήταν οδυνηρή γι' αυτούς. Στις 17/30 Μαΐου 1913 υπογράφηκε η Συνθήκη του Λονδίνου, με την οποία τερματιζόταν ο πόλεμος μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των τεσσάρων βαλκανικών κρατών (Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και Βουλγαρίας). Οι Οθωμανοί παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα δυτικά της γραμμής Αίνου - Μηδείας. Μεγάλη κερδισμένη, η Αλβανία, οι ηγέτες της οποίας είχαν ταχθεί στο πλευρό των Οθωμανών, αλλά και πολλοί Αλβανοί πολέμησαν εναντίον των άλλων βαλκανικών λαών.
Οι μέρες του αγώνα (1913-1914)

Ο Βενιζέλος είχε παρέμβει τονίζοντας ότι δέχεται τον περιορισμό των ελληνικών συνόρων και την παραχώρηση στην Αλβανία μιας παραλιακής λωρίδας απέναντι από την Κέρκυρα, με την προϋπόθεση να παραχωρηθούν στην Ελλάδα η κοιλάδα του Δρίνου, η Πρεμετή και η Κορυτσά, μαζί με τα νησιά του Αιγαίου. Ρώμη και Βιέννη αποδέχτηκαν αρχικά αυτή την πρόταση, στη συνέχεια όμως ζήτησαν να δοθούν στην Αλβανία η Κορυτσά και το ακρωτήριο Στύλος! Στο μεταξύ, οι Βορειοηπειρώτες, Έλληνες από άλλα μέρη της χώρας, ακόμα και οι φοιτητές βομβάρδιζαν με τηλεγραφήματά τους τους Συμμάχους, ζητώντας απλά τα δίκαιά τους.
Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, η διάθεση του Κωνσταντίνου να ηγηθεί του βορειοηπειρωτικού αγώνα και οι διεθνείς αντιδράσεις

Ο Βενιζέλος απαγόρευσε τη διενέργεια συλλαλητηρίου για το βορειοηπειρωτικό στην Αθήνα. Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος ήθελε να αναλάβει τα ηνία του βορειοηπειρωτικού αγώνα (τηλεγράφημα του επιτετραμμένου της Αυστροουγγαρίας προς τους προϊσταμένους του, 2/12/1913, νέο ημερολόγιο, στο Π. Ενεπεκίδης, "Η δόξα και ο διχασμός"). Ο Κων/νος είπε σε Αυστριακό διπλωμάτη ότι επρόκειτο για σκληρή απόφαση καθώς θα εγκατέλειπε τον θρόνο και την οικογένειά του αλλά "το να σπεύσει εις βοήθειαν της Ηπείρου ανταποκρίνεται εις τα αισθήματά του και την βαθυτάτην του πεποίθησιν". Αντιδράσεις προκλήθηκαν και διεθνώς. Ο Βρετανός Συνταγματάρχης Murray, σε διάλεξή του στο Λονδίνο στις 7/1/1914 τόνισε: "...και να είχε ηττηθεί η Ελλάς δεν θα (της) επιβάλλονταν σκληρότεροι όροι για την Ήπειρο". Και οι Σέρβοι ήταν αντίθετοι όχι μόνο στη σύσταση αλβανικού κράτους, αλλά ακόμα και στην αυτονομία της Αλβανίας. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Σέρβου πρωθυπουργού Nicola Pašić στη γαλλική εφημερίδα "Le Temps".
Μιχάλης Σκούκας
Ο 65χρονος μοναχός που συνελήφθη για ξέπλυμα χρήματος στην Ταϊλάνδη
Τα ευρήματα της αστυνομίας από το σπίτι του 65χρονου μοναχού στην
Ταϊλάνδη