01 Ιουνίου 2017

PwC: Η Ελλάδα θα χρειαστεί 268 δισ. ευρώ επενδύσεις έως το 2022, αλλά... δεν θα έρθουν

Η Ελλάδα έχει μπει σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και πιστωτικής ανεπάρκειας που έχει υπονομεύσει πλήρως την ανταγωνιστικότητα και είναι εξαιρετικά πιθανό ότι η επερχόμενη ανάκαμψη θα υποφέρει από την έλλειψη χρηματοδότησης.


Αυτό επισημαίνει η PwC σε νέα της μελέτη με  τίτλο «από την ύφεση στην αναιμική ανάκαμψη», στην οποία διαπιστώνει ότι η Ελλάδα πιθανόν να έχει μια μη χρηματοδοτούμενη ανάκαμψη καθώς παρατηρείται:

  • Μείωση του ρυθμού αύξησης της διαθέσιμης πίστωσης κατά 3,5%, περίπου, τα τελευταία τρία χρόνια
  • Καθίζηση του κατασκευαστικού τομέα που προέρχεται κυρίως από την αγορά κατοικίας αφού από το 2007 έως το 2016 οι επενδύσεις σε κατοικίες σημείωσαν πτώση 96%
  • Εκτενής πιστωτική επέκταση και παράλληλα τραπεζική κρίση, η οποία μείωσε τον αριθμό των ελληνικών τραπεζών σε 18 (2007-2017), συμπίεσε το σύνολο του ενεργητικού τους και απαιτήθηκαν έλεγχοι κεφαλαίων για τη συγκράτηση της διαρροής καταθέσεων οι οποίες άγγιξαν τα €120 δισ.
  • Οικονομική συμπίεση με το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 22% (2010-2016) και κοινωνική συμπίεση με την ανεργία να βρίσκεται στο 24% του πληθυσμού.
  • Οι επενδύσεις στην Ελλάδα ιστορικά σχετίζονται με την αύξηση του ΑΕΠ και μετά το 2009 κατέρρευσαν δημιουργώντας προϋποθέσεις τεχνολογικής και ανταγωνιστικής υστέρησης.
  • Το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων (ΠΔΕ) παρέμεινε χαμηλό, λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων, ενώ οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις συνεισφέρουν λιγότερο από 10% του συνόλου των επενδύσεων.

Ελλειμμα ανταγωνιστικότητας και δυσκολίες για επενδύσεις

Σύμφωνα με τη μελέτη,  η Ελλάδα έχει πολύ σημαντικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας εξαιτίας των περιορισμένων επενδύσεων. Οι επενδυτικές ανάγκες, για την περίοδο 2017-2022, συμβατές με ταχεία οικονομική μεγέθυνση, εκτιμώνται σε περίπου €268 δισ., αλλά οι ορατές ροές χρηματοδότησης δεν επαρκούν για να τις καλύψουν. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τη χώρα σε συνδυασμό με τον εγγενή κίνδυνο της κάθε επένδυσης, ξεπερνά γενικά την αναμενόμενη απόδοση της επένδυσης μετά από φόρους.

Υπάρχουν δομικές δυσκολίες για την πραγματοποίηση συστηματικά μεγάλων επενδύσεων που συνοψίζονται στις χαμηλές αποδόσεις των επιχειρήσεων, στην ανύπαρκτη πιστωτική επέκταση, στις χαμηλές αποταμιεύσεις, στη συρρίκνωση της «μαλακής» χρηματοδότησης που προέρχεται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και στη διεύρυνση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Στη μελέτη υπογραμμίζεται η ανάγκη, να διατυπωθεί ένα νέο πλέγμα πολιτικών που θα διευκολύνει την επιτάχυνση των επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ξένα κεφάλαια είναι απίθανο να καλύψουν σημαντικό μέρος του κενού, όπως δεν έχουν κάνει μέχρι σήμερα, η δημοσιονομική κατάσταση δεν επιτρέπει τη σημαντική δημόσια χρηματοδότηση των επενδύσεων και η οποιαδήποτε αύξηση του ρυθμού επενδύσεων περνά μέσα από ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και την κινητοποίηση ελληνικών κεφαλαίων.

Οι πολιτικές αυτές, σε οκτώ άξονες, είναι εφικτές στις σημερινές δημοσιονομικές και οικονομικές συνθήκες αλλά για να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, πρέπει να σχεδιαστούν σωστά και να εφαρμοστούν με συστηματικότητα και συνέπεια:

  1. Βελτίωση εμπιστοσύνης στην πολιτική διαδικασία και στους θεσμούς
  2. ενεργή διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων
  3. επιτάχυνση των επενδύσεων σε υποδομές
  4. αναβίωση της αγοράς κατοικίας
  5. αλλαγή της αρχιτεκτονικής του τραπεζικού συστήματος
  6. κινητοποίηση θεσμικών ιδίων κεφαλαίων για τις ΜΜΕ
  7. αύξηση της «μαλακής» χρηματοδότησης
  8. σταθεροποίηση φορολογικού συστήματος

Ο Μάριος Ψάλτης, Διευθύνων Σύμβουλος της PwC Ελλάδας, σημείωσε: «Η συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους έχει οδηγήσει εκτός εικόνας την ανάγκη να αυξηθούν οι επενδύσεις ώστε να στηρίξουν την ανάπτυξη. Τα σημερινά χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης που απολαμβάνει η χώρα δεν διευκολύνουν την κινητοποίηση ελληνικών ή ξένων κεφαλαίων. Αν δεν διαμορφωθεί ένα νέο πλέγμα πολιτικών απόλυτα εστιασμένων στις επενδύσεις, η ανάκαμψη θα παραμείνει αναιμική».

«Μόνο με στοχευμένες και συνεπώς εφαρμοσμένες πολιτικές θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών, η οποία και θα αποτελέσει κινητήριο δύναμη μιας υγιούς ανάπτυξης».