21 Φεβρουαρίου 2026

Ιωάννης Καποδίστριας: Ποιος τον δολοφόνησε, το κίνητρο του δράστη και το κλίμα της εποχής


Η είδηση της δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια προκάλεσε βαθιά οδύνη στον αγροτικό πληθυσμό και στα λαϊκά στρώματα, τα οποία έβλεπαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια έναν προστάτη και αναμορφωτή

Η 27η Σεπτεμβρίου 1831 αποτελεί μία από τις πιο τραγικές ημερομηνίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Εκείνο το πρωινό, στο Ναύπλιο, δολοφονήθηκε ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους, Ιωάννης Καποδίστριας, λίγα μόλις βήματα πριν εισέλθει στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος για να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία.

Οι δράστες, μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη, πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν τον κυβερνήτη, βάζοντας βίαιο τέλος σε μια πολιτική πορεία που είχε ταυτιστεί με την προσπάθεια συγκρότησης ενός σύγχρονου, ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Η είδηση της δολοφονίας προκάλεσε βαθιά οδύνη στον αγροτικό πληθυσμό και στα λαϊκά στρώματα, τα οποία έβλεπαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια έναν προστάτη και αναμορφωτή. Αντίθετα, σε περιοχές με έντονη αντικυβερνητική στάση, όπως η Ύδρα, η είδηση αντιμετωπίστηκε με ανακούφιση και ακόμη και πανηγυρισμούς, αποκαλύπτοντας τον βαθύ πολιτικό διχασμό της εποχής.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε μια πολιτική φυσιογνωμία που ξεχώρισε για την προσωπική του στάση. Αρνήθηκε να λάβει μισθό ως κυβερνήτης, απέρριψε οικονομική ενίσχυση από τον Ρώσο Τσάρο για να μην κατηγορηθεί για μεροληψία και διέθεσε σχεδόν ολόκληρη την προσωπική του περιουσία για την ανασυγκρότηση του κράτους. Η στάση αυτή, αν και τον κατέστησε ιδιαίτερα δημοφιλή στον λαό, ενίσχυσε ταυτόχρονα τις αντιδράσεις ισχυρών πολιτικών και οικονομικών κύκλων.

Ήταν πράξη εκδίκησης ή οργανωμένη πολιτική δολοφονία;

Η επίσημη εκδοχή για χρόνια απέδιδε τη δολοφονία σε πράξη αντεκδίκησης, στο πλαίσιο των μανιάτικων εθίμων. Ωστόσο, πλήθος ιστορικών μαρτυριών αμφισβητεί αυτή την ερμηνεία. Καταθέσεις συγχρόνων του Καποδίστρια, ιστορικά αρχεία και μαρτυρίες πολιτικών προσώπων της εποχής συγκλίνουν στο ότι η δολοφονία δεν ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίου πάθους, αλλά προϊόν προετοιμασίας, με εσωτερικούς και εξωτερικούς υποκινητές. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο φάκελος της δολοφονίας στα βρετανικά αρχεία παραμένει μέχρι σήμερα απόρρητος, γεγονός που εξακολουθεί να γεννά ερωτήματα.

Ο αδελφός του κυβερνήτη, Αυγουστίνος Καποδίστριας, φέρεται να δήλωσε ξεκάθαρα ότι η ευθύνη για τη δολοφονία βαρύνει τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, κατηγορώντας τις Μεγάλες Δυνάμεις για υπονόμευση του έργου του κυβερνήτη. Παράλληλα, ο ιστορικός Παναγιώτης Χιώτης καταγράφει συνεργασίες ξένων παραγόντων με αντικαποδιστριακές ομάδες, ενώ μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι μελλοντικοί δολοφόνοι είχαν λάβει διαβεβαιώσεις προστασίας πριν από την πράξη.

Οι τελευταίες δηλώσεις των δραστών

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ένας από τους δολοφόνους, λίγο πριν υποκύψει στα τραύματά του, φέρεται να δήλωσε ότι δεν ενήργησε μόνος του, υπονοώντας ηθικούς αυτουργούς. Ο άλλος κατέφυγε αμέσως μετά τη δολοφονία σε κατοικία Γάλλου διπλωμάτη, δηλώνοντας ότι εμπιστεύεται την «τιμή της Γαλλίας», γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες περί διεθνούς εμπλοκής.

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά και αμφιλεγόμενα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας. Οι μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι επρόκειτο για πολιτική εξόντωση ενός ηγέτη που συγκρούστηκε με εσωτερικά συμφέροντα και διεθνείς ισορροπίες.