Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

05 Νοεμβρίου 2026

Financial Times: Πώς ο Τραμπ γκρέμισε όσα έχτιζε επί δέκα χρόνια - Τα πέντε λάθη που οδήγησαν στη συντριβή

Δέκα χρόνια χρειάστηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για να μεταμορφώσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, να οικοδομήσει ένα προσωπικό πολιτικό κίνημα (σ.σ. το... περίφημο M.A.G.A.) και ν' ανατρέψει τους παραδοσιακούς συσχετισμούς στην αμερικανική πολιτική.

Κι όμως, χρειάστηκαν λιγότερα από δύο χρόνια της δεύτερης προεδρικής του θητείας, για να δει μεγάλο μέρος αυτής της πολιτικής κυριαρχίας του να αμφισβητείται στις κάλπες. Η συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, με τους Δημοκρατικούς να κατακτούν και τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, συνιστά ένα από τα βαρύτερα πλήγματα της πολιτικής σταδιοδρομίας του.

Σε εκτενή ανάλυση, με τίτλο «Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ», οι Financial Times εξετάζουν το μέγεθος της ανατροπής, επισημαίνοντας ότι οι ψηφοφόροι δεν περιορίστηκαν στη συνηθισμένη αποδοκιμασία ενός κυβερνώντος κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές. Η απόρριψη επεκτάθηκε σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια και έπληξε υποψηφίους που είχαν ταυτιστεί με τον πρόεδρο.

Πίσω από το εκλογικό αποτέλεσμα, διακρίνονται πέντε καθοριστικές πολιτικές αστοχίες: η πολιτική των δασμών, η αποτυχία να αντιμετωπιστεί η αύξηση του κόστους ζωής, η εμπλοκή στον πόλεμο του Ιράν, η προσωπική παρέμβαση του Τραμπ στην επιλογή υποψηφίων και η ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην αντισυστημική ρητορική του M.A.G.A. και στην εικόνα της ίδιας της κυβέρνησης.

1. Οι δασμοί που υποτίθεται ότι θα προστάτευαν τους Αμερικανούς

Η εμπορική πολιτική υπήρξε ένα από τα θεμέλια της πολιτικής ανόδου του Τραμπ. Από την πρώτη προεκλογική εκστρατεία του, το 2016, παρουσίαζε τους δασμούς ως το βασικό εργαλείο για την επιστροφή της βιομηχανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προστασία των Αμερικανών εργαζομένων από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Στη δεύτερη θητεία του επιχείρησε να εφαρμόσει αυτή την πολιτική σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, επιβάλλοντας εμπορικούς περιορισμούς και ανατρέποντας ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί επί δεκαετίες.

Ωστόσο, το οικονομικό κόστος δεν περιορίστηκε στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Οι δασμοί επιβάρυναν επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα, αύξησαν την αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και συνέβαλαν στην ανοδική πίεση των τιμών.

Ιδιαίτερα στις αγροτικές πολιτείες, οι οποίες αποτελούν σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικανών, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις δημιούργησαν πρόσθετα προβλήματα για παραγωγούς που εξαρτώνται από τις εξαγωγές. Έτσι, μια πολιτική που είχε παρουσιαστεί ως μέσο οικονομικής προστασίας των Αμερικανών, μετατράπηκε σε πηγή πρόσθετης ανασφάλειας για αρκετούς από τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόταν.

2. Η ακρίβεια που ο Τραμπ υποτίμησε

Το δεύτερο και ενδεχομένως σημαντικότερο λάθος ήταν η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις περί οικονομικής επιτυχίας και στην πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν τα αμερικανικά νοικοκυριά.

Ο Τραμπ είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, υποσχόμενος ότι θα περιορίσει τον πληθωρισμό, θα μειώσει τις τιμές και θα αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Στην πράξη, όμως, οι καταναλωτές συνέχισαν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές σε βασικά αγαθά, αυξημένο κόστος στέγασης και πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Η δυσαρέσκεια αυτή αποδείχθηκε καθοριστική στις ενδιάμεσες εκλογές. Οι μετεκλογικές έρευνες ανέδειξαν την οικονομία ως βασική προτεραιότητα μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων, ενώ η αίσθηση ότι η κυβέρνηση δεν αντιλαμβανόταν το μέγεθος των καθημερινών δυσκολιών λειτούργησε εις βάρος των Ρεπουμπλικανών.

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την αντίθεση ανάμεσα στις δημόσιες αναφορές του Τραμπ σε ιστορικές χρηματιστηριακές επιδόσεις και στις ανησυχίες των πολιτών για το κόστος της βενζίνης, των τροφίμων και της κατοικίας. Η άνοδος της Wall Street δεν αρκούσε για να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η οικονομική τους κατάσταση βελτιωνόταν.

Για ένα πολιτικό κίνημα που είχε οικοδομήσει την ταυτότητά του πάνω στην υπεράσπιση των οικονομικά πιεσμένων Αμερικανών, αυτή η απόσταση αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμια.

3. Ο πόλεμος στο Ιράν που ανέτρεψε την υπόσχεση για ειρήνη

Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο με το Ιράν προσέθεσε μια ακόμη αντίφαση στην πολιτική φυσιογνωμία του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως ηγέτη που θα απέτρεπε νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές περιπέτειες, επικρίνοντας επανειλημμένα το κόστος προηγούμενων αμερικανικών επεμβάσεων.

Ωστόσο, η σύγκρουση με το Ιράν εξελίχθηκε σε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά προβλήματα της δεύτερης θητείας του.

Η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές, οι επιπτώσεις στη διακίνηση πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ και η άνοδος των τιμών των καυσίμων είναι στοιχεία που επηρέασαν άμεσα την αμερικανική οικονομία.

Ο πόλεμος μετατράπηκε έτσι, από ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, σε καθημερινό οικονομικό πρόβλημα για εκατομμύρια ψηφοφόρους. Το μέγεθος της πολιτικής ζημιάς αναγνώρισε και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος απέδωσε ευθέως την ήττα των Ρεπουμπλικανών στον πόλεμο.

Η σύγκρουση προκάλεσε επίσης αντιδράσεις στο εσωτερικό του M.A.G.A., όπου ένα μέρος των υποστηρικτών του Τραμπ είχε ταυτιστεί με την υπόσχεση αποφυγής νέων στρατιωτικών επεμβάσεων.

Ακόμη και αν ο Λευκός Οίκος -αλλά και ο ίδιος ο Τραμπ- εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη στρατιωτική επιχείρηση ως αναγκαία για την αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, το εκλογικό κόστος της αποδείχθηκε δύσκολο να αγνοηθεί.

4. Οι υποψήφιοι του Τραμπ και η παγίδα της προσωπικής πίστης

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της εκλογικής ήττας ήταν η αδυναμία πολλών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων να αποστασιοποιηθούν από τον πρόεδρο.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ο Τραμπ μετέτρεψε την προσωπική αφοσίωση προς τον ίδιο σε ένα από τα βασικά κριτήρια πολιτικής επιβίωσης στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η υποστήριξή του μπορούσε να καθορίσει το αποτέλεσμα εσωκομματικών αναμετρήσεων, ενώ οι πολιτικοί που τον αμφισβητούσαν αντιμετώπιζαν συχνά σοβαρές δυσκολίες στις προκριματικές εκλογές.

Η τακτική αυτή, όμως, δημιούργησε προβλήματα, όταν οι Ρεπουμπλικανοί χρειάστηκε να απευθυνθούν στο ευρύτερο εκλογικό σώμα. Σε κρίσιμες αναμετρήσεις, η στενή ταύτιση με τον Τραμπ αποτέλεσε αντικείμενο επιθέσεων από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι επιχείρησαν να μετατρέψουν την ψήφο σε δημοψήφισμα για τη δεύτερη προεδρική θητεία του.

Οι απώλειες επεκτάθηκαν ακόμη και σε πολιτείες με μακρά παράδοση στήριξης των Ρεπουμπλικανών, αποκαλύπτοντας τα όρια της εκλογικής επιρροής του προέδρου. Η πιο χαρακτηριστική αντίφαση είναι ότι, ενώ ο Τραμπ εξακολουθούσε να συγκεντρώνει χιλιάδες υποστηρικτές στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις, αυτή η κινητοποίηση δεν μεταφέρθηκε αυτομάτως στους υποψηφίους του κόμματος.

Ο ίδιος παραδέχθηκε ουσιαστικά αυτή τη δυσκολία μετά το αποτέλεσμα, υποστηρίζοντας ότι οι Ρεπουμπλικανοί δεν κατάφεραν να μετατρέψουν την προσωπική αγάπη των ψηφοφόρων προς εκείνον σε εκλογική υποστήριξη προς τους ίδιους.

Η εξέλιξη ανέδειξε ένα δομικό πρόβλημα του κινήματος M.A.G.A.: τη μεγάλη εξάρτησή του από την προσωπικότητα ενός πολιτικού που δεν μπορεί να βρίσκεται σε κάθε ψηφοδέλτιο.

5. Από την εξέγερση κατά των ελίτ στην εικόνα μιας κυβέρνησης δισεκατομμυριούχων

Το πέμπτο λάθος αφορά στην ίδια την πολιτική ταυτότητα του τραμπισμού.

Το 2016, ο Τραμπ παρουσίασε την υποψηφιότητά του ως εξέγερση απέναντι σε ένα πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, που είχε εγκαταλείψει τη μεσαία και την εργατική τάξη.

Η υπόσχεσή του ότι θα ανατρέψει το σύστημα της Ουάσινγκτον αποτέλεσε βασικό στοιχείο της εκλογικής του επιτυχίας. Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της κυβέρνησής του ήταν διαφορετική.

Οι στενές σχέσεις με μεγάλους επιχειρηματίες, οι δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ, ιδιαίτερα στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, και οι καταγγελίες για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων δημιούργησαν ερωτήματα για το κατά πόσον η κυβέρνηση υπηρετούσε πράγματι τους πολίτες που είχε υποσχεθεί να προστατεύσει.

Οι καταγγελίες ότι ο Τραμπ και το οικογενειακό του περιβάλλον φέρονται να έχουν αποκομίσει σημαντικά οικονομικά οφέλη από επιχειρηματικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα σε μια περίοδο, κατά την οποία εκατομμύρια Αμερικανοί αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

Παράλληλα, τα μεγάλα κατασκευαστικά σχέδια του Τραμπ στην Ουάσινγκτον, συμπεριλαμβανομένης της νέας αίθουσας δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο, προσέφεραν στους αντιπάλους του ένα συμβολικό επιχείρημα για την απόσταση ανάμεσα στις προτεραιότητες της προεδρίας και στις ανάγκες των νοικοκυριών.

Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά η προσωπική περιουσία του Τραμπ. Είναι η αντίφαση ανάμεσα σε ένα κίνημα που υποσχέθηκε να περιορίσει την επιρροή των οικονομικών ελίτ και σε μια κυβερνητική πολιτική, που κατηγορείται ότι ευνοεί συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η εκλογική ήττα αποκάλυψε τις ρωγμές στο οικοδόμημα του 2016

Οι πέντε αυτές αστοχίες συνδέονται με ένα ευρύτερο πολιτικό πρόβλημα: την αποδυνάμωση της κοινωνικής συμμαχίας που επέτρεψε στον Τραμπ να επικρατήσει στις προεδρικές εκλογές του 2016 και να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο το 2024.

Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπό την ηγεσία του είχε καταφέρει να προσελκύσει ψηφοφόρους που παραδοσιακά δεν αποτελούσαν μέρος της σταθερής του εκλογικής βάσης.

Εργαζόμενοι χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, κάτοικοι βιομηχανικών περιοχών, τμήματα της ισπανόφωνης κοινότητας και νεότεροι ψηφοφόροι είχαν συμβάλει στην πολιτική του ενίσχυση.

Η οικονομική δυσφορία και οι πολιτικές επιλογές της δεύτερης θητείας φαίνεται ότι επηρέασαν αρνητικά τη συνοχή αυτού του συνασπισμού.

Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες εγκαταλείπουν οριστικά τους Ρεπουμπλικανούς. Καταδεικνύει, όμως, ότι η προσωπική απήχηση του Τραμπ δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει σταθερές εκλογικές πλειοψηφίες.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η ήττα σημειώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος είχε ήδη εδραιώσει τον έλεγχό του στο κόμμα, περιορίζοντας σημαντικά την επιρροή των παραδοσιακών εσωκομματικών αντιπάλων του.

Έτσι, οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσουν να ταυτίζονται πλήρως με τον Τραμπ ή να επιχειρήσουν τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Η επόμενη διετία

Η απώλεια του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα του Τραμπ να προωθήσει τη νομοθετική του ατζέντα.

Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να μπλοκάρουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες, να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να προχωρήσουν σε έρευνες για αποφάσεις και δραστηριότητες της κυβέρνησης.

Ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει σημαντικές προεδρικές εξουσίες, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική, καθώς και το δικαίωμα του βέτο. Ωστόσο, η δυνατότητά του να επιβάλει μονομερώς τις προτεραιότητές του στο Κογκρέσο θα είναι πλέον πολύ πιο περιορισμένη.

Για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο Τραμπ παραμένει το κυρίαρχο πρόσωπο του M.A.G.A., αλλά οι συνταγματικοί περιορισμοί δεν του επιτρέπουν να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία.

Η συζήτηση για τη διαδοχή του αποκτά, συνεπώς, νέα δυναμική, με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και άλλα στελέχη να καλούνται να απαντήσουν σε ένα ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί ο τραμπισμός να διατηρήσει την εκλογική του επιρροή, χωρίς τον ίδιο τον Τραμπ;

Η ανάλυση των Financial Times αναδεικνύει το μέγεθος της πολιτικής ανατροπής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επιρροή του Τραμπ ή του κινήματός του έχει εξαφανιστεί. Η ιστορία των τελευταίων δέκα ετών έχει δείξει, άλλωστε, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα ανακάμψει από πολιτικές ήττες που θεωρούνταν καθοριστικές.

Αυτή τη φορά, όμως, η διαφορά είναι ότι η εκλογική αποδοκιμασία συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές που εφάρμοσε και με τις οικονομικές υποσχέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η άνοδός του.

Ο άνθρωπος που πριν από μία δεκαετία υποσχέθηκε να ανατρέψει το πολιτικό σύστημα της Ουάσινγκτον βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με την αντίδραση των ίδιων των ψηφοφόρων που είχε πείσει ότι μπορούσε να το αλλάξει...

Εκλογές ΗΠΑ: Τι είναι το Κογκρέσο, η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων – Πώς μπορούν οι Δημοκρατικοί να περιορίσουν τον Τραμπ

Η νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ αλλάζει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσινγκτον, καθώς το κόμμα αποκτά τον έλεγχο του Κογκρέσου και τη δυνατότητα να παρεμβαίνει αποφασιστικά στη νομοθετική ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ. Από την έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού και τον διορισμό ανώτατων αξιωματούχων μέχρι τη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων και τον έλεγχο της προεδρικής εξουσίας, η νέα σύνθεση του αμερικανικού νομοθετικού σώματος μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το υπόλοιπο της θητείας του.

Όπως εξηγεί το φινλανδικό δημόσιο δίκτυο Yle, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα διαφέρει από εκείνο πολλών ευρωπαϊκών χωρών, καθώς το Κογκρέσο αποτελείται από δύο ξεχωριστά νομοθετικά σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, τα οποία διαθέτουν διαφορετικές αρμοδιότητες.

Τι είναι το Κογκρέσο και πώς λειτουργεί

Το Κογκρέσο αποτελεί το ομοσπονδιακό νομοθετικό σώμα των Ηνωμένων Πολιτειών και χωρίζεται σε δύο σώματα.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων εκπροσωπεί τις πολιτείες ανάλογα με τον πληθυσμό τους, ενώ στη Γερουσία κάθε πολιτεία διαθέτει τον ίδιο αριθμό εκπροσώπων.

Κάθε μέλος του Κογκρέσου μπορεί να καταθέσει νομοσχέδια, τα οποία εξετάζονται από τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές προτού οδηγηθούν σε ψηφοφορία.

Για να εγκριθεί ένας νόμος, πρέπει να υπερψηφιστεί με το ίδιο περιεχόμενο και από τα δύο σώματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται απλή πλειοψηφία, αν και στη Γερουσία ισχύουν ειδικοί διαδικαστικοί κανόνες που μπορούν να απαιτήσουν ευρύτερη συναίνεση.

Βουλή των Αντιπροσώπων: 435 μέλη και καθοριστικός ρόλος στον προϋπολογισμό

Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελείται από 435 εκλεγμένα μέλη, με κάθε πολιτεία να διαθέτει αριθμό εδρών ανάλογο με τον πληθυσμό της.

Οι εκλογές διεξάγονται κάθε δύο χρόνια και η θητεία των βουλευτών διαρκεί επίσης δύο χρόνια, χωρίς περιορισμό στον αριθμό των επανεκλογών τους.

Μία από τις σημαντικότερες αρμοδιότητές της αφορά τα δημόσια οικονομικά.

Η Βουλή έχει κεντρικό ρόλο στη διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης των ομοσπονδιακών δαπανών, ενώ τα νομοσχέδια για την επιβολή φόρων πρέπει να ξεκινούν από αυτήν.

Αυτό σημαίνει ότι μια πλειοψηφία των Δημοκρατικών μπορεί να δυσκολέψει τη χρηματοδότηση κυβερνητικών πρωτοβουλιών με τις οποίες διαφωνεί.

Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Γερουσία: 100 μέλη που εγκρίνουν διορισμούς και διεθνείς συνθήκες

Η Γερουσία αποτελείται από 100 μέλη, καθώς καθεμία από τις 50 αμερικανικές πολιτείες εκλέγει δύο γερουσιαστές.

Η θητεία τους διαρκεί έξι χρόνια, ενώ περίπου το ένα τρίτο των εδρών ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια.

Σε αντίθεση με τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η Γερουσία έχει ιδιαίτερα σημαντικές αρμοδιότητες στον έλεγχο των προεδρικών διορισμών.

Μεταξύ άλλων, καλείται να εγκρίνει υπουργούς, ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους, ομοσπονδιακούς δικαστές και πρεσβευτές.

Παράλληλα, έχει αρμοδιότητα να εγκρίνει διεθνείς συνθήκες που διαπραγματεύεται ο πρόεδρος, με την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία.

Με τους Δημοκρατικούς να αποκτούν την πλειοψηφία στη Γερουσία, ο Τραμπ μπορεί πλέον να αντιμετωπίσει σημαντικά εμπόδια στους διορισμούς και στις διεθνείς συμφωνίες που επιδιώκει.

Μπορούν οι Δημοκρατικοί να εμποδίσουν τον πόλεμο στο Ιράν;

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά τη δυνατότητα του Κογκρέσου να επηρεάσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρότι ο πρόεδρος έχει σημαντικές εξουσίες ως αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, το Κογκρέσο διαθέτει την αρμοδιότητα κήρυξης πολέμου και ασκεί καθοριστικό έλεγχο στη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Μιλώντας στο φινλανδικό Yle, η καθηγήτρια Βορειοαμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Τούρκου, Μπενίτα Χεϊσκάνεν, εξήγησε ότι η εξουσία επί του προϋπολογισμού δίνει στη Βουλή των Αντιπροσώπων σημαντική επιρροή ακόμη και στην εξωτερική πολιτική.

Όπως επισήμανε, εάν το Κογκρέσο αποφασίσει να μη διαθέσει χρηματοδότηση για τον πόλεμο στο Ιράν, αυτό μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στη συνέχιση των επιχειρήσεων.

Η καθηγήτρια υπενθύμισε επίσης ότι το Κογκρέσο έχει συνταγματικό ρόλο στις αποφάσεις για την εμπλοκή των ΗΠΑ σε πολέμους.

Η προηγούμενη πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών δεν χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες εξουσίες για να αντιταχθεί στις αποφάσεις του Τραμπ.

Η νέα πολιτική κατάσταση δημιουργεί διαφορετικές προϋποθέσεις, ιδιαίτερα καθώς οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη θέσει τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων τους.

Τι συμβαίνει όταν ο Τραμπ αρνείται να υπογράψει έναν νόμο;

Για να τεθεί σε ισχύ ένα νομοσχέδιο, αφού εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, αποστέλλεται στον πρόεδρο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να το υπογράψει ή να ασκήσει βέτο.

Εάν δεν προβεί σε καμία ενέργεια μέσα σε δέκα ημέρες, εξαιρουμένων των Κυριακών, το νομοσχέδιο μπορεί να γίνει νόμος χωρίς την υπογραφή του, εφόσον το Κογκρέσο δεν έχει διακόψει τις εργασίες του με τρόπο που να εμποδίζει την επιστροφή του.

Ωστόσο, το προεδρικό βέτο δεν είναι απόλυτο.

Το Κογκρέσο μπορεί να το παρακάμψει, εφόσον το νομοσχέδιο εγκριθεί εκ νέου με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.

Η διαδικασία αυτή απαιτεί συνήθως ευρύτερη διακομματική συνεργασία.

Με δεδομένη τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου, ο Τραμπ δεν θα μπορεί να εξασφαλίζει την έγκριση της νομοθετικής του ατζέντας χωρίς συνεννόηση με τους Δημοκρατικούς.

Μπορεί το Κογκρέσο να ξεκινήσει διαδικασία καθαίρεσης του προέδρου;

Το αμερικανικό Σύνταγμα προβλέπει τη δυνατότητα παραπομπής του προέδρου για σοβαρά αδικήματα μέσω της διαδικασίας που είναι γνωστή ως impeachment.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί, με απλή πλειοψηφία, να εγκρίνει κατηγορίες κατά του προέδρου.

Εάν συμβεί αυτό, η υπόθεση μεταφέρεται στη Γερουσία, η οποία αναλαμβάνει τη διεξαγωγή της δίκης.

Για την καταδίκη και την απομάκρυνση του προέδρου από το αξίωμα απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Όπως υπενθυμίζει η Μπενίτα Χεϊσκάνεν, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παραπεμφθεί δύο φορές κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, αλλά αθωώθηκε και στις δύο περιπτώσεις από τη Γερουσία, όπου τότε την πλειοψηφία είχαν οι Ρεπουμπλικανοί.

Ποιες εξουσίες εξακολουθεί να διατηρεί ο Τραμπ;

Παρά την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές προεδρικές αρμοδιότητες.

Μπορεί να εκδίδει εκτελεστικά διατάγματα για τη λειτουργία των ομοσπονδιακών υπηρεσιών και την εφαρμογή πολιτικών που δεν απαιτούν νέα νομοθεσία.

Τα διατάγματα αυτά, ωστόσο, υπόκεινται σε συνταγματικούς και νομικούς περιορισμούς, μπορούν να αμφισβητηθούν δικαστικά και ενδέχεται να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν από μελλοντικές κυβερνήσεις.

Ο πρόεδρος διατηρεί επίσης κεντρικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική, στη διπλωματία και στη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ως αρχηγός των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί, εντός των προβλεπόμενων νομικών ορίων, να διατάσσει στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Παράλληλα, εξακολουθεί να ασκεί σημαντικές αρμοδιότητες στην εμπορική πολιτική, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων για δασμούς, στον βαθμό που αυτές επιτρέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

Η μεγάλη αλλαγή μετά τις ενδιάμεσες εκλογές είναι ότι ο Λευκός Οίκος θα πρέπει πλέον να συνυπολογίζει ένα Κογκρέσο με ισχυρή δυνατότητα ελέγχου, το οποίο μπορεί να μπλοκάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να περιορίσει τη χρηματοδότηση κυβερνητικών πολιτικών και να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στον Αμερικανό πρόεδρο.

Κατερίνα Χαμαλέλη
enikos.gr

04 Νοεμβρίου 2026

Ψάχνει σε ποιον να... φορτώσει την εκλογική πανωλεθρία ο Τραμπ: Φουντώνουν οι φήμες για καρατόμηση του Χέγκσεθ


Το ενδεχόμενο αντικατάστασης του υπουργού Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, φέρεται να εξετάζει ο Ντόναλντ Τραμπ, στον απόηχο της βαριάς ήττας των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης, που έδωσαν στους Δημοκρατικούς την πλειοψηφία τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες του CBS News, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αρχίσει να συζητά με συνεργάτες και συμβούλους του το κατά πόσον ο πολιτικός επικεφαλής του Πενταγώνου πρέπει να παραμείνει στη θέση του, ενώ μεταξύ των πιθανών αντικαταστατών του ακούγεται ήδη το όνομα του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις.

Παρά τις διεργασίες, πηγές διευκρινίζουν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για την αντικατάστασή του. Στο παρασκήνιο έχει αρχίσει να συζητείται το ενδεχόμενο ανάληψης του υπουργείου από τον κυβερνήτη της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις.

Σύμφωνα με μία από τις πηγές του αμερικανικού δικτύου, ο ΝτεΣάντις θα μπορούσε να περάσει από τη διαδικασία έγκρισης της υποψηφιότητάς του στη Γερουσία κατά τη μεταβατική περίοδο πριν την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο και στη συνέχεια να αναλάβει το υπουργείο, όταν ολοκληρωθεί η θητεία του ως κυβερνήτη, στις 5 Ιανουαρίου.

Η συγκεκριμένη επιλογή, πάντως, παραμένει σε επίπεδο σεναρίων, χωρίς να υπάρχει επίσημη ανακοίνωση ή επιβεβαίωση ότι ο Τραμπ έχει καταλήξει σε υποψήφιο διάδοχο. Παράλληλα, ορισμένοι συνεργάτες του Λευκού Οίκου εκτιμούν ότι μέρος της ευθύνης για τις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών ενδέχεται να αποδοθεί και σε άλλους ανώτατους στρατιωτικούς αξιωματούχους.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (CENTCOM), και ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην παροχή στρατιωτικών εισηγήσεων για τον πόλεμο στο Ιράν.

Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών έχει ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση στο εσωτερικό της κυβέρνησης για το πολιτικό κόστος της στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν. Οι μετεκλογικές έρευνες έδειξαν ότι η σύγκρουση λειτούργησε ως σημαντικός παράγοντας αποδυνάμωσης της εκλογικής απήχησης των Ρεπουμπλικανών, ενισχύοντας τις πιέσεις προς τον Λευκό Οίκο για αλλαγή πορείας.

Ο Χέγκσεθ υπήρξε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της στρατιωτικής πολιτικής της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ. Κατά τη διάρκεια της θητείας του προώθησε εκτεταμένες αλλαγές στις Ένοπλες Δυνάμεις, από στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου έως την απομάκρυνση δεκάδων ανώτατων αξιωματικών.

Παράλληλα, υποστήριξε αμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες για τη φυσική κατάσταση και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των στρατιωτικών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φυσική αντοχή, στα πρότυπα σωματικής καταλληλότητας και στα επίπεδα τεστοστερόνης.

Ωστόσο, η πολιτική αυτή δεν απέτρεψε τη μεγάλη εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών, ενώ ορισμένοι επικριτές του υπουργού υποστηρίζουν ότι παρουσίαζε στον πρόεδρο μια υπερβολικά αισιόδοξη εικόνα για την εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν.

Ρεπουμπλικανοί ζητούν την απομάκρυνσή του

Η θέση του Χέγκσεθ δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο από τις αντιδράσεις που εκδηλώνονται στο Κογκρέσο, με ορισμένους Ρεπουμπλικανούς να αμφισβητούν ανοιχτά την παραμονή του στο Πεντάγωνο. Ο γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας, Τομ Τίλις, ήταν ξεκάθαρος, λέγοντας ότι ο υπουργός Πολέμου βρίσκεται αντιμέτωπος με μια περίοδο κατά την οποία θα κληθεί να λογοδοτήσει για τις αποφάσεις του.

«Ο Χέγκσεθ θα κληθεί να λογοδοτήσει. Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έχουμε τη χρηματοδότηση ή τις εγγυήσεις για την άμυνα που χρειαζόμαστε» δήλωσε στο CBS News.

Η αντιπαράθεση συνδέεται άμεσα με τη χρηματοδότηση των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς οι Δημοκρατικοί έχουν απειλήσει να μπλοκάρουν το αίτημα της κυβέρνησης για έκτακτη ενίσχυση του αμυντικού προϋπολογισμού κατά 70 δισεκατομμύρια δολάρια, το οποίο υποβλήθηκε τον Ιούνιο. Στο επίκεντρο βρίσκεται επίσης ο ετήσιος προϋπολογισμός του Πενταγώνου για το οικονομικό έτος 2027, την ώρα που οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εμπλέκονται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν.

Ο Τίλις είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επικύρωση του διορισμού του Χέγκσεθ τον Ιανουάριο του 2025, ωστόσο στη συνέχεια χαρακτήρισε την ψήφο του «τη μεγαλύτερη μεταμέλεια» της πολιτικής του σταδιοδρομίας.

Τον προηγούμενο μήνα είχε ζητήσει δημόσια από τον Τραμπ να απομακρύνει τον υπουργό Πολέμου, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση εναντίον του στο X. «Δεν έχω δει ποτέ πιο ανίκανη διοίκηση των γενναίων ανδρών και γυναικών που υπηρετούν τη χώρα μας. Φοβάται την ικανότητα και καταφεύγει στην υποδαύλιση πολιτισμικών πολέμων, αντί να ασχολείται με σοβαρότητα με το ζωτικής σημασίας έργο της εθνικής μας άμυνας και την υγεία και την ευημερία του στρατιωτικού μας προσωπικού» ανέφερε.

Μιλώντας στο CBS News, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής πρόσθεσε ότι μετά τις εκλογές πρέπει να εξεταστεί αν ο Χέγκσεθ είναι το καταλληλότερο πρόσωπο για να παρουσιάσει τις αμυντικές ανάγκες της χώρας στο Κογκρέσο. Επισήμανε, μάλιστα, ότι οι νομοθέτες διαθέτουν μόλις 60 ημέρες μέχρι την ολοκλήρωση της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου.

Ανάλογη άποψη έχει εκφράσει και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Βιρτζίνια Τιμ Κέιν, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, ο οποίος είχε δηλώσει τον Σεπτέμβριο ότι μια αλλαγή στην ηγεσία του Πενταγώνου θα μπορούσε να διευκολύνει την επίτευξη διακομματικών συμφωνιών για τις αμυντικές δαπάνες.

Αντιμέτωπος με πρόταση παραπομπής ο Χέγκσεθ

Πέρα από την πιθανότητα απομάκρυνσής του από τον Τραμπ, ο Χέγκσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος και με το ενδεχόμενο διαδικασίας παραπομπής από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Κεντάκι, Τόμας Μάσι, ο οποίος έχει έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο και ολοκληρώνει τις τελευταίες εβδομάδες της θητείας του μετά την ήττα του στις προκριματικές εκλογές, έχει καταθέσει οκτώ κατηγορίες σε βάρος του υπουργού Άμυνας από τις 15 Σεπτεμβρίου.

Ο Μάσι σχεδιάζει να επιδιώξει ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Βουλής ακόμη και από την επόμενη εβδομάδα, όταν το Κογκρέσο επιστρέψει στις εργασίες του.

Στο ψήφισμά του κατηγορεί τον Χέγκσεθ για στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν χωρίς την απαιτούμενη εξουσιοδότηση του Κογκρέσου, για τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο χωρίς συνταγματική νομιμοποίηση και για διαταγές θανάτωσης υπόπτων για διακίνηση ναρκωτικών στην Καραϊβική χωρίς προηγούμενη δικαστική διαδικασία.

«Οι συνταγματικές παραβιάσεις του υπουργού Χέγκσεθ εκτείνονται πέρα από τον παράνομο πόλεμο στο Ιράν» δήλωσε ο Μάσι και συνέχισε: «Καταχράται την εξουσία του αξιώματός του, για να αγνοεί τα ψηφίσματα του Κογκρέσου σχετικά με τις πολεμικές εξουσίες, να απαγάγει ξένους ηγέτες και να εκφοβίζει επικριτές της κυβέρνησης Τραμπ, προβαίνοντας σε αντίποινα εναντίον τους επειδή ασκούν το δικαίωμά τους στην ελευθερία του λόγου».

Παρότι οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να ελέγχουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο και μπορούν να επιχειρήσουν να θέσουν την πρόταση στο αρχείο, ο Μάσι εκτιμά ότι υπάρχουν περιθώρια υπερψήφισής της. «Υπάρχει μια αξιοπρεπής πιθανότητα να περάσει από τη Βουλή και νομίζω ότι αυτό θα αποτελούσε στίγμα στο ιστορικό του. Αν σκέφτεται να αποχωρήσει, τώρα θα ήταν μια καλή στιγμή να το κάνει» δήλωσε στην Washington Post.

Εν όψει της ανάληψης του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς τον Ιανουάριο δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την κυβέρνηση Τραμπ. Ήδη, έχουν κατατεθεί από Δημοκρατικούς προτάσεις παραπομπής όχι μόνο εναντίον του Αμερικανού προέδρου, αλλά και κατά του υπουργού Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ και της υπουργού Παιδείας, Λίντα ΜακΜάχον.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν είχαν προχωρήσει όσο η Βουλή των Αντιπροσώπων ελεγχόταν από τους Ρεπουμπλικανούς, ωστόσο αποτυπώνουν την κατεύθυνση προς την οποία προσανατολίζονται οι Δημοκρατικοί μετά την εκλογική τους επικράτηση.

Ο Άνταμ Σμιθ, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, δήλωσε στην Washington Post ότι σκοπεύει να εξετάσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, την πολιτικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων και ενδεχόμενα φαινόμενα διαφθοράς στις συμβάσεις προμηθειών του Πενταγώνου.

Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα μπορούσε επομένως να μετατρέψει τις μέχρι σήμερα πολιτικές αντιπαραθέσεις για τον Χέγκσεθ σε εκτεταμένες έρευνες, με την κυβέρνηση να βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα Κογκρέσο στο οποίο δεν θα διαθέτει την πλειοψηφία.

Παρά τις πληροφορίες για συζητήσεις σχετικά με το μέλλον του Χέγκσεθ, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι ο πρόεδρος εξακολουθεί να στηρίζει τον υπουργό Πολέμου. Απαντώντας σε ερώτηση για τα δημοσιεύματα περί πιθανής αντικατάστασής του, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε ότι ο Τραμπ «έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον υπουργό Χέγκσεθ».

Στην ίδια ανακοίνωση υπερασπίστηκε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν και τη Βενεζουέλα, ενώ εξήρε τις προσπάθειες του Χέγκσεθ να ανατρέψει την έμφαση που, κατά την κυβέρνηση Τραμπ, είχε δώσει το Πεντάγωνο επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν στις πολιτικές διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης και στη λεγόμενη «woke ιδεολογία».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Παρνέλ δήλωσε στην Washington Post ότι ο υπουργός δεν προτίθεται να παραιτηθεί. Όπως ανέφερε, παρά τις απειλές για «προσχηματικά κυνήγια μαγισσών», ο Χέγκσεθ παραμένει «100% αφοσιωμένος» στην άσκηση των καθηκόντων του έως το τέλος της προεδρικής θητείας Τραμπ και στην προώθηση της κυβερνητικής ατζέντας.

Ο Παρνέλ υποστήριξε επίσης ότι το υπουργείο έχει τηρήσει τη νομοθεσία και ότι ο επικεφαλής του δεν πρόκειται να υποχωρήσει απέναντι σε πολιτικούς που επιδιώκουν, όπως είπε, να αποκομίσουν κομματικά οφέλη ή να ξεκινήσουν αβάσιμες έρευνες, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε παρανομία.

Την υπεράσπιση του Χέγκσεθ ανέλαβε και η εκπρόσωπος Τύπου του Πενταγώνου Κίνγκσλεϊ Γουίλσον, η οποία τον χαρακτήρισε «μεταρρυθμιστικό ηγέτη», που έχει αποκαταστήσει τα στρατιωτικά πρότυπα. «Ολόκληρο το υπουργείο είναι ενωμένο πίσω από το όραμα του υπουργού και θα συνεχίσει να εργάζεται για να θέτει πρώτα τους μαχητές μας και την Αμερική» δήλωσε στην USA Today.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ είχε υπερασπιστεί δημόσια τον υπουργό Πολέμου στις 28 Οκτωβρίου, απορρίπτοντας τις επικρίσεις και τις απειλές παραπομπής του. «Νομίζω ότι είναι απαράδεκτο» είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους. «Το μόνο που κάνουν, είναι να μιλούν για παραπομπή των πάντων. Κάνει εξαιρετική δουλειά. Είναι ένας σπουδαίος πολεμιστής. Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος στη δουλειά του εδώ και πάρα πολλά χρόνια και πολλοί άνθρωποι συμφωνούν με αυτό».

Ωστόσο, μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών και την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου, οι πολιτικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί σημαντικά...

ΕΛΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΝΑ ΜΑΣ ΞΑΝΑΚΑΝΕΙΣ ΚΑΝΑ ΜΑΘΗΜΑ BRO😝🤡Βγαίνει μπροστά ο Βανς μετά την ήττα: «Ο πόλεμος είναι ο λόγος που χάσαμε τις εκλογές», πώς εξηγεί ότι οι ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στον Τραμπ

Στον πόλεμο αποδίδει ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, υποστηρίζοντας ότι σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Ντόναλντ Τραμπ το 2024 επέλεξε αυτή τη φορά τους Δημοκρατικούς.

Σε εκτενή ανάρτησή του, ο Βανς ανέλυσε τα δεδομένα που είχε στη διάθεσή του το επιτελείο των Ρεπουμπλικανών πριν από τις κάλπες, επισημαίνοντας ότι η συμμετοχή των ψηφοφόρων τους δεν ήταν το βασικό πρόβλημα. Αντίθετα, όπως είπε, πολλοί από όσους προσήλθαν στις κάλπες είχαν αποφασίσει να στραφούν εναντίον του κόμματος.

«Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος. Ο ίδιος ο πρόεδρος το είπε χθες το βράδυ» τόνισε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της σύγκρουσης, σε συνδυασμό με τις οικονομικές πιέσεις και τη δυσαρέσκεια για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, καθόρισε την εκλογική συμπεριφορά.

«Οι ψηφοφόροι μας πήγαν στις κάλπες, αλλά δεν μας ψήφισαν»

Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος εξήγησε ότι οι αναλυτές δεδομένων του Ρεπουμπλικανικού επιτελείου παρακολουθούσαν ιδιαίτερα τη σύνθεση του εκλογικού σώματος, προσπαθώντας να διαπιστώσουν εάν έμοιαζε αρκετά με εκείνο του 2024 ώστε να εξασφαλιστεί μια νέα νίκη.

Παρότι οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν μεγάλη επικράτηση των Δημοκρατικών, τα στοιχεία συμμετοχής δημιουργούσαν αισιοδοξία. Σε ορισμένες πολιτείες η προσέλευση των Ρεπουμπλικανών ήταν ικανοποιητική, όπως υπογράμμισε σε άλλες εξαιρετικά υψηλή, ενώ πουθενά δεν εμφανιζόταν καταστροφική.

Ο Βανς περιέγραψε μάλιστα μια συζήτηση που είχε με έναν από τους πλέον έμπειρους αναλυτές δεδομένων που γνωρίζει, τον οποίο ρώτησε εάν τα στοιχεία σήμαιναν ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια μεγάλη εκλογική έκπληξη.

Η απάντηση, όπως μεταφέρει, ήταν αρνητική. «Μπορεί να τα πάμε καλύτερα από ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Όμως τα δεδομένα μάς λένε ότι πολλοί από όσους ψήφισαν Τραμπ και Βανς το 2024 είναι εξοργισμένοι και σκοπεύουν να ψηφίσουν τους αντιπάλους μας. Οι ψηφοφόροι μας προσέρχονται στις κάλπες, αλλά μπορεί να μην ψηφίσουν εμάς» του είπε ο αναλυτής.

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε προφητική. Στη Φλόριντα, για παράδειγμα, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν προβάδισμα εννέα ποσοστιαίων μονάδων στη σύνθεση του εκλογικού σώματος έναντι των Δημοκρατικών, μόλις λίγες μονάδες χαμηλότερα από το 2024.

Οι τέσσερις αιτίες της εκλογικής μεταστροφής

Ο Βανς τόνισε ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν έντονες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις για τα αίτια της ήττας. Επικαλούμενος μάλιστα δημοσκόπο, τον οποίο χαρακτήρισε έναν από τους ικανότερους ανθρώπους που γνωρίζει στον χώρο της πολιτικής, ανέφερε ότι τον είχε προειδοποιήσει από την προηγούμενη ημέρα ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα έχαναν στην πανεθνική πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο με διαφορά 13 ποσοστιαίων μονάδων.

«Ένιωθα απαισιόδοξος, αλλά ακόμη κι εγώ σοκαρίστηκα από αυτή την πρόβλεψη» ανέφερε. Σύμφωνα με τον Βανς, ο συγκεκριμένος δημοσκόπος είχε εντοπίσει ότι πολλοί ψηφοφόροι του Τραμπ από το 2024 ήταν δυσαρεστημένοι και σχεδίαζαν να υποστηρίξουν τους Δημοκρατικούς.

Όταν ρωτήθηκαν τι θα μπορούσε να τους οδηγήσει πίσω στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, οι απαντήσεις τους επικεντρώθηκαν σε τέσσερα ζητήματα:

- Τερματισμός του πολέμου.

- Αντιμετώπιση του κόστους ζωής και του πληθωρισμού.

- Επιστροφή στην πολιτική «Πρώτα η Αμερική».

- Αλλαγή της σχέσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ πρόσθεσε ότι οι τέσσερις αυτές απαντήσεις αντιπροσώπευαν σχεδόν το σύνολο των τοποθετήσεων όσων είχαν απομακρυνθεί από τους Ρεπουμπλικανούς.

«Οι ψηφοφόροι μας προσήλθαν στις κάλπες. Και οι τέσσερις παραπάνω λόγοι εξηγούν γιατί πολλοί από αυτούς ψήφισαν Δημοκρατικούς» σημείωσε, λέγοντας ότι η συγκεκριμένη έρευνα προήλθε από δημοσκόπο που προέβλεψε με ακρίβεια το αποτέλεσμα.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στη Ρέιτσελ Κάμπος-Ντάφι, η οποία είχε δεχθεί επικρίσεις τη Δευτέρα επειδή είχε ταχθεί υπέρ μιας διπλωματικής λύσης στη σύγκρουση.

«Τελικά αποδείχθηκε ότι η πολιτική συμβουλή της ήταν σωστή» είπε ο Βανς, προσθέτοντας ότι πρόκειται και για έναν εξαιρετικό άνθρωπο.

Στη συνέχεια, ο Βανς εκτίμησε ότι τους επόμενους μήνες θα επιχειρηθεί να παρουσιαστούν παραπλανητικές ερμηνείες για την εκλογική ήττα, ιδιαίτερα από στελέχη του πολιτικού κατεστημένου.

«Όλοι γνωρίζουν γιατί χάσαμε»

Επανερχόμενος στο εκλογικό αποτέλεσμα, ο αντιπρόεδρος επιμένει ότι η βασική αιτία της ήττας ήταν ο πόλεμος, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ το αναγνώρισε το προηγούμενο βράδυ.

«Αν θέλετε να υποστηρίξετε ότι άξιζε τον κόπο, ότι άξιζε να χάσουμε τη Γερουσία για τα επόμενα έξι χρόνια, τότε κάντε το. Υποστηρίξτε ότι ήταν ένα τίμημα που άξιζε να πληρωθεί. Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί, τουλάχιστον αυτή είναι μια ειλικρινής θέση», αναφέρει.

«Όμως όλοι γνωρίζουν γιατί χάσαμε. Και κάθε ειλικρινής συζήτηση για το πώς θα προχωρήσουμε από εδώ και πέρα πρέπει να ξεκινήσει από αυτό το σημείο» πρόσθεσε.

Κλείνοντας την ανάρτησή του, ο Βανς δήλωσε αισιόδοξος για το μέλλον των ΗΠΑ και απευθύνθηκε στους απογοητευμένους ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικανών: «Σε όσους είναι εξοργισμένοι και θέλουν να πουν “σας τα λέγαμε”, έχετε δίκιο, μας τα λέγατε», παραδέχτηκε καλώντας τους να αξιοποιήσουν αυτή τη δυσαρέσκεια για την εκλογή Ρεπουμπλικανών που συμμερίζονται τις πολιτικές τους απόψεις.


Ο Λούκι Λουκ έγινε 80 ετών: Ο μοναχικός καουμπόι γιορτάζει με νέο άλμπουμ και παραμένει ο ήρωας που «πυροβολεί πιο γρήγορα από τη σκιά του»

Ογδόντα χρόνια συμπληρώνει φέτος ο Λούκι Λουκ, ο μοναχικός καουμπόι που μεγάλωσε γενιές αναγνωστών, χωρίς να χάσει ούτε τη δημοτικότητά του ούτε την περίφημη ικανότητά του να «πυροβολεί πιο γρήγορα από τη σκιά του».

Ο εμβληματικός ήρωας των κόμικ έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1946 και, οκτώ δεκαετίες αργότερα, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες της ένατης τέχνης. Η επέτειος συνοδεύεται από την κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ με τίτλο «Saint Lucky Luke» («Άγιος Λούκι Λουκ»), το οποίο αναμένεται στα βιβλιοπωλεία την Παρασκευή (6/11), έχοντας ήδη τυπωθεί σε περίπου 350.000 αντίτυπα. Οι εκτιμήσεις της εκδοτικής αγοράς το θέλουν να συγκαταλέγεται στα εμπορικά επιτυχημένα βιβλία του τέλους της χρονιάς.

«Ο ήρωας του κόμιξ έχει τεράστια τύχη: δεν γερνάει ποτέ!», σχολιάζει ο σεναριογράφος της σειράς, Ζιλιάν Μπερζό, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Jul.

Ένας ήρωας που ενώνει γενιές αναγνωστών

Η διαχρονική επιτυχία του Λούκι Λουκ δεν περιορίζεται στη νοσταλγία των παλαιότερων αναγνωστών. Αντίθετα, η σειρά εξακολουθεί να περνά από γενιά σε γενιά, διατηρώντας τη θέση της στην παγκόσμια κουλτούρα των κόμικς.

«Ο Λούκι Λουκ είναι ένας διαχρονικός ήρωας που διατρέχει όλες τις γενιές. Οι γονείς τον προσφέρουν στα παιδιά τους, τα παιδιά στους γονείς ή στους παππούδες τους. Έχουμε συχνά την επιθυμία να τον μοιραστούμε», αναφέρει ο Jul.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Φρανσουά Λε Μπεσκόντ, εκδότης του Λούκι Λουκ στον εκδοτικό οίκο Dargaud, περιγράφει τη σχέση που αναπτύσσουν οι αναγνώστες με τον ήρωα μέσα από τις περιπέτειές του.

«Όταν ανοίγεις ένα από τα άλμπουμ του, είναι σαν να ξαναβρίσκεις έναν φιλαράκο», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του, ο Ασντέ (Achdé), ο οποίος εικονογραφεί τη σειρά τα τελευταία 25 χρόνια, επισημαίνει ότι η απήχηση του καουμπόι ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια του αναγνωστικού κοινού.

«Οι αναγνώστες προέρχονται από όλες τις κοινωνικές τάξεις, κάτι μάλλον σπάνιο στον πολιτισμό», υπογραμμίζει.

Από τον Μορίς και τον Γκοσινί στη νέα εποχή

Ο Λούκι Λουκ δημιουργήθηκε από τον Βέλγο σκιτσογράφο Μορίς (Morris), ενώ στη συνέχεια η σειρά γνώρισε μία από τις σημαντικότερες περιόδους της μέσα από τη συνεργασία του με τον σπουδαίο Γάλλο σεναριογράφο Ρενέ Γκοσινί.

Όπως συνέβη και με τον Αστερίξ, έναν ακόμη εμβληματικό ήρωα των γαλλοβελγικών κόμικς, ο Λούκι Λουκ κατάφερε να επιβιώσει από τον θάνατο των δημιουργών του και να συνεχίσει την πορεία του με νέους συντελεστές.

Η διαδρομή του δεν ήταν πάντοτε ανοδική, καθώς γνώρισε περιόδους επιτυχίας αλλά και δυσκολίες, ενώ οι περιπέτειές του μεταφέρθηκαν επανειλημμένα στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, με αποτελέσματα που δεν ήταν πάντοτε εξίσου επιτυχημένα.

Ωστόσο, η δημοτικότητά του παρέμεινε ισχυρή. Μεταφρασμένος σε περίπου 30 γλώσσες, έχει ξεπεράσει τα 300 εκατομμύρια πωληθέντα αντίτυπα, σύμφωνα με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις.

Πίσω από την επιτυχία του βρίσκεται και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του: ένας μοναχικός ήρωας της Άγριας Δύσης, που υπερασπίζεται το δίκαιο, αντιμετωπίζει τους παρανόμους και βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό των αδύναμων.

«Αν και αναπτύσσεται σε ένα πλαίσιο γουέστερν, ο Λούκι Λουκ μιλάει σε όλον τον κόσμο: με τη μοναχική πλευρά του, αυτήν εκείνου που αποκαθιστά την αδικία, που υπερασπίζεται τις χήρες και τα ορφανά, ενσαρκώνει θετικές και οικουμενικές αρχές», τονίζει ο Φρανσουά Λε Μπεσκόντ.

«Saint Lucky Luke»: Ο καουμπόι απέναντι στη θρησκευτική πίστη και τον φανατισμό

Η νέα περιπέτεια με τίτλο «Saint Lucky Luke» φέρνει τον πρωταγωνιστή αντιμέτωπο με ένα θέμα διαφορετικό από τις συνηθισμένες περιπέτειές του: τη θρησκεία, τον Θεό και τον θρησκευτικό φανατισμό.

Στην ιστορία, ο Λούκι Λουκ παρουσιάζεται ως ένας νέος μεσσίας, καθώς θεωρείται ότι έσωσε το Κάνσας από αλλεπάλληλες συμφορές, μεταξύ των οποίων και μια εισβολή ακρίδων.

Το νέο άλμπουμ αποτέλεσε μάλιστα αφορμή για μια ξεχωριστή συνάντηση. Ο σεναριογράφος Jul είχε την ευκαιρία να προσφέρει προσωπικά ένα αντίτυπο στον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, κατά το πρόσφατο ταξίδι του τελευταίου στη Γαλλία.

Όπως αφηγείται ο ίδιος, εξήγησε στον Ποντίφικα τη σύνδεση ανάμεσα στις αξίες που εκπροσωπεί ο ήρωας και σε εκείνες της θρησκευτικής διδασκαλίας.

«Ο Λούκι Λουκ, που είναι μια εικόνα του λαϊκού πολιτισμού, εμφορείται από τις ίδιες αξίες με τις δικές σας», του είπε.

Ο Πάπας δεν γνώριζε τον διάσημο καουμπόι, ωστόσο, σύμφωνα με τον σεναριογράφο, γέλασε και έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για την παρουσίαση του άλμπουμ.

Ενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑ: "Ζαλίζει" το κόστος της προεκλογικής εκστρατείας - Ποιοι έδωσαν τα μεγαλύτερα ποσά

Ποσό ρεκόρ για την προεκλογική εκστρατεία στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ δείχνουν τα δεδομένα

Η προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αναμένεται να αγγίξει σχεδόν τα 12 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την Open Secrets. Τις μεγαλύτερες δαπάνες έχουν πολιτικές ομάδες, γνωστές ως Super PACs. Στην κορυφή της λίστας ο Ίλον Μασκ, ο οποίος φέρεται να έχει διαθέσει σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια για τη στήριξη Ρεπουμπλικάνων υποψηφίων, κυρίως στο Τέξας, σύμφωνα με όσα αναφέρει το BBC Verify.

Υπάρχουν σαφείς κανόνες για τα ποσά που μπορούν να προσφέρουν σε υποψηφίους. Ωστόσο, τα Super PACs μπορούν να δέχονται απεριόριστες εισφορές. Αν και δεν επιτρέπεται να διοχετεύουν αυτά τα χρήματα απευθείας στους υποψηφίους, μπορούν να τους υποστηρίζουν έμμεσα.

Με βάση δεδομένα της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής, τα έξοδα σε αυτόν τον κύκλο ξεπέρασαν τα 9,5 δισ. δολάρια. Υποψήφιοι, κόμματα και οργανώσεις οφείλουν να δηλώνουν τις δαπάνες τους, ωστόσο τα τελικά ποσά θα γίνουν γνωστά μόνο μετά την καταμέτρηση όλων των ψήφων. Η Open Secrets σημειώνει πως το συνολικό κόστος θα φτάσει τα 11,9 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 30%.

Οι κορυφαίοι δωρητές

Οι 40 κορυφαίοι δωρητές προσέφεραν συνολικά 2,4 δισ. δολάρια μέχρι τις 14 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το Brennan Center for Justice, ποσό που ρεκόρ. «Οι δαπάνες στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 καταρρίπτουν κάθε προηγούμενο, με το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων να προέρχεται από τους πλουσιότερους δωρητές και επιχειρηματικούς ομίλους», σημείωσε ο Μάικλ Μπέκελ, ειδικός στη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών.

Οικονομική ενίσχυση μπορούν να παρέχουν και οργανισμοί. Οι Geosor Corp και Fund for Policy Reform του Τζορτζ Σόρος έχουν προσφέρει συνολικά 102 εκατ. δολάρια. Εκτός από τον Σόρος, μεγαλύτερος χρηματοδότης των Δημοκρατικών ήταν ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μάικλ Μπλούμπεργκ, με ποσά άνω των 60 εκατ. δολαρίων.

Σύμφωνα με δεδομένα της FEC, άτομα όπως ο Τζεφ Γιας και το ζεύγος Ρίτσαρντ και Ελίζαμπεθ Γιούχλαϊν, ιδιοκτήτες εταιρείας εξοπλισμού επιχειρήσεων, διέθεσαν πάνω από 100 εκατ. δολάρια σε Ρεπουμπλικάνους. Πάντως, ο Ίλον Μασκ έχει πρόσφερε πάνω από μισό δισεκατομμύριο δολάρια. Τα περισσότερα χρήματα δαπανήθηκαν για τη Γερουσία στο Τέξας, προς υποστήριξη του Κεν Πάξτον.

«Πολύ έντονη δραστηριότητα είχαν σε αυτόν τον κύκλο και οι εταιρείες κρυπτονομισμάτων, με τις Ripple και Coinbase να προσφέρουν από κοινού 63 εκατ. δολάρια για τη χρηματοδότηση Super PACs που προωθούν τα συμφέροντα του κλάδου», σημειώνει ο Μπρένταν Τζ. Γκλάβιν από την Open Secrets.

Ωστόσο, ο κύριος όγκος των χρημάτων πήγε στη διαφήμιση.  «Η παραδοσιακή τηλεόραση παραμένει ο βασικός ωφελημένος των διαφημιστικών κονδυλίων, αν και οι δαπάνες για ψηφιακές διαφημίσεις συνεχίζουν να αυξάνονται», ανέφερε ο Μπέκελ.

Η ήττα Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές μπορεί να γίνει εφιάλτης για την Ευρώπη, τα πέντε σενάρια του Politico για την επόμενη ημέρα

Η βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ και η επικράτηση των Δημοκρατικών στη Γερουσία, σε συνδυασμό με τα σημαντικά κέρδη τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων, δημιουργούν ένα νέο πολιτικό σκηνικό για τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ.

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων του Λευκού Οίκου στο εσωτερικό, χωρίς όμως να σημαίνει απαραίτητα ότι θα περιοριστεί και η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να λαμβάνει αποφάσεις στην εξωτερική πολιτική.

Αντίθετα, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Politico, η εκλογική ήττα θα μπορούσε να οδηγήσει τον Τραμπ σε ακόμη πιο συγκρουσιακή στάση απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους, την ώρα που παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η σύγκρουση με το Ιράν και η ενεργειακή κρίση.

Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε εκτεταμένες έρευνες για τις αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ κατά τα δύο πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας του.

«Βρείτε δικηγόρο», προειδοποίησε ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρόμπερτ Γκαρσία, πιθανός επόμενος πρόεδρος της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το αμερικανικό μέσο εξετάζει πέντε πιθανά σενάρια για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η νέα πολιτική πραγματικότητα στην Ευρώπη. «Προσδεθείτε, έρχεται πολιτικό τρενάκι του τρόμου», ξεκινά την ανάλυσή του το αμερικανικό μέσο.

1. Η Ευρώπη κινδυνεύει να πληρώσει το τίμημα της δυσαρέσκειας Τραμπ

Ορισμένοι έμπειροι παρατηρητές θεωρούν εξαιρετικά πιθανό ο Τραμπ να αντιδράσει στην εκλογική ήττα αυξάνοντας την πίεση προς την Ευρώπη.

«Πρέπει να προετοιμαστούμε όχι για πιο αρμονικές διατλαντικές σχέσεις, αλλά για μεγαλύτερη ένταση και ακόμη περισσότερες απαιτήσεις του Τραμπ από την Ευρώπη», προειδοποίησε ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, βετεράνος Γερμανός διπλωμάτης και επί σειρά ετών πρόεδρος της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου.

Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να αμφισβητούν πιο αποτελεσματικά τις επιλογές του προέδρου μέσω των διαδικασιών έγκρισης των κρατικών δαπανών, των κοινοβουλευτικών ερευνών και της επιβολής αυστηρότερων όρων σε νομοσχέδια που επιθυμεί ο Λευκός Οίκος.

Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί σημαντικές εξουσίες στην εξωτερική πολιτική, τη διπλωματία, την εθνική ασφάλεια και το εμπόριο, ενώ ο Τραμπ έχει ήδη αξιοποιήσει εκτελεστικά διατάγματα και αμφιλεγόμενους νομικούς χειρισμούς για να παρακάμψει το Κογκρέσο.

«Ο Τραμπ διοικεί τις ένοπλες δυνάμεις. Έχει τον έλεγχο των δασμών και των εμπορικών συμφωνιών. Διαθέτει το βήμα της προεδρίας. Ακόμη κι αν οι Δημοκρατικοί κατακτήσουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, μπορεί να ασκεί βέτο στα νομοσχέδια», δήλωσε ο Φιλ Γκόρντον, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της Κάμαλα Χάρις.

Σύμφωνα με το Politico, ο Τραμπ πιθανότατα θα θελήσει να αποδείξει ότι παραμένει κυρίαρχος των εξελίξεων, επιλέγοντας τη διεθνή σκηνή ως πεδίο επίδειξης ισχύος. Η Ευρώπη βρίσκεται εδώ και καιρό στο στόχαστρο του ίδιου και των υποστηρικτών του MAGA, που υποστηρίζουν ότι θέλουν να τη σώσουν από τον εαυτό της. Πλέον διαθέτουν μόνο δύο χρόνια για να επιδιώξουν αυτόν τον στόχο.

2. Μια ανάσα για την Ουκρανία

Οι περισσότεροι κορυφαίοι Δημοκρατικοί έχουν υποστηρίξει σταθερά την αποστολή βοήθειας στην Ουκρανία, θεωρώντας την ζήτημα υπεράσπισης της δημοκρατίας, του διεθνούς δικαίου και των συμφερόντων εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Η νέα πολιτική ισορροπία μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη στήριξη του Κιέβου, αλλά τα αποτελέσματα δεν θα είναι άμεσα.

Η Μπρόνγουεν Μάντοξ, διευθύντρια του βρετανικού ινστιτούτου Chatham House, προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να αναμένεται «άμεση σωτηρία για τον Ζελένσκι». «Διότι ακόμη κι αν οι Δημοκρατικοί αποφασίσουν να αρχίσουν να στέλνουν περισσότερα πράγματα στο Κίεβο, συμπεριλαμβανομένων χρημάτων, θα χρειαστούν πραγματικά μήνες για να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο, ενδεχομένως ακόμη και χρόνια», εξήγησε.

Η Ουκρανία, ωστόσο, χρειάζεται άμεσα ενίσχυση, ιδιαίτερα πυραύλους Patriot για την αντιαεροπορική της άμυνα, προκειμένου να αντέξει τον χειμώνα και τους συνεχιζόμενους ρωσικούς βομβαρδισμούς.

3. Μια ειρηνευτική συμφωνία στα μέτρα του Τραμπ

Ο Τραμπ εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως πρόεδρος της ειρήνης, υποστηρίζοντας ότι έχει τερματίσει οκτώ διεθνείς συγκρούσεις. Παράλληλα, έχει δηλώσει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα έπρεπε να είναι ο ευκολότερος προς επίλυση, επιρρίπτοντας ολοένα και περισσότερες ευθύνες στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για την απουσία συμφωνίας.

Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης Κερτ Βόλκερ εκτιμά ότι ο Τραμπ μπορεί να αγνοήσει τις αντιρρήσεις του Κιέβου και των Ευρωπαίων συμμάχων και να «αρχίσει να αίρει τις κυρώσεις και να συνάπτει επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Ρωσία».

«Μπορώ κάλλιστα να τον φανταστώ να το κάνει μονομερώς, δίνοντας εντολή στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να απέχει από την εφαρμογή των κυρώσεων και επιδιώκοντας περισσότερες ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία. Έχει συζητήσει με τον Πούτιν το ενδεχόμενο επιστροφής των μεγάλων αμερικανικών εταιρειών στη Ρωσία», ανέφερε.

Αντίθετα, ο Βόλκερ θεωρεί λιγότερο πιθανό να υλοποιηθούν οι απειλές για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ή σημαντική μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

«Ο Τραμπ είναι ουσιαστικά μόνος του σε αυτό το ζήτημα στις ΗΠΑ. Δεν έχει την υποστήριξη ούτε των Δημοκρατικών ούτε των Ρεπουμπλικανών ούτε του Κογκρέσου ούτε των μέσων ενημέρωσης», σημείωσε.

4. Τιμές ενέργειας

Παρά τη σημαντική πτώση των τιμών του πετρελαίου τη Δευτέρα, τη μεγαλύτερη από τον Αύγουστο, το Brent εξακολουθούσε να διαπραγματεύεται στα 108 δολάρια το βαρέλι.

Το Politico επισημαίνει ότι, χωρίς ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης που θα επιτρέψει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, το ενεργειακό σοκ θα συνεχιστεί, διατηρώντας υψηλό το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη και επιδεινώνοντας την κρίση του κόστους ζωής.

Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στις αερομεταφορές. Ο διευθύνων σύμβουλος της Ryanair, Μάικλ Ο'Λίρι, προειδοποίησε ότι χωρίς συμφωνία ο κλάδος θα «αντιμετωπίσει πραγματική κρίση μέχρι τον επόμενο Μάρτιο ή Απρίλιο».

Ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες επιλογές: να επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ελπίζοντας σε υποχώρηση της Τεχεράνης ή κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, να υποχωρήσει ο ίδιος ή να αποχωρήσει από την προσπάθεια επίλυσης της κρίσης, μεταφέροντας την ευθύνη στους Ευρωπαίους και τους Ασιάτες.

Μια νέα στρατιωτική επιχείρηση, που θα μπορούσε να εκτοξεύσει ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας, θα ήταν ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Politico, η εκλογική ζημιά έχει ήδη γίνει.

5. Πολιτικό χάος στην Ουάσιγκτον και λιγότερος χρόνος για τον υπόλοιπο κόσμο

Το πέμπτο σενάριο αφορά το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να απορροφηθούν τόσο πολύ από την εσωτερική πολιτική σύγκρουση, ώστε ούτε ο Τραμπ ούτε οι Δημοκρατικοί να διαθέτουν αρκετό χρόνο για την εξωτερική πολιτική.

Η πρώην αντιπρόεδρος Κάμαλα Χάρις προειδοποίησε τον περασμένο μήνα, μιλώντας σε podcast, ότι οι Δημοκρατικοί δεν θα πρέπει να επιχειρήσουν νέα παραπομπή του Τραμπ σε δίκη με το ερώτημα της καθαίρεσης, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία «όχι καλή ιδέα».

Ο πρώην δήμαρχος του Σικάγο Ραμ Εμάνουελ έχει επίσης καλέσει τους Δημοκρατικούς να αποφύγουν έναν ανούσιο πολιτικό καβγά και να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση της ακρίβειας, στην αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού και στη θέσπιση νέων κανόνων δεοντολογίας για τις τρεις εξουσίες.

Ωστόσο, όπως παρατηρεί το Politico, η Ουάσιγκτον σπάνια καταφέρνει να αποφύγει τις σκληρές πολιτικές συγκρούσεις.

Μάλιστα, ο Τζον Φ. Χάρις του Politico προβλέπει ότι οι αντιπαραθέσεις θα επεκταθούν και στο εσωτερικό των δύο μεγάλων κομμάτων, καθώς αμφότερα καλούνται να αποφασίσουν πώς θα παρουσιαστούν στους ψηφοφόρους στη μετα-Τραμπ εποχή.

«Και τα δύο μεγάλα κόμματα βρίσκονται αντιμέτωπα με κρίσιμες επιλογές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιαστούν στους ψηφοφόρους στην επερχόμενη μετα-Τραμπ εποχή της αμερικανικής πολιτικής», υποστήριξε.

Γιατί έχασε ο Τραμπ στις ενδιάμεσες κάλπες - «H διπλή ήττα σε Γερουσία και Βουλή είναι η αρχή του τέλους» γράφουν οι New York Times

Να σκιαγραφήσει την επόμενη ημέρα στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ μετά την διπλή επικράτηση του Δημοκρατικού κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ επιχειρεί ανάλυση των New York Times που προσπαθεί να «μετρήσει» τα μηνύματα που έστειλαν οι ψηφοφόροι στον πρόεδρο των ΗΠΑ.

Η ανάλυση ξεκινά από την προσωποπαγή προεκλογική καμπάνια του Τραμπ ο οποίος 47 φορές κατά τη διάρκεια των περασμένων μηνών κάλεσε τους ψηφοφόρους να «φανταστούν ότι το όνομά μου βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο».

«Και οι ψηφοφόροι το έκαναν, μόνο που δεν αντέδρασαν όπως ήλπιζε ο ίδιος. Το κύμα των Δημοκρατικών στις εκλογές για το Κογκρέσο την Τρίτη αποτέλεσε ένα ηχηρό πλήγμα για έναν εξαιρετικά αντιδημοφιλή πρόεδρο, ο οποίος κυριαρχεί στην εθνική πολιτική σκηνή για περισσότερο από μία δεκαετία. Περισσότερο από οποιονδήποτε προκάτοχό του, ο κ. Τραμπ μετέτρεψε σκόπιμα τις ενδιάμεσες εκλογές σε δημοψήφισμα για τον ίδιο, για να πληρώσει τελικά το τίμημα» προσθέτουν οι ΝΥΤ.

Κατά την ανάγνωση των New York Times «η εκλογική αντίδραση επεκτάθηκε ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνται παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών και έδειξε ότι ο κ. Τραμπ έχει χάσει την επιρροή του πάνω στον συνασπισμό ψηφοφόρων που τον οδήγησε δύο φορές στον Λευκό Οίκο. Απογοητευμένοι από τις υψηλές τιμές της βενζίνης, έναν πόλεμο με το Ιράν που μοιάζει αδύνατο να τερματιστεί και τις καταγγελίες για κατάφωρο πλουτισμό του κ. Τραμπ και προσώπων του στενού του περιβάλλοντος, ψηφοφόροι που είχαν δώσει μια ευκαιρία σε έναν πολιτικό εκτός κατεστημένου, ο οποίος υποσχόταν αλλαγή, είτε απέρριψαν το κόμμα του είτε επέλεξαν να μην προσέλθουν στις κάλπες».

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των New York Times, τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, το προβάδισμα των Δημοκρατικών στην πανεθνική ψηφοφορία για τις έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων αναμενόταν να φτάσει περίπου τις 13 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγράψει οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα σε εκλογές για το Κογκρέσο τουλάχιστον από το 1976. Η διαφορά αυτή θα ξεπεράσει κατά πολύ ακόμη και τα ποσοστά των δύο μεγάλων σαρωτικών νικών των Ρεπουμπλικανών στη σύγχρονη εποχή, όταν επικράτησαν έναντι των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, το 1994, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, και το 2010, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα.

«Η συνολική διαφορά της νίκης των Δημοκρατικών δείχνει ότι, παρότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ακόμη δύο χρόνια στην εξουσία και εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές δυνατότητες άσκησης πολιτικής επιρροής, οι Αμερικανοί σηματοδοτούν την αρχή του τέλους της εποχής Τραμπ» συνεχίζουν οι New York Times.

«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο»

Ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε γρήγορα να περιορίσει τις εντυπώσεις από την ήττα, επιμένοντας ότι η συντριβή των Ρεπουμπλικανών από τους Δημοκρατικούς δεν αποτελούσε στην πραγματικότητα απόρριψη του ίδιου, καθώς το όνομά του δεν βρισκόταν στο ψηφοδέλτιο, παραβλέποντας το γεγονός ότι είχε επανειλημμένα καλέσει τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν σαν να ήταν υποψήφιος.

«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο και, επειδή δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο, δεν καταφέραμε να κινητοποιήσουμε αρκετούς ανθρώπους για να ψηφίσουν», δήλωσε στους New York Times σε συνέντευξη το βράδυ της Τρίτης.

Ακόμη και πολλοί Ρεπουμπλικανοί θα αντιμετώπιζαν με δυσπιστία αυτόν τον ισχυρισμό, καθώς η προεκλογική εκστρατεία περιστράφηκε τόσο ξεκάθαρα γύρω από τον κ. Τραμπ, σημειώνουν οι ΝΥΤ.

Οι προσωπικές παρεμβάσεις που πλήρωσε ο Τραμπ

Όπως απαριθμείται στη συνέχεια της ανάλυσης «ήταν ο κ. Τραμπ που αποφάσισε να ξεκινήσει τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και εκτοξεύοντας τις τιμές στα πρατήρια καυσίμων. Ήταν ο κ. Τραμπ που επέλεξε τους υποψηφίους, τα ζητήματα, τη στρατηγική και τα μηνύματα της εκστρατείας. Ήταν ο κ. Τραμπ που απαίτησε απόλυτη πίστη από ένα κόμμα, οι υποψήφιοι του οποίου ανησυχούσαν για τις συνέπειες που θα είχε ενδεχόμενη αποστασιοποίησή τους από τον ίδιο. Και ήταν ο κ. Τραμπ που απέρριπτε τις ερωτήσεις σχετικά με τη δεοντολογία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και του προσωπικού του πλουτισμού κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ενισχύοντας τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για τη διαφθορά».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα κατά τους ΝΥΤ για τις συνέπειες από τις προσωπικές παρεμβάσεις Τραμπ ήταν η ήττα δύο υποψηφίων των Ρεπουμπλικανών για τη Γερουσία, τους οποίους είχε επιλέξει προσωπικά ο ίδιος αντί άλλων υποψηφίων που θεωρούνταν ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες εκλογής σε πολιτείες με ισχυρή παράδοση υπέρ των Ρεπουμπλικανών –του Κεν Πάξτον στο Τέξας και της Ντάρλιν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα.

«Πολλοί ψηφοφόροι δήλωσαν σε δημοσκόπους και δημοσιογράφους ότι αισθάνονταν πως ο κ. Τραμπ τους είχε εξαπατήσει. Πίστευαν ότι θα μείωνε τις τιμές και δεν θα ξεκινούσε νέους πολέμους. Περίμεναν ότι θα έκλεινε τα σύνορα, αλλά αντέδρασαν στις επιχειρήσεις συλλήψεων που θεωρούσαν υπερβολικά σκληρές, με στόχο ανθρώπους που ζούσαν στη χώρα επί χρόνια. Επίσης, στράφηκαν κατά των δασμών, οι οποίοι αύξησαν το κόστος για τους καταναλωτές» εξηγείται στο πλαίσιο αυτό στην ανάλυση της αμερικανικής εφημερίδας.

Η τελευταία ημέρα πριν τις κάλπες

Ο τρόπος με τον οποίο πέρασε ο κ. Τραμπ την τελευταία ημέρα πριν από τις εκλογές αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο αποκομμένα από το πολιτικό κλίμα της περιόδου ήταν τα πολιτικά του αντανακλαστικά, παρατηρούν οι ΝΥΤ.

«Αντί να δώσει έμφαση στα σχέδιά του για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των ψηφοφόρων σχετικά με το κόστος ζωής, εκφώνησε την τελευταία προεκλογική του ομιλία μπροστά από την μιλώντας για φύκια και σωληνώσεις. Ήταν μια χαρακτηριστική υπενθύμιση της εμμονής του με τα προσωπικά του κατασκευαστικά έργα στην Ουάσιγκτον, παρά τις προειδοποιήσεις για την ενόχληση που προκαλούσαν στους ψηφοφόρους. Ήταν σαν να είχε επιλέξει ο Ρίτσαρντ Νίξον να εκφωνήσει την τελευταία προεκλογική του ομιλία μπροστά από το συγκρότημα Γουότεργκεϊτ» σχολιάζεται στο δημοσίευμα.

Η μάχη του τραμπισμού

Ακόμη κι αν ο τραμπισμός φαίνεται να υποχωρεί, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί την εξουσία της προεδρίας για ακόμη δύο χρόνια και θα κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει κυρίαρχη φωνή στην πολιτική σκηνή όσο περισσότερο γίνεται με συμμάχους του να προειδοποιούν να μην θεωρηθεί ότι έχει χάσει οριστικά την πολιτική του δύναμη.

«Οι επικριτές του Τραμπ έχουν γράψει και στο παρελθόν τον πολιτικό του επικήδειο και κάθε φορά έχουν διαψευστεί», δήλωσε ο Ντέιβιντ ΜακΙντος, πρόεδρος της οργάνωσης Club for Growth, η οποία προωθεί συντηρητικές οικονομικές πολιτικές. «Η λύση είναι να επιστρέψουν οι Ρεπουμπλικανοί στις αρχές μας», πρόσθεσε. «Έτσι θα κερδίσουμε το 2028».

«Η ιστορία έχει καταγράψει αρκετά παραδείγματα όπου τέτοιες αλλαγές δεν είχαν μεγάλη διάρκεια. Παραμένει, επίσης, ανοιχτό το ερώτημα εάν τα αποτελέσματα της Τρίτης σηματοδοτούν μια ευρύτερη ιδεολογική μετατόπιση των ψηφοφόρων. Το κύμα που ακολούθησε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ το 1974 θεωρήθηκε ότι προμήνυε μια μακρά περίοδο πολιτικής απομόνωσης για τους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν επανέφερε το κόμμα στον Λευκό Οίκο μόλις έξι χρόνια αργότερα. Οι σαρωτικές νίκες των Ρεπουμπλικανών το 1994 και το 2010 θεωρήθηκε ότι προμήνυαν το τέλος των προεδριών του Κλίντον και του Ομπάμα αντίστοιχα, αλλά και οι δύο πρόεδροι επέστρεψαν δυναμικά, κερδίζοντας άνετα την επανεκλογή τους δύο χρόνια αργότερα» θυμίζουν οι New York Times.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια αμερικανικής πολιτικής και δημόσιας πολιτικής στο UCLA, Λιν Βάβρεκ, ο σημαντικότερος παράγοντας στις εκλογές ήταν οι εξαιρετικά υψηλές τιμές της βενζίνης. Ως εκ τούτου, δεν είναι βέβαιο ότι έχει αλλάξει ριζικά ο πολιτικός χαρακτήρας της χώρας.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συνασπισμός MAGA καταρρέει», είπε. «Σημαίνει ότι έχει χάσει λίγη από τη λάμψη του ο Ντόναλντ Τραμπ; Ναι. Ότι οι άνθρωποι είναι λιγότερο γοητευμένοι από αυτόν; Νομίζω ότι η απάντηση είναι ναι».

Ωστόσο, πρόσθεσε ότι αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως οι Ρεπουμπλικανοί θα εγκαταλείψουν τις πολιτικές που συνδέονται με την ταυτότητα και αφορούν ζητήματα όπως η μετανάστευση και η διαφορετικότητα, οι οποίες έχουν καθορίσει την πορεία του κόμματος επί Τραμπ.

«Άλλωστε, πρόκειται πλέον για ένα κόμμα που έχει αλλάξει ριζικά, καθώς ο κ. Τραμπ το διαμόρφωσε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή του, ενισχύοντας όσους υποτάσσονται στις επιθυμίες του και απομακρύνοντας εκείνους που επιδεικνύουν ανεξαρτησία» συμπληρώνουν οι New York Times.

H επόμενη ημέρα των Δημοκρατικών

Την ίδια στιγμή, στο Δημοκρατικό Κόμμα θα συζητήσουν πώς πρέπει να ερμηνεύσουν τη νίκη τους. Η βασική πολιτική τους ταυτότητα φέτος ήταν απλώς η αντίθεση στον κ. Τραμπ, κάτι που αποδείχθηκε αρκετό. Ωστόσο, οι προοδευτικοί θα υποστηρίξουν ότι η δυναμική της αριστερής πτέρυγας έδωσε ώθηση στην επιτυχία, ενώ οι μετριοπαθείς θα επισημάνουν ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε η προσέγγιση δυσαρεστημένων Ρεπουμπλικανών σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας.

«Η μεγαλύτερη είδηση είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί που δεν ανήκουν στο κίνημα MAGA έχουν απομακρυνθεί από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα», δήλωσε ο Ραμ Εμάνουελ, πρώην δήμαρχος του Σικάγου και πρεσβευτής των ΗΠΑ, ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία.

«Το ερώτημα είναι αν θέλουμε αυτή η εκλογική νίκη να έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα ή να επιφέρει βαθιές αλλαγές. Αυτό που θα κάνουμε το 2027 θα καθορίσει την απάντηση».

📺Κρις Πάππας: Ποιος είναι ο γερουσιαστής από το Λιβάδι Ελασσόνας που κέρδισε στο Νιου Χαμσάιρ και εκλέγεται πανηγυρικά στη Γερουσία, οι παρεμβάσεις του κατά του Ερντογάν

Μια σημαντική πολιτική νίκη κατέγραψε ο 46χρονος Ελληνοαμερικανός Δημοκρατικός Κρις Πάππας, ο οποίος επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Τζον Σουνούνου στη μάχη για τη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στο Νιου Χαμσάιρ.

Ο ομογενής πολιτικός, που έλκει την καταγωγή του από το Λιβάδι Ελασσόνας, είχε διατελέσει επί τέσσερις θητείες μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, εξασφάλισε την έδρα της αποχωρούσας γερουσιαστή Τζιν Σαχίν, διατηρώντας την υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση.

Η εκλογή του είχε ξεχωριστή σημασία για την ελληνική ομογένεια, καθώς ο Πάπας είχε αναπτύξει έντονη δραστηριότητα στο Κογκρέσο για την προώθηση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας με την Ελλάδα και την υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα, έγραψε ιστορία ως ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος άνδρας που εξελέγη στη Γερουσία των ΗΠΑ.



Η μάχη με τον Σουνούνου και ο ρόλος του Τραμπ

Η αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εκλογικές μάχες για τον έλεγχο της Γερουσίας, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί επιχείρησαν να κερδίσουν την έδρα που άφησε η Τζιν Σαχίν, ύστερα από τρεις θητείες.

Απέναντι στον Πάπας βρέθηκε ο 62χρονος Τζον Ε. Σουνούνου, ο οποίος είχε υπηρετήσει στη Γερουσία από το 2003 έως το 2009, πριν ηττηθεί από τη Σαχίν στις εκλογές του 2008.

Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος προερχόταν από μια από τις ισχυρότερες πολιτικές οικογένειες του Νιου Χάμσαϊρ. Ο πατέρας του, Τζον Χ. Σουνούνου, και ο αδελφός του, Κρις Σουνούνου, είχαν διατελέσει κυβερνήτες της πολιτείας, γεγονός που του εξασφάλισε υψηλή αναγνωρισιμότητα.

Η εκλογική αντιπαράθεση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην οικονομία, στο αυξημένο κόστος ζωής και στην πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Σουνούνου επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τον Αμερικανό πρόεδρο, παρά τη στήριξη που είχε λάβει από τον ίδιο. Ο Πάπας, αντίθετα, παρουσίασε την αναμέτρηση ως μια ευκαιρία να ενισχυθεί ο κοινοβουλευτικός έλεγχος της κυβέρνησης.

Σε μία από τις τελευταίες προεκλογικές αντιπαραθέσεις, ο Δημοκρατικός υποψήφιος είχε δηλώσει ότι η χώρα χρειαζόταν μια νέα γενιά ηγεσίας στη Γερουσία, η οποία θα αντιμετώπιζε τις οικονομικές δυσκολίες των πολιτών και θα αντιστεκόταν, όπως υποστήριξε, στις επικίνδυνες επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ.

«Αυτές οι εκλογές είναι ανάμεσα στην ομάδα του Νιου Χαμσάιρ και στην ομάδα του Τραμπ» είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η προεκλογική εκστρατεία χαρακτηρίστηκε από υψηλές δαπάνες και έντονη αντιπαράθεση μέσω διαφημιστικών μηνυμάτων. Οι Ρεπουμπλικανοί κατηγόρησαν τον Παππά ότι είχε συνδεθεί με το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσινγκτον, ενώ οι Δημοκρατικοί εστίασαν στις σχέσεις του Σουνούνου με εταιρικά συμφέροντα και ομάδες άσκησης πίεσης.

Παρά τον έντονο ανταγωνισμό, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις πριν από τις κάλπες είχαν καταγράψει προβάδισμα του Ελληνοαμερικανού πολιτικού. Στη συγκεντρωτική εκτίμηση του Decision Desk HQ στις 3 Νοεμβρίου, ο Πάπας συγκέντρωνε 52%, έναντι 43,6% του αντιπάλου του.



Μάλιστα, σχεδόν σε όλους τους δήμους που είχαν ανακοινώσει τα οριστικά τους αποτελέσματα, ο Παππάς εξασφάλισε μεγαλύτερη διαφορά από εκείνη που είχε πετύχει η Κάμαλα Χάρις απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Υπενθυμίζεται ότι η Χάρις είχε επικρατήσει στο Νιου Χάμσαϊρ το 2024 με διαφορά περίπου τριών ποσοστιαίων μονάδων.

Η σύγκριση των αποτελεσμάτων ανέδειξε την ισχυρή εκλογική επίδοση του Παππά, αν και τα ποσοστά 60% και 37% αφορούσαν αρχικό στάδιο της καταμέτρησης και όχι το τελικό αποτέλεσμα σε ολόκληρη την πολιτεία.

Κυβερνητική διαφθορά και δημοκρατία κυριάρχησαν στις ανησυχίες των ψηφοφόρων

Η αναμέτρηση πραγματοποιήθηκε σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου οι ανησυχίες για τη διαφθορά και τη λειτουργία της δημοκρατίας είχαν αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά ευρήματα της ABC News Voter Poll, περίπου έξι στους δέκα ψηφοφόρους του Νιου Χαμσάιρ χαρακτήρισαν την κυβερνητική διαφθορά καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή τους στις εκλογές για το Κογκρέσο.

Το ποσοστό ήταν υψηλότερο από εκείνο που καταγράφηκε για το αυξημένο κόστος ζωής, το οποίο θεωρήθηκε κρίσιμο από περίπου τους μισούς ερωτηθέντες.

Ο πόλεμος στο Ιράν επηρέασε σημαντικά την εκλογική επιλογή περίπου τεσσάρων στους δέκα ψηφοφόρους, ενώ οι πολιτικές εφαρμογής της μεταναστευτικής νομοθεσίας αποτέλεσαν καθοριστικό ζήτημα για περίπου το ένα τρίτο.

Ενδιαφέρον παρουσίασαν και οι απαντήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη. Ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους χαρακτήρισε το ζήτημα των κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης καθοριστικό για την ψήφο του. Από αυτούς, περίπου οκτώ στους δέκα εκτίμησαν ότι η τεχνολογία θα προσέφερε περισσότερα οφέλη παρά αρνητικές συνέπειες στην κοινωνία.

Παράλληλα, περίπου το ένα τρίτο των συμμετεχόντων στην αναμέτρηση για τη Γερουσία θεώρησε την κατάσταση της αμερικανικής δημοκρατίας ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας.

Το ποσοστό αυτό ήταν ελαφρώς υψηλότερο από εκείνο όσων τοποθέτησαν την οικονομία στην πρώτη θέση, επιλογή που έκανε περίπου το 30% των ψηφοφόρων.

Τα στοιχεία της έρευνας ανέδειξαν ότι, πέρα από τις οικονομικές πιέσεις, οι ανησυχίες για τη λειτουργία των θεσμών, την πολιτική λογοδοσία και τις διεθνείς εξελίξεις διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εκλογική αναμέτρηση.

Από το οικογενειακό εστιατόριο του Μάντσεστερ στο Κογκρέσο

Ο Κρίστοφερ Τσαρλς Πάππας γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου 1980 στο Μάντσεστερ του Νιου Χαμσάιρ, σε οικογένεια ελληνικής καταγωγής. Μεγάλωσε στην ίδια πόλη, φοίτησε σε δημόσια σχολεία και αποφοίτησε το 1998 από το Manchester Central High School.

Στη συνέχεια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, από όπου έλαβε το πτυχίο του το 2002.

Η σχέση του με την επιχειρηματικότητα ξεκίνησε από μικρή ηλικία, καθώς εργάστηκε στο εστιατόριο της οικογένειάς του, μια ιστορική επιχείρηση του Μάντσεστερ με παρουσία άνω του ενός αιώνα.

Άρχισε να βοηθά στην επιχείρηση σε ηλικία 14 ετών, σερβίροντας πελάτες και συμμετέχοντας στις καθημερινές εργασίες. Αργότερα ανέλαβε καθήκοντα διοίκησης, αποκτώντας εμπειρία την οποία επικαλέστηκε πολλές φορές για να αναδείξει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι μικρές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι.

Η πολιτική του διαδρομή ξεκίνησε επίσης νωρίς. Το 1996, όταν ήταν ακόμη μαθητής, συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία της Τζιν Σαχίν για τη θέση της κυβερνήτη του Νιου Χάμσαϊρ.

Το 2002, σε ηλικία μόλις 22 ετών, εξελέγη στην πολιτειακή Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ στη συνέχεια υπηρέτησε ως ταμίας της κομητείας Χίλσμπορο.

Από το 2013 έως το 2019 συμμετείχε στο πενταμελές Εκτελεστικό Συμβούλιο του Νιου Χάμσαϊρ, το οποίο είχε σημαντικές αρμοδιότητες στην έγκριση κρατικών συμβάσεων και διορισμών.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του υποστήριξε τη διεύρυνση του προγράμματος υγειονομικής περίθαλψης Medicaid, την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη διατήρηση της χρηματοδότησης του οργανισμού Planned Parenthood.

Η ιστορική εκλογή του 2018 και οι τέσσερις θητείες

Το 2018 ο Πάππας εξελέγη για πρώτη φορά στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, επικρατώντας στην 1η εκλογική περιφέρεια του Νιου Χάμσαϊρ με ποσοστό 53,6%, έναντι 45% του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του.

Με την εκλογή του έγινε ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος πολιτικός που εκπροσώπησε το Νιου Χάμσαϊρ στο αμερικανικό Κογκρέσο.

Επανεξελέγη το 2020 με ποσοστό 51,3%, έναντι 46,2% του αντιπάλου του, ενώ διατήρησε την έδρα του και στις εκλογές του 2022 και του 2024.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων θητειών του συμμετείχε σε κοινοβουλευτικές επιτροπές για τις μεταφορές και τις υποδομές, τις μικρές επιχειρήσεις και τα ζητήματα των βετεράνων.

Ανέλαβε νομοθετικές πρωτοβουλίες για τη φορολογική ελάφρυνση εργαζόμενων οικογενειών, την προστασία των μικρών επιχειρήσεων, τη μείωση των τιμών των φαρμάκων και την αντιμετώπιση της κρίσης των οπιοειδών.

Παράλληλα, προώθησε μέτρα κατά εταιρειών που εφάρμοζαν καταχρηστικές πρακτικές εις βάρος βετεράνων και υποστήριξε πρωτοβουλίες για την προστασία των υδάτινων πόρων από τη ρύπανση.

«Η Ελλάδα και οι ΗΠΑ μοιράζονται έναν ιδιαίτερο δεσμό»

Η ελληνική καταγωγή του Πάππας αποτέλεσε σταθερό στοιχείο της δημόσιας παρουσίας του, ενώ ο ίδιος αναφέρθηκε επανειλημμένα στις αξίες που κληρονόμησε από την οικογένειά του.

Σε παλαιότερη δήλωσή του, η οποία δημοσιεύθηκε και από την ελληνική Βουλή στο πλαίσιο αφιερώματος σε Ελληνοαμερικανούς βουλευτές, είχε τονίσει:

«Ήμουν πάντοτε υπερήφανος για την ελληνική μου κληρονομιά και έχω εργαστεί για να μεταφέρω στην Ουάσινγκτον τις αξίες που μου δίδαξε η οικογένειά μου: τη σκληρή δουλειά, την κοινότητα και την προσφορά στους άλλους».

Στην ίδια τοποθέτηση είχε αναφερθεί στους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς Αθήνας και Ουάσινγκτον.

«Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μοιράζονται έναν ιδιαίτερο δεσμό και οι Ελληνοαμερικανοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας του Νιου Χάμσαϊρ και ολόκληρης της χώρας. Είναι τιμή μου να αποτελώ μέρος αυτής της κληρονομιάς και να τη συνεχίζω».

Ο Πάππας διατήρησε επίσης στενούς δεσμούς με την ελληνοαμερικανική κοινότητα και την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία.

Οι παρεμβάσεις για τα F-35 της Τουρκίας και την Κύπρο

Πέρα από τη σχέση του με την ομογένεια, ο Πάππας ανέλαβε πρωτοβουλίες για ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος, ως συμπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας ελληνικών θεμάτων στο Κογκρέσο, μαζί με τον Ρεπουμπλικανό Γκας Μπιλιράκη.

Τον Σεπτέμβριο του 2025, ενόψει συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πρωτοστάτησε σε διακομματική επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, εκφράζοντας αντιρρήσεις για ενδεχόμενη πώληση αμερικανικών μαχητικών F-16 και F-35 στην Τουρκία.

Οι βουλευτές επισήμαναν ότι η Άγκυρα εξακολουθούσε να διαθέτει τους ρωσικούς αντιαεροπορικούς πυραύλους S-400 και ζήτησαν από την αμερικανική κυβέρνηση να εφαρμόσει τους σχετικούς νομοθετικούς περιορισμούς.

Τον Μάρτιο του 2026 ο Παππάς αντέδρασε έντονα στην ανάπτυξη τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα της Κύπρου, καταγγέλλοντας ότι η συγκεκριμένη κίνηση παραβίαζε την αμερικανική νομοθεσία.

«Η ανάπτυξη F-16 από την Τουρκία στη βόρεια Κύπρο είναι απαράδεκτη και παράνομη βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας. Η κίνηση αυτή απειλεί περαιτέρω την κυριαρχία της Κύπρου και συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση ενός από τους στενότερους συμμάχους μας και ολόκληρης της περιοχής», είχε δηλώσει.

Ο Ελληνοαμερικανός βουλευτής κατηγόρησε τον Τούρκο πρόεδρο ότι αγνοούσε επανειλημμένα τους αμερικανικούς νομικούς περιορισμούς, ενώ επέκρινε διαδοχικές κυβερνήσεις και των δύο κομμάτων για τη στάση τους απέναντι στην Άγκυρα.

Ζήτησε την άμεση απομάκρυνση των αμερικανικής κατασκευής μαχητικών από τα κατεχόμενα και προειδοποίησε ότι, εάν η κυβέρνηση δεν απαιτούσε την απόσυρσή τους, θα αναλάμβανε σχετική πρωτοβουλία στο Κογκρέσο.

Παράλληλα, υποστήριξε περιορισμούς στην πώληση αμερικανικών οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία, επικαλούμενος ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και τήρησης της αμερικανικής νομοθεσίας.

Η πρωτοβουλία του 2026 για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ

Τον Μάιο του 2026 ο Παππάς ανακοίνωσε ότι διακομματικό νομοσχέδιο για την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συνεργασίας προχώρησε από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Στην πρωτοβουλία συμμετείχαν επίσης οι Γκας Μπιλιράκης, Ντίνα Τάιτους και Νικόλ Μαλιωτάκη.

Το νομοσχέδιο προέβλεπε την πενταετή παράταση της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα μέσω του προγράμματος Διεθνούς Στρατιωτικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (IMET), με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας και της διαλειτουργικότητας των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών.

«Η Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών για τη διασφάλιση της περιφερειακής ασφάλειας και ευημερίας», είχε δηλώσει ο Πάππας.

Στην ίδια παρέμβαση υπογράμμισε ότι η στρατιωτική εκπαιδευτική συνεργασία αποτελούσε κρίσιμο στοιχείο των διμερών σχέσεων.

«Θα συνεχίσω να πιέζω για την ψήφιση της νομοθεσίας, ώστε να ενισχύσουμε τη συνεργασία με τη σύμμαχό μας, την Ελλάδα, και να προστατεύσουμε τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας της Αμερικής», ανέφερε.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εντάχθηκε στη γενικότερη δραστηριότητά του για την ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η προσωπική ζωή και η ιστορική πρωτιά στη Γερουσία

Ο Κρις Πάππας ζει στο Μάντσεστερ με τον σύζυγό του, Βαν Μπέντλεϊ, με τον οποίο είχε ανακοινώσει τον αρραβώνα του τον Δεκέμβριο του 2021.

Στην προσωπική του ιστοσελίδα ανέφερε ότι αγαπούν το τρέξιμο, τα επιτραπέζια παιχνίδια και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις με τα ανίψια και τους συγγενείς τους.

Η προσωπική του ζωή δεν αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας, παρά το γεγονός ότι η εκλογή του στη Γερουσία συνδέθηκε με μια σημαντική ιστορική πρωτιά.

«Δεν είμαι υποψήφιος για να γράψω ιστορία», είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, επισημαίνοντας ότι οι ψηφοφόροι επικεντρώθηκαν κυρίως στις πολιτικές του θέσεις και στα προβλήματα της καθημερινότητας.

Η εκλογική του επικράτηση ολοκλήρωσε μια διαδρομή που ξεκίνησε από την τοπική πολιτική του Νιου Χάμσαϊρ και συνεχίστηκε με τέσσερις θητείες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Για την ελληνική ομογένεια, η ανάδειξή του στη Γερουσία απέκτησε ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς ένας πολιτικός με καταγωγή από την Ελλάδα, που είχε αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την Αθήνα και τη Λευκωσία, εξασφάλισε θέση σε ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα που διαμορφώνουν την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

ΕΚΛΟΓΕΣ ΗΠΑ: Ο πρώτος ισπανόφωνος κυβερνήτης στην Καλιφόρνια-Ο Ταλάρικο που κέρδισε στο Τέξας μετά από 38 χρόνια για τους Δημοκρατικούς κι ο πάστορας που κέρδισε μετά από 94 χρόνια

Ο Χαβιέρ Μπεσέρα διαδέχεται τον Γκάβιν Νιούσομ και γίνεται ο πρώτος ισπανόφωνος κυβερνήτης της Καλιφόρνιας.

Ο Δημοκρατικός Χαβιέρ Μπεσέρα εξελέγη κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, επικρατώντας του Ρεπουμπλικανού Στιβ Χίλτον, και θα διαδεχθεί τον Γκάβιν Νιούσομ. Ο πρώην υπουργός Υγείας της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν γράφει ιστορία, καθώς γίνεται ο πρώτος ισπανόφωνος που εκλέγεται κυβερνήτης στην πολυπληθέστερη πολιτεία των ΗΠΑ.

Η επικράτησή του θεωρούνταν αναμενόμενη, καθώς διατηρούσε σημαντικό προβάδισμα έναντι του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του. Με καταμετρημένο λίγο περισσότερο από το 50% των ψήφων, ο Μπεσέρα είχε συγκεντρώσει διπλάσιο αριθμό ψήφων από τον Χίλτον.

Ποιος είναι ο νέος κυβερνήτης της Καλιφόρνια

Γιος Μεξικανών μεταναστών, ο Χαβιέρ Μπεσέρα αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας με πληθυσμό σχεδόν 40 εκατομμυρίων κατοίκων, η οποία αποτελεί παραδοσιακό προπύργιο των Δημοκρατικών. Σύμφωνα με την απογραφή του 2020, περίπου το 40% των κατοίκων της Καλιφόρνιας είναι Λατινοαμερικανοί, ποσοστό που παρουσιάζει αυξητική τάση. Η εκλογή του Μπεσέρα αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο συμβολισμό για την πολιτεία.

Ο Νιούσομ και οι προεδρικές εκλογές του 2028

Ο απερχόμενος κυβερνήτης Γκάβιν Νιούσομ ολοκληρώνει τη δεύτερη θητεία του, καθώς δεν είχε δικαίωμα να διεκδικήσει τρίτη. Παραμένει, ωστόσο, μία από τις σημαντικές προσωπικότητες του Δημοκρατικού Κόμματος και θεωρείται ένα από τα φαβορί για το χρίσμα του κόμματος ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Ιστορική νίκη του Τζέιμς Ταλαρίκο στο Τέξας, στους Δημοκρατικούς η έδρα μετά από 38 χρόνια, η «μονομαχία» της οικογένειας Μπους και του Τραμπ


Η κατά τα φαινόμενα εύκολη επικράτηση του Τζέιμς Ταλαρίκο στις εκλογές για την έδρα της Γερουσίας στο Τέξας είναι για τους Δημοκρατικούς μια σημαντική πολιτική νίκη σε μια Πολιτεία που έχει να ψηφίσει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1988. Εξίσου σημαντική είναι και η νίκη της Τζίνα Χινογιόσα που εκτόπισε τον Τζέιμς Άμποτ από κυβερνήτη της Πολιτείας.

Η περίπτωση όμως του Ταλαρίκο είναι μια -έστω καθυστερημένη- νίκη για την οικογένεια Μπους έναντι του Ντόναλντ Τραμπ.

Για τα δεδομένα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, η απόφαση των Μπους, της πανίσχυρης πολιτικής οικογένειας που είναι ταυτισμένη με τους Ρεπουμπλικανούς, να στηρίξει τον Τζέιμις Ταλαρίκο ήταν μια ασυνήθιστη «αποστασία».

Περίπου 20 ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, η Μπάρμπαρα Μπους, κόρη και εγγονή δύο προέδρων, ανακοίνωσε ότι χρηματοδότησε την εκστρατεία του Ταλαρίκο, ενώ και ο θείος της, Νιλ Μπους, όχι απλά δήλωσε τη στήριξή του, αλλά και ψήφισε υπέρ του.

Λίγους μήνες νωρίτερα ο Νιλ Μπους είχε χάσει από τον Κεν Πάξτον για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, οπότε η απόφασή του να περάσει πολιτικά στην άλλη όχθη ίσως και ένα είδος πολιτικής εκδίκησης.

Ο ίδιος εξήγησε ότι άλλαξε πλευρά γιατί ο Πάξτον ήταν από τα στελέχη που επέμεναν ότι ο Τζο Μπάιντεν είχε «κλέψει» από τον Τραμπ τις προεδρικές εκλογές του 2020.

Πέρα από αυτό, «η ψήφος μου επηρεάστηκε και από τον ειλικρινή μου θαυμασμό για τον χαρακτήρα και τις αρχές που βλέπω στον Τζέιμς Ταλαρίκο», όπως έγραψε σχετικά. Μια έμμεση αναφορά ίσως σε κάποια σκάνδαλα από το παρελθόν του Πάξτον που απογοήτευσαν τις γυναίκες ψηφοφόρους, το βασικό ίσως κοινό του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου.

Φαίνεται, μάλιστα, ότι καθόλου δεν βοήθησε το εξαιρετικά επιθετικό στυλ του Τραμπ που δεν έχανε την ευκαιρία να επιτίθεται κατά του Ταλαρίκο -ή «Ταλαφρίκο», όπως τον έλεγε- με αυθαίρετες κατηγορίες, όπως περί ομοφυλοφιλίας.

Η οικογένεια των Μπους έχει, σε κάθε περίπτωση, μια δύσκολη σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ από τότε που νίκησε τον Τζεμπ Μπους, τον πρώην κυβερνήτη της Φλόριντα, κατά τη διάρκεια των προκριματικών εκλογών των Ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές εκλογές του 2016.

Ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος είχε χαρακτηρίσει τον Τραμπ «καυχησιάρη» και αποκάλυψε ότι είχε ψηφίσει τη Χίλαρι Κλίντον στις εκλογές του 2016. Ο γιος του, επίσης πρόεδρος, τον οποίο είχε επικρίνει ο Τραμπ για την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ το 2003, και αυτός συντονίστηκε με τις (ήπιες) επιθέσεις κατά του Τραμπ, αλλά όπως σημείωνε ο Guardian, δεν ψήφισε ποτέ τον Τραμπ.

Οι Μπους προβάλλονται ως υποστηρικτές μιας παραδοσιακής πτέρυγας των Ρεπουμπλικανών, που διαφωνεί με το στυλ ή και την ιδεολογία του Τραμπ. «Η δημοκρατία μας εξαρτάται στους ηγέτες που σέβονται τους θεσμούς μας, λένε την αλήθεια, αποδέχονται τη λογοδοσία και επιδιώκουν να ενώσουν παρά να διχάσουν», έγραφε ο Νιλ Μπους στο μήνυμά του για αυτή την αλλαγή πορείας. Σαφές είναι ποιος δεν τα εκφράζει αυτά.

Η εσωκομματική επικράτηση του Πάξτον ήταν μια αποφασιστική νίκη για το κίνημα MAGA, έγραφαν τα αμερικανικά ΜΜΕ, ή, αν το διαβάσουμε με ένα διαφορετικό τρόπο, το τέλος ενός ολόκληρου μηχανισμού που είχε στο Τέξας η οικογένεια Μπους.

Αν και οι δημοσκοπήσεις έφερναν τον Πάξτον και τον Ταλαρίκο να δίνουν μάχη στήθος με στήθος, η εκλογική βραδιά αποδείχτηκε αρκετά πιο εύκολη για τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, που κέρδισε με σχεδόν 20 μονάδες διαφορά.

Η ανατροπή του αιώνα στο Κάνσας: Ένας πάστορας έβαλε τέλος σε 94 χρόνια κυριαρχίας των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία


Μια ιστορική πολιτική ανατροπή σημειώθηκε στο Κάνσας, όπου ο Άνταμ Χάμιλτον επικράτησε του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ, χαρίζοντας στους Δημοκρατικούς την πρώτη τους νίκη σε εκλογές για τη Γερουσία στην πολιτεία εδώ και 94 χρόνια.

Με καταμετρημένο το 93% των ψήφων, σύμφωνα με αμερικανικά ΜΜΕ, ο Χάμιλτον συγκέντρωνε το 53%, έναντι 44,8% του Μάρσαλ.

Ο 62χρονος μεθοδιστής πάστορας έγινε έτσι ο πρώτος Δημοκρατικός που εκλέγεται στη Γερουσία των ΗΠΑ από το Κάνσας από το 1932, επικρατώντας σε μια αναμέτρηση που εξελίχθηκε την τελευταία στιγμή σε μία από τις σημαντικότερες εκλογικές μάχες των φετινών ενδιάμεσων εκλογών.

Το Κάνσας αναδείχθηκε απροσδόκητα σε μία από τις πολιτείες όπου οι Δημοκρατικοί διεκδικούσαν μια κρίσιμη έδρα, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Το Cook Political Report είχε χαρακτηρίσει την αναμέτρηση αμφίρροπη, επισημαίνοντας ότι η πολιτεία συγκαταλεγόταν στις αγροτικές περιοχές που είχαν πληγεί ιδιαίτερα από τις υψηλές τιμές καυσίμων και λιπασμάτων, λόγω και των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν.

Ο Ρεπουμπλικανός Ρότζερ Μάρσαλ, 66 ετών, εκπροσωπούσε το Κάνσας στη Γερουσία από το 2021. Προηγουμένως είχε υπηρετήσει δύο θητείες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ωστόσο, η επαγγελματική του δραστηριότητα ως μαιευτήρα βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας, μετά από δημοσίευμα των New York Times σύμφωνα με το οποίο είχε κινηθεί δικαστικά εναντίον εκατοντάδων ασθενών του για ανεξόφλητους ιατρικούς λογαριασμούς. Μάλιστα, δεκάδες από αυτούς είχαν συλληφθεί επειδή δεν εμφανίστηκαν στις προγραμματισμένες δικαστικές διαδικασίες.

Ποιος είναι ο πάστορας που έγραψε ιστορία

Ο Δημοκρατικός Άνταμ Χάμιλτον, 62 ετών, ηγείται της μεγαλύτερης μεθοδιστικής εκκλησιαστικής κοινότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες, της Church of the Resurrection, η οποία εδρεύει στην ευρύτερη περιοχή του Κάνσας Σίτι. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «Δημοκρατικός με ανεξάρτητη σκέψη» και είχε υποστηρίξει στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ότι το Κάνσας θα ωφελούνταν εάν εκπροσωπούνταν στη Γερουσία από έναν γερουσιαστή κάθε κόμματος. Η άλλη έδρα της πολιτείας εξακολουθεί να ανήκει στον Ρεπουμπλικανό Τζέρι Μόραν.

Στις προεδρικές εκλογές του 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επικρατήσει στο Κάνσας με διαφορά 16 ποσοστιαίων μονάδων. Ωστόσο, τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Μάρσαλ, ιδιαίτερα οι αποκαλύψεις για τις δικαστικές διεκδικήσεις οφειλών από ασθενείς του, σε συνδυασμό με την προσπάθεια του Χάμιλτον να προσελκύσει ψηφοφόρους και από τα δύο κόμματα, συνέβαλαν στη μετατροπή της αναμέτρησης σε αμφίρροπη μάχη.

Ο Τραμπ πραγματοποίησε προεκλογική συγκέντρωση στο Κάνσας στα τέλη Οκτωβρίου, επιδιώκοντας να κινητοποιήσει τη βάση των Ρεπουμπλικανών υπέρ του Μάρσαλ.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, ο Χάμιλτον υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους ότι θα ήταν περισσότερο προσιτός και διαθέσιμος για επικοινωνία μαζί τους σε σύγκριση με τον Μάρσαλ.

Ο απερχόμενος γερουσιαστής είχε πραγματοποιήσει την τελευταία ανοιχτή δημόσια συνάντησή του με πολίτες στις αρχές του 2025, όταν αποχώρησε έπειτα από έντονες ερωτήσεις που δέχθηκε. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι τέτοιου είδους συναντήσεις είχαν καταστεί «αντιπαραγωγικές και επικίνδυνες».

Παρά τη μακροχρόνια κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στις εκλογές για τη Γερουσία, το Κάνσας δεν είναι μια πολιτεία όπου οι Δημοκρατικοί αδυνατούν να κερδίσουν πολιτειακά αξιώματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απερχόμενη κυβερνήτης Λόρα Κέλι, επίσης Δημοκρατική, η οποία βρίσκεται στην ηγεσία της πολιτείας από το 2019.