Η εκτέλεση της τσαρικής οικογένειας των Ρομανόφ - Η δολοφονία του Μοϊσέι Ουρίτσκι, επικεφαλής της Μυστικής Αστυνομίας του Πέτρογκραντ (Πετρούπολης) - Η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν από τη Φάνια Καπλάν και η σωτηρία του από θαύμα - Τα φρικτά αντίποινα των Μπολσεβίκων - Η σύγκριση του Λένιν με τον... Χριστό
Η εκτέλεση των Ρομανόφ
Η «Οικία Ιπάτιεφ» όπου κατοικούσε ως τότε ένας πρώην μηχανικός των σιδηροδρόμων είχε μετατραπεί σε «Οικία Ειδικού Σκοπού». Αν και είχε τοποθετηθεί γύρω της ένας ψηλός ξύλινος φράχτης που εμπόδιζε οποιαδήποτε θέα από τα παράθυρα, το κάθε μέλος της τσαρικής οικογένειας είχε το δικό του δωμάτιο. Το καλοκαίρι του 1918 ξέσπασε στην πόλη επιδημία τύφου, με πολλά θύματα. Παράλληλα, από τα τέλη Μαΐου είχαν φτάσει στο Εκατερίνμπουργκ ναύτες του στόλου της Κροστάνδης που εκτέλεσαν 45 ντόπιους, Ορθόδοξους κληρικούς. Επίσης, είχαν «κακοποιήσει και βιάσει γυναίκες, εκτελέσει μεγαλοαστούς και (είχαν) εισβάλει στο τοπικό αποστακτήριο, κλέβοντας μεγάλες ποσότητες βότκας που, αργότερα, μοίρασαν στον όχλο». Ο πρώην τσάρος, Νικόλαος Β’ αγνοούσε ότι ο Μέγας Δούκας Μιχαήλ, νεότερος αδερφός του, που θεωρητικά, θα αναλάμβανε την εξουσία μετά την παραίτηση του ίδιου, είχε απαχθεί στις 12 Ιουνίου, από τις φυλακές του Περμ και είχε εκτελεστεί, δια τυφεκισμού στο κοντινό δάσος. Η σορός του Μιχαήλ αποτεφρώθηκε σε κάποιον κλίβανο της περιοχής, ενώ η Cheka, η Μυστική Αστυνομία των Μπολσεβίκων είχε φροντίσει να διαδοθεί ότι ο Μιχαήλ φυγαδεύτηκε από «Λευκούς». Οι Τσέχοι, που είχαν εξεγερθεί κατά των Μπολσεβίκων έφτασαν στα τέλη Ιουνίου 1918 στα περίχωρα του Εκατερίνμπουργκ. Προφανώς, κάτι γνώριζε ο Νικόλαος Β’, όταν έγραφε στο ημερολόγιό του (29/06/1918), ότι έχει λάβει δύο επιστολές που αναφέρουν ότι σύντομα θα διασωθούν από «έμπιστα άτομα». Η βοήθεια όμως άργησε…
Η τελευταία καταγραφή του πρώην τσάρου στο ημερολόγιό του έγινε στις 13 Ιουλίου 1918 και αφορούσε την κατάσταση της υγείας του γιου του Αλέξιου, που παρουσίαζε βελτίωση. Η μοίρα των Ρομανόφ όμως ήταν προδιαγεγραμμένη. Σε συνεδρίαση στο Κρεμλίνο, οι Λένιν, Ντζερζίνσκι και Σβέρτλοφ αποφάσισαν ότι ο Νικόλαος Β’ και η οικογένειά του έπρεπε να εκτελεστούν. Θεώρησαν ότι αν εξοντωθούν οι Ρομανόφ, οι εχθροί των Μπολσεβίκων που θα έχαναν το ίνδαλμά τους, θα απογοητεύονταν και θα διαλύονταν. Έπεσαν όμως τελείως έξω, καθώς η απόφασή τους αυτή μετέτρεψε τους Ρομανόφ σε μάρτυρες και οδήγησε σε κλιμάκωση των συγκρούσεων.
Ο Λένιν, δεν θέλησε να πάρει το βάρος των εκτελέσεων, καθώς αυτή αφορούσε και παιδιά και μετέφερε την απόφαση των Σοβιέτ των Ουραλίων… Τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Ιουλίου 1918 η πρώην τσαρική οικογένεια οδηγήθηκε στο υπόγειο της Οικίας Ιπάτιεφ από τους φρουρούς τους, οι μισοί από τους οποίους ήταν Ούγγροι διεθνιστές, με διοικητή τον Γιάκοφ Μιχαΐλοφ Γιουρόφσκι. Ο Αλέξιος, που είχε πρόβλημα στο γόνατο, δεν μπορούσε να κατέβει τα σκαλιά και ο πατέρας του τον πήρε αγκαλιά. Στο υπόγειο, ο Γιουρόφσκι ανακοίνωσε τη θανατική ποινή και αμέσως μετά ακολούθησαν πυροβολισμοί, που μετέτρεψαν το πάτωμα του υπογείου σε μια λίμνη αίματος. Ο μικρός Αλέξιος δεν πέθανε ακαριαία. Ο Γιουρόφσκι έβγαλε το πιστόλι Colt από τη θήκη του και εκτέλεσε εν ψυχρώ το παιδί με δύο σφαίρες στο κεφάλι. Τα επτά μέλη της οικογένειας που εκτελέστηκαν ήταν οι: Τα επτά μέλη της οικογένειας που εκτελέστηκαν ήταν οι: Νικόλαος Β’ (1868-1918), η τσαρίνα Αλεξάνδρα Φιοντόροβνα (1872-1918) και τα παιδιά τους, Όλγα (1895-1918), Τατιάνα (1897-1918), Μαρία (1899-1918), Αναστασία (1901-1918) και Αλέξιος. Μαζί με την τσαρική οικογένεια εκτελέστηκαν και τέσσερις συνοδοί τους, οι: Ευγένιος Μπότκιν, Άννα Ντεμίντοβα, Αλεξέι Τρουπ και Ιβάν Χαριτόνοφ. Οι σοροί μεταφέρθηκαν σε δάσος της περιοχής, καταστράφηκαν με οξύ και φωτιά και πετάχτηκαν σε λάκκους, οι οποίες σκάφτηκαν σε τοποθεσία που δεν μπορούσαν να εντοπίσουν οι «Λευκοί» που πλησίαζαν. Οι τάφοι των μελών της τσαρικής οικογένειας ανακαλύφθηκαν μόλις το 1991, ενώ τα λείψανα της Μαρίας και του Αλέξιου, το 2007. Η Cheka διέδωσε ότι οι Ρομανόφ φυγαδεύτηκαν από «Λευκούς». Δεν ήταν όμως οι μόνοι Ρομανόφ που βρήκαν τραγικό θάνατο.
Το επόμενο βράδυ, 18 Ιουλίου 1918, άλλα μέλη της οικογένειας Ρομανόφ είχαν την ίδια τύχη. Ανάμεσά τους ήταν η μεγάλη δούκισσα Ελιζαμπέτα Φεντόροβνα, αδελφή της τσαρίνας. Η εκτέλεση έγινε στο Αλαπάγεσκ, 130 χιλιόμετρα βόρεια του Εκατερίνμπουργκ. Τα θύματα οδηγήθηκαν από την αυτοσχέδια φυλακή τους στο πλημμυρισμένο φρεάτιο ενός αρχείου. Οι φρουροί, οι μισοί από τους οποίους εκεί ήταν Αυστριακοί διεθνιστές, εκτέλεσαν επί τόπου τον μέγα δούκα Σεργκέι, επειδή αντιστάθηκε και έριξαν τους υπόλοιπους στο φρεάτιο. Επειδή όμως πολλά από τα θύματα παρέμειναν στην επιφάνεια του νερού ψάλλοντας ύμνους, οι φρουροί έριξαν χειροβομβίδες και τους εξόντωσαν όλους.
Η Cheka δικαιολόγησε και αυτές τις εξαφανίσεις ως φυγάδευση των θυμάτων από τους «Λευκούς». «Η εκτέλεση των Ρομανόφ, των συγγενών και των φίλων τους σηματοδότησε την έναρξη ενός ολοκληρωτικού πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου «η αξία της ανθρώπινης ζωής» (Orlando Figes, ‘‘A People’s Tragedy’’, Λονδίνο, 2017), η αίσθηση της ενοχής και ο σεβασμός προς τους αθώους ήταν άγνωστες έννοιες» γράφει ο Antony Beevor.
Μια δολοφονία και η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν - Η αρχή της ανεξέλεγκτης βίας
Μετά από καταδίωξη, ο νεαρός μπήκε σε ένα από τα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας και συνελήφθη. Οδηγήθηκε στο κτίριο της Cheka για ανάκριση. Ο επικεφαλής των διωκτών του Σανγκάιλο ήθελε να μάθει αν επρόκειτο για κάποια ευρύτερη συνωμοτική ενέργεια. Ο πατέρας του νεαρού Κανέγκισερ είπε ότι ο γιος του, το μόνο που ήθελε ήταν να πάρει εκδίκηση για τον καλύτερο φίλο του, έναν νεαρό που λεγόταν Περέλστβεϊγκ, που δολοφονήθηκε μετά από εντολή του Ουρίτσκι. Όμως, οι Αρχές ήταν βέβαιες ότι επρόκειτο για συνωμοσία.
Η απόπειρα δολοφονίας κατά τον Λένιν (30 Αυγούστου 1918)
Ο Πλάτεν, άρπαξε τον Λένιν από το κεφάλι και τον έσπρωξε προς τα κάτω. Ο Λένιν γλίτωσε και ο Πλάτεν επίσης, με ένα γδάρσιμο από τη δολοφονική απόπειρα. Ο Φριτς Πλάτεν, που βοήθησε πολύ τον Λένιν και έπειτα του έσωσε τη ζωή έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Συνελήφθη το 1938, στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εκτελέστηκε το 1942.
Λίγο αργότερα, κατά τη μετακίνηση των Μπολσεβίκων από την Πετρούπολη στη Μόσχα, όπου μετέφεραν την πρωτεύουσά τους φοβούμενοι γερμανική επίθεση υπήρξε μια απρόοπτη... σιδηροδρομική συνάντηση. Το τρένο στο οποίο επέβαινε και ο Λένιν, με φρουρά Λετονών τυφεκιοφόρων υπό τον Μπερεζίν "συναντήθηκε", στον σταθμό Malaya Vishera στο Νόβγκοροντ με ένα τρένο που μετέφερε λιποτάκτες από το μέτωπο (τουλάχιστον 400 ναύτες και 200 στρατιώτες). Οι Λετονοί τυφεκιοφόροι όμως, υπέρτεροι αριθμητικά αφόπλισαν τους λιποτάκτες και το τρένο με τον Λένιν και τους υπόλοιπους συνέχισε κανονικά τη διαδρομή του.
Μετά την εξέγερση των Αριστερών Εσέρων, τον Ιούλιο του 1918, ο Λένιν ήταν έντονα θορυβημένος. Οι Αριστεροί Εσέροι ήταν μέλη του Ρωσικού Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος τα οποία στήριξαν τους Μπολσεβίκους. Αν και ανησυχούσε για την προσωπική του ασφάλεια και πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Ουρίτσκι ο Λένιν αποφάσισε την ίδια μέρα (30/8/1918) να μιλήσει σ' ένα εργοστάσιο στη Μόσχα. Μάταια η σύζυγός του Ναντέζνα Κρούπσκαγια προσπαθούσε να τον αποτρέψει. Ο Λένιν, μετά από μια σύντομη ομιλία στην Κεντρική Αγορά Σιτηρών πήγε στο εργοστάσιο Μίκελσον, στο νότιο τμήμα της Μόσχας. Καθώς μιλούσε με κάποιους μέσα στο κτίριο, μια νεαρή γυναίκα ρώτησε τον οδηγό του αν ο Λένιν επισκέφτηκε όντως το εργοστάσιο. Αυτή ήταν η Φάνια Εφίμοβνα Καπλάν, κόρη Εβραίου δασκάλου και πρώην αναρχική που είχε προσχωρήσει στους Αριστερούς Εσέρους, μετά τη γνωριμία της σε κάποια φυλακή με τη Μαρία Σπιριντόνοβα, ηγετικού στελέχους τους. Η Σπιριντόνοβα είχε δολοφονήσει το 1905 έναν αξιωματικό της Αστυνομίας και η Καπλάν σε ηλικία μόλις 16 ετών καταδικάστηκε σε ισόβια για βομβιστική επίθεση εναντίον τσαρικού στόχου. Απελευθερώθηκε όμως από τους Μπολσεβίκους. Αλλά το απεχθές καθεστώς και η κατάργηση του θεσμού της Συντακτικής Συνέλευσης την οδήγησαν στην ένταξη στους Εσέρους και στην απόφαση να δολοφονήσει τον Λένιν.
Η Καπλάν μπήκε στο πλήθος που ακολουθούσε του Λένιν κατά την έξοδό του από το εργοστάσιο και όταν αυτός σταμάτησε στην πόρτα του αυτοκινήτου του για να συνομιλήσει με μια γυναίκα που διαμαρτυρόταν για τις κατασχέσεις τροφίμων σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, τον πυροβόλησε τρεις φορές με ένα πιστόλι Browning. Μία σφαίρα τραυμάτισε τον Λένιν στον ώμο και η άλλη στον αυχένα, στο ύψος της γνάθου, ενώ η τρίτη τραυμάτισε τη γυναίκα που μιλούσε με τον Λένιν. Η Καπλάν αρχικά διέφυγε, σύντομα όμως συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο κτίριο Λουμπιάνκα όπου ανακρίθηκε από τον Λετονό Τσεκιστή (<Cheka), Γιάκοβ Πέτερς. Παραδέχτηκε ότι πυροβόλησε τον Λένιν είπε όμως ότι δεν είχε συνεργάτες και δεν αποκάλυψε ποιος της έδωσε το πιστόλι. Η Cheka ήταν πεπεισμένη ότι επρόκειτο για σχέδιο των Βρετανών. Συνέλαβε τον Βρετανό εκπρόσωπο στη Μόσχα Μπρους Λόκχαρντ και τον οδήγησε στο ίδιο κελί με την Καπλάν. Εκεί φάνηκε ότι οι δύο τους δεν γνωρίζονται. Η Καπλάν οδηγήθηκε σ' ένα κελί στο υπόγειο του Κρεμλίνου. Εκεί, στις 3 Σεπτεμβρίου εκτελέστηκε με μια σφαίρα στον αυχένα. Οι Τσεκιστές κάλυψαν τον θόρυβο του πυροβολισμού πατώντας ταυτόχρονα το γκάζι των αυτοκινήτων τους.
Στις 31 Αυγούστου απόσπασμα ανδρών της Cheka εισέβαλε στην Βρετανική Πρεσβεία στο Πέτρογκραντ με εντολή να συλληφθεί ο Βρετανός Ναυτικός Ακόλουθος Φράνσις Κρόμι, ο οποίος σχεδίαζε την ανατροπή της κυβέρνησης Λένιν. Ο Κρόμι, θέλοντας να εξασφαλίσει τη φυγή των δύο Ρώσων κατασκόπων του άρχισε να πυροβολεί με το περίστροφό του εναντίον του αποσπάσματος. Όταν τελείωσαν οι σφαίρες του, οι Τσεκιστές τον σκότωσαν. Πολλοί αξιωματικοί και εργαζόμενοι στη Βρετανική Πρεσβεία συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι, στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων.
Την ίδια μέρα έφτασε στο Πέτρογκραντ ο ιδρυτής της Τσέκα Φέλιξ Ντζερζίνσκι για να ανακρίνει, προσωπικά, τον Κανέγκισερ, ο οποίος δεν αποκάλυπτε τους συνεργάτες του ή το άτομο που του παρείχε το περίστροφο. Η Cheka ισχυριζόταν ότι μετά από έρευνα στο διαμέρισμά του βρέθηκε μια λίστα με 467 διευθύνσεις μελών της Προσωρινής Κυβέρνησης Κερένσκι, Στρατηγών του Τσαρικού Στρατού και Δεξιών Σοσιαλεπαναστατών. Αυτό δεν ίσχυε κατά πάσα πιθανότητα, γιατί ο Κανέγκισερ ήταν ένα απλό μέλος του ανίσχυρου Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο Κανέγκισερ έμεινε στη φυλακή για μερικούς ακόμα μήνες. Βασανίστηκε φρικτά και τελικά εκτελέστηκε με μια σφαίρα στο κεφάλι, στις 21 Δεκεμβρίου 1918.
Ο Λένιν αναρρώνει από θαύμα και συγκρίνεται... με τον Χριστό!
Η Σαρλότ Κορντέ ήταν η γυναίκα που δολοφόνησε στο λουτρό του τον Ζαν Πολ Μαρά το 1793. Όμως, η οργή του καθεστώτος και των οπαδών του άγγιξε τα όρια της υστερίας: "Σκοπός μας είναι να εκδικηθούμε τον τραυματισμό του πολυαγαπημένου ηγέτη του Παγκόσμιου Προλεταριάτου τον Συντρόφου Λένιν".
(9/9/1918, RGASPI 67/1/95/134). Ακόμα και ο μοχθηρός Τσεκιστής Μοϊσέι Ουρίτσκι αντιμετωπίστηκε ως οσιομάρτυρας.
Η κηδεία του ήταν μεγαλοπρεπής, ενώ νωρίτερα η σορός του περιφερόταν για αρκετή ώρα στους δρόμους της πόλης, τυλιγμένη με μπροκάρ, ένα πανάκριβο ύφασμα. Οι Μπολσεβίκοι που ακολουθούσαν την περιφορά της σορού φορούσαν διάφορες στολές και κρατούσαν πανό με ιδιαίτερα απειλητικά συνθήματα: "Χιλιάδες δικά σας κεφάλια για κάθε έναν ηγέτη μας".
"Μια σφαίρα στο στήθος για κάθε εχθρό της εργατικής τάξης" και "Θάνατος στους μισθοφόρους του αγγλογαλλικού κεφαλαίου" (Sergei P. Melgunov, "Red Terror in Russia 1918-1923, Λονδίνο 1925). Παρόμοια συνθήματα κατέκλυζαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων του κόμματος (RGASP) 67/1/95/31).
Ο «Κόκκινος Τρόμος» και τα θύματά του
Οι Τσεκιστές δεν δρούσαν τη μέρα, αλλά κατά τις «Νύχτες Τρόμου». Ο Ντζερζίνσκι και ο Πέτερς ξεκίνησαν αυτή την τακτική και τους ακολούθησαν οι ανακριτές και οι εκτελεστές. Οι φυλακισμένοι αναφέρονταν συχνά στον «Κομισάριο θάνατο που έρχεται όταν πέσει το σκοτάδι». Οι καταδικασμένοι κρατούμενοι στα κτίρια της Cheka υποχρεώνονταν να γδυθούν εντελώς, για να δοθούν τα ρούχα τους στους επόμενους, μια πρακτική που ακολούθησαν οι Ναζί 25 χρόνια αργότερα. Στη συνέχεια οδηγούνταν στα υπόγεια ή σε ανοιχτούς τάφους και αναγκάζονταν να πέσουν στα γόνατα για να διευκολύνουν τους εκτελεστές τους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν πιστόλια Mauser με ξύλινη λαβή, να τους πυροβολήσουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ορισμένοι εκτελεστές απολάμβαναν όσα έκαναν, ενώ άλλοι κατέρρεαν ψυχολογικά. Το ίδιο έγινε και με τα Τάγματα Θανάτου (Einsatzgruppen) των Ναζί, όπως ανακάλυψε ο Χίμλερ.
Πολλά θύματα είχαν οι Κοζάκοι, των διαφόρων περιφερειών του Ντον. Εκεί, οι Κομμουνιστές φοβούνταν, αλλά και μισούσαν τους Κοζάκους. Ένας πρώην Τσεκιστής αναφέρθηκε στα όσα έγιναν στην περιφέρεια Μορόζφσκι, 220 χιλιόμετρα δυτικά του Τσαρίτσιν. Υπήρχε διαταγή για εξόντωση όλων των Κοζάκων ηλικίας άνω των 45 ετών. Δεν υπήρχε όμως ανώτατο όριο ηλικίας… Εγκέφαλος και εμπνευστής όλων αυτών ήταν κάποιος Μπογκουλάφσκι, πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής της Κοινότητας Κοζάκων Μορόβσκαγια. Μετά το τέλος των ημερησίων δραστηριοτήτων τους, μερικά μέλη της Επιτροπής αυτής συγκεντρώνονταν αργά το απόγευμα στο σπίτι του Μπογκουλάφσκι. Μεθούσαν, έκαναν όργια και στη συνέχεια διέτασσαν τη μεταφορά Κοζάκων από τις φυλακές. Μερικούς τους χρησιμοποιούσαν ως στόχους σκοποβολής, ενώ άλλους τους τρυπούσαν με σπαθιά ή ξιφίδια. Κανείς δεν δικάστηκε για όλα αυτά τα εγκλήματα, ούτε ο Μπογκουλάφσκι, στον κήπο του σπιτιού του οποίου βρέθηκαν αργότερα θαμμένοι 67 σοροί… Ένα μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος είπε ότι στη Μόσχα εκτελούνταν καθημερινά 50-60 άτομα δια τυφεκισμού. Στις περιοχές των Κοζάκων καθημερινό φαινόμενο ήταν η μεταφορά φυλακισμένων για εκτέλεση, μέσα από τους δρόμους των πόλεων, προκαλώντας αγανάκτηση ακόμα και σε όσους Κοζάκους υποστήριζαν τους Κομμουνιστές. Στη διάρκεια των ερευνών στο σπίτια, οι αξιωματούχοι του επαναστατικού στρατοδικείου προχωρούσαν σε κατασχέσεις ποτηριών, πιάτων και κουταλιών (!), συνήθως για προσωπική τους χρήση.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ντζερίνσκι δεν μπορούσε να ελέγξει παντού τους Τσεκιστές, αφού πολλοί από αυτούς αυτοαναγορεύονταν σε εκπροσώπους του νόμου στην περιοχή τους. Για παράδειγμα, στο Κουρσκ, το επίπεδο πειθαρχίας των στρατιωτών ήταν πολύ χαμηλό. Συναναστρέφονταν τους ντόπιους, μεθούσαν και προέβαιναν σε ακόλαστες πράξεις. Είχαν επιτάξει, αυθαίρετα, τα πλέον πολυτελή σπίτια και περιφέρονταν στους δρόμους με ιδιωτικά αυτοκίνητα. Οι Τσεκιστές και οι άνδρες των κομμουνιστικών αποσπασμάτων έκλεβαν σιτηρά που προορίζονταν για τον πληθυσμό για δική τους κατανάλωση είτε για πώληση…

Στο Κίεβο, ο πολυμήχανος Πέτερς δημιούργησε ένα, υποτιθέμενο, ψεύτικο Προξενείο της Βραζιλίας, όπου οι συνεργάτες του προμήθευαν «βίζες» έναντι υψηλού χρηματικού ποσού σε όσους απελπισμένους προσπαθούσαν να διαφύγουν. Φυσικά, μετά τους συλλάμβαναν. Οι Λευκοί, όταν αργότερα κατέλαβαν το Κίεβο έκαναν λόγο για 5.000 σορούς νεκρών και 7.000 αγνοούμενους. Στόχος των Τσεκιστών ήταν οι μεγαλοαστοί.
Το καλοκαίρι το 1918 εφαρμόστηκε ένα νέο σύστημα διανομής τροφίμων. Αυτό διαχώριζε τους πολίτες σε: εργάτες για χειρωνακτικές εργασίες, εργάτες άλλων ειδικοτήτων και μεγαλοαστούς. Τα τρόφιμα μοιράζονταν με αναλογία 4:3:1. Φυσικά, οι burzhui δεν μπορούσαν να επιβιώσουν με τόσο λίγα τρόφιμα. Έτσι αναγκάζονταν να πουλάνε τα περιουσιακά τους στοιχεία έναντι φαγητού. Αυτό γινόταν στην πλατεία Σουκαρέβσκαγια, γεγονός που οδήγησε την ονομασία της μαύρης αγοράς ως «Sukharevka». Οι διαμαρτυρίες χωρικών από το Πέτροβγκραντ προς τον ίδιο τον Λένιν, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, καθώς τα λεγόμενα «αποσπάσματα τροφίμων» άρπαζαν ακόμα και τους σπόρους των σιτηρών που θα χρησιμοποιούνταν για τη συγκομιδή του επόμενου έτους. Έντρομοι οι αγρότες έκρυβαν τα σιτηρά ή τα κατανάλωναν οι ίδιοι πριν την άφιξη των αποσπασμάτων. Οι ίδιοι, σταδιακά καταλάβαιναν ότι οι Μπολσεβίκοι τους χρησιμοποιούσαν πλέον ως δουλοπάροικους του βιομηχανικού προλεταριάτου.
Εξοργισμένος ο Λένιν από την αντίδραση των αγροτών, διέταξε την εντατικοποίηση της δράσης των αποσπασμάτων τροφίμων. Οι αγρότες πλέον καλλιεργούσαν μόνο όσα σιτηρά χρειάζονταν. Μετά τη συγκομιδή έκρυβαν τα σιτηρά σε μεγάλα πήλινα σκεύη και τα έθαβαν στο χώμα. Οι άντρες των αποσπασμάτων στη συνέχεια, έμπαιναν στις αγροικίες και βασάνιζαν τις οικογένειες των χωρικών για να αποκαλύψουν τις κρυψώνες. Κάποιοι αγρότες αντέδρασαν. Δολοφόνησαν τους εισβολείς και αφού άνοιξαν μια μεγάλη τομή στην κοιλιακή χώρα γέμιζαν τις σορούς τους με σιτηρά…
Επίλογος
Πηγή: ANTONY BEEVOR, «ΡΩΣΙΑ 1917-1921 ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ, 2024.









