Η σχέση του Τίτο με τον Στάλιν κατέστη προβληματική όταν οι φιλοδοξίες και ο ηγεμονισμός του πρώτου άρχισαν να έρχονται σε αντίθεση με τον στρατηγικό σχεδιασμό του δεύτερου.
Ο Στάλιν, ευθύς εξ αρχής, ήθελε να δημιουργήσει μια ασπίδα στα δυτικά της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς από εκεί η πατρίδα του δέχθηκε την εισβολή από τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ. Σε αυτό το πλάνο ο Τίτο και η Γιουγκοσλαβία δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο ρόλο πέρα από αυτόν του υπεργολάβου στον ελληνικό εμφύλιο, κάτι που δεν ήταν αρκετό για τον Γιουγκοσλάβο ηγέτη. Είχε τα δικά του επεκτατικά σχέδια για τη Μακεδονία του Αιγαίου, τη Μακεδονία του Πιρίν, την Τεργέστη, το Κόσοβο και την ανατολική Βοϊβοντίνα, ενώ εγκαθίδρυε στην πατρίδα του έναν σοσιαλισμό ο οποίος ελάχιστη σχέση είχε με τον σοβιετικό. Συνεπώς το modus vivendi με τον Στάλιν ήταν προβληματικό.
Όταν ο Σοβιετικός ηγέτης κάλεσε στη Μόσχα μια βουλγαρική και μια γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία στις 10 Φεβρουαρίου 1948, ήδη ήλεγχε πλήρως τις χώρες που είχε απελευθερώσει ο Κόκκινος Στρατός, πλην της Τσεχοσλοβακίας. Το πραξικόπημα της Πράγας έγινε μερικές ημέρες μετά. Το βασικό μέλημα του Στάλιν ήταν πλέον το status quo, και οι βλέψεις του Τίτο προς τα γειτονικά κράτη δεν κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, θεώρησε πως η έκθεση τόσο της Βουλγαρίας όσο και της Γιουγκοσλαβίας στον ελληνικό εμφύλιο ενδεχομένως να οδηγούσε σε άμεση εμπλοκή τα αμερικανικά στρατεύματα, γεγονός ιδιαίτερα επικίνδυνο για την τύχη της μικρής και αδύναμης Αλβανίας. Ο Καρντέλι με τον Τζίλας από τη γιουγκοσλαβική πλευρά και ο Κοστόφ με τον Δημητρόφ από τη βουλγαρική, άκουσαν από τον Στάλιν να προφέρει τη λέξη «σβαρνούτ» που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει αναδίπλωση.
Ο Στάλιν είχε μια σαφή αντίληψη για τον ελληνικό εμφύλιο, παραπλήσια με αυτή που είχε για τον ισπανικό εμφύλιο. Η ανάμιξη της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτούς τους πολέμους κάλυπτε τις τρέχουσες ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής της. Η βοήθεια που παρείχε στους Έλληνες κομμουνιστές και στους Δημοκρατικούς της Ισπανίας ήταν τόση όση για να συντηρούν τον πόλεμο και όχι για να νικήσουν. Όταν ο Στάλιν αντιλήφθηκε πως έπρεπε να αρχίσει να συζητά με τον Χίτλερ, το φθινόπωρο του 1938 απέσυρε τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Το μοτίβο αυτό επαναλήφθηκε μετά από δέκα χρόνια και στον ελληνικό εμφύλιο με το σβαρνούτ. Οι Έλληνες κομμουνιστές διεκπεραίωσαν με επιτυχία το διεθνιστικό τους καθήκον και από εδώ και μπρος αυτό που προείχε ήταν να διαφυλαχθεί το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.
Μετά τη σύσκεψη στη Μόσχα, ο Τίτο, παρόντος του Καρντέλι, κάλεσε τους Ζαχαριάδη και Ιωαννίδη σε μια σύσκεψη στο Βελιγράδι στις 21 Φεβρουαρίου 1948, όπου τους έγινε ενημέρωση για αυτά που είπε ο Στάλιν για τον ελληνικό εμφύλιο. Ο Τίτο ήταν επικριτικός απέναντι στην τακτική του ΔΣΕ που τη χαρακτήρισε αμυντική, λέγοντας: «Η τακτική σας είναι λαθεμένη… να εφαρμόζετε την τακτική των εκτεταμένων ελιγμών, να αναζητάτε τον εχθρό, να μην τον αποφεύγετε…Επί πλέον η παροχή βοήθειας από εμάς δεν προωθεί την υπόθεση, τη δυσχεραίνει…Οι επαφές σας με το λαό είναι ανεπαρκείς και όχι στενές».
Αλλά το πιο ουσιαστικό το άφησε ο Τίτο για το τέλος. Με κυνισμό είπε στους δύο Έλληνες κομμουνιστές: «Να λάβετε υπ΄όψη ότι από ιστορική άποψη, δεν είναι το ίδιο αν σας νικήσει ο Τσαλδάρης ή οι Αμερικάνοι με ανοικτή επέμβαση. Άλλωστε οι Αμερικάνοι φοβούνται τον ανταρτοπόλεμο». Αυτή ήταν μια θέση που αγνοούσε τον φόβο του Στάλιν μήπως οι ΗΠΑ αναμιχθούν στρατιωτικά ευθέως στον ελληνικό εμφύλιο. Μετά από λίγους μήνες επήλθε η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν, με τους Έλληνες κομμουνιστές, πολύ διακριτικά λόγω της γειτνίασης, να τάσσονται στο πλευρό των Σοβιετικών.
Η απόφαση της 5ης Ολομέλειας του ΚΚΕ (30-31/1/1949) δεν ήταν ξεκομμένη από αυτή τη ρήξη. Μπορεί να εξήγγειλε πως: «Σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του…», αλλά αμέσως μετά, συνήλθε η Δεύτερη Ολομέλεια του ΝΟΦ η οποία εξειδίκευσε αυτή τη θέση. Οι Νοφίτες ζήτησαν «να ανακηρυχτεί η ένωση του μακεδονικού λαού σε ένα ενιαίο, ανεξάρτητο, ισότιμο μακεδονικό κράτος στα πλαίσια της λαϊκοδημοκρατικής ομοσπονδίας των βαλκανικών λαών». Δηλαδή ο ΝΟΦ ζητούσε να αποσπαστεί η γιουγκοσλαβική Μακεδονία από το γιουγκοσλαβικό κράτος και μαζί με τη βουλγαρική Μακεδονία και την ελληνική να αποτελέσουν το κράτος της Μακεδονίας σε μια σοσιαλιστική ομοσπονδία. Ήταν μια θέση πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη σοβιετική πολιτική να υπονομευθεί ο Τίτο. Αυτό το ενδεχόμενο εξόργισε τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές οι οποίοι με ένα τηλεγράφημα προς το ΚΚΕ, στις 3 Μαρτίου 1949, εκδήλωσαν την οργή τους. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ιδωθεί η απόφαση της 5ης Ολομέλειας του ΚΚΕ. Ήταν ενταγμένη στη διένεξη Τίτο—Στάλιν.
Βέβαια, τους Έλληνες Μακεδόνες ουδόλως τους ενδιέφερε ποιας σοσιαλιστικής Μακεδονίας θα ήταν υπήκοοι. Η τελική διακύβευση του ελληνικού εμφυλίου αφορούσε την εδαφική αρτιμέλεια της πατρίδας μας.
*Για τις ανάγκες του κειμένου συμβουλεύτηκα το βιβλίο «Έγγραφα από τα γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά αρχεία», επιμέλεια Βασίλειος Κόντης και Σπυρίδων Σφέτας.
https://www.makedonikanea.gr/arthrografia/sbarnoyt-kai-i-makedonia








































