Πού ζούσαν οι Απάτσι - Οι φυλές και ο τρόπος ζωής τους – Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι με τον Αμερικανικό Στρατό – Σε ποιες περιοχές υποχρεώθηκαν να εγκατασταθούν – Πόσοι Απάτσι ζουν σήμερα στις ΗΠΑ;
Ποιοι ήταν οι Απάτσι;

Οι Καϊόβα Απάτσι εντάχθηκαν στους Καϊόβα, των οποίων υιοθέτησαν τα έθιμα. Οι Απάτσι ζούσαν κυρίως από το κυνήγι και τη συλλογή καρπών. Δεν έτρωγαν ερπετά, ούτε ζώα που τρέφονταν από αυτά γιατί δεν τα θεωρούσαν καθαρή τροφή. Ήταν επιδέξιοι κυνηγοί και άριστοι δρομείς. Μπορούσαν να περπατήσουν ακόμα και 100 χιλιόμετρα σε μια μέρα μέσα σε δύσβατα εδάφη προκειμένου να κυνηγήσουν ή να πολεμήσουν. Ήταν μικρόσωμοι (μ.ό. ύψους 1,60 μέτρα) και ικανότατοι στην πάλη σώμα με σώμα. Γυμνάζονταν από μικρή ηλικία. Κύρια όπλα τους ήταν το τόξο, το ακόντιο, το τσεκούρι (τόμαχοκ) και το μαχαίρι που είχαν στη ζώνη. Εξοικειώθηκαν γρήγορα με τα τυφέκια των λευκών. Συνήθιζαν να γδέρνουν τα κρανία των αντιπάλων τους, αν αυτοί ήταν στρατιώτες. Οι Τσιρικάουα υποστήριζαν ότι έμαθαν την τακτική αυτή από τους Μεξικανούς, που έπαιρναν το scalp (σκαλπ το δέρμα του κεφαλιού με τα μαλλιά) από τους νεκρούς Απάτσι. Οι Απάτσι ήταν από τις πιο άγριες ομάδες στα σύνορα Η.Π.Α. και Μεξικού. Αρχικά, προσπάθησαν να γίνουν φίλοι με τους Ισπανούς, τους Μεξικανούς και τους Αμερικανούς. Ωστόσο αναφέρονται επιθέσεις των Απάτσι σε ισπανικές αποστολές. Η αποτυχία των Ισπανών να προστατεύσουν τους Πουέμπλο από τους Απάτσι, κατά τη διάρκεια μιας πενταετούς εποχής ξηρασίας, στα τέλη του 17ου αιώνα οδήγησε στην εξέγερση των λαών του Πουέμπλο, σε συνεργασία με τους Απάτσι (1680). Οι Πουέμπλο διατήρησαν την ανεξαρτησία τους ως το 1692, οπότε πέρασαν πάλι στην κυριαρχία των Ισπανών. Για να αποφύγουν αντίποινα, πολλοί Πουέμπλο κατέφυγαν στους Ναβάχο.
1830: Indian Removal Act και ο δεκάχρονος πόλεμος του Κοτσίζ


Στις 28 Μαΐου 1830 ψηφίστηκε στις Η.Π.Α. ο νόμος για τη «μετατόπιση» των Ινδιάνων (Indian Removal Act). Σύμφωνα με αυτόν, όλες οι ινδιάνικες φυλές που ζούσαν στα ανατολικά έπρεπε να εγκαταλείψουν τα μέρη που ζούσαν και να εγκατασταθούν στα δυτικά του Μισισιπή. Έτσι, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αθέτησε σε όλες τις υποσχέσεις που είχε δώσει στους ινδιάνους, ότι θα παρέμεναν στις περιοχές τους. Το 1848, μετά το τέλος του αμερικανομεξικανικού πολέμου, το Μεξικό παραχώρησε στις ΗΠΑ εδάφη του Τέξας, της Καλιφόρνια, της Αριζόνα, του Νέου Μεξικού, της Γιούτα και της Νεβάδα. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να περιοριστούν και οι ινδιάνοι αυτών των περιοχών. Οι έποικοι ζούσαν ειρηνικά με τους αυτόχθονες, πλην ορισμένων περιπτώσεων όπου πολεμοχαρείς ινδιάνοι έκαναν επιδρομές σε βάρος τους. Μετά τη Συνθήκη του Χιντάλγκο (1848) με την οποία τελείωσε ο πόλεμος ΗΠΑ Μεξικού, Αμερικανοί στρατιώτες άρχισαν να κάνουν όλο και περισσότερο αισθητή την παρουσία τους στις περιοχές που δόθηκαν στις Η.Π.Α. προκαλώντας ανησυχία στους ινδιάνους. Πάντως, τη δεκαετία του 1850 οι ινδιάνοι έκαναν επιθέσεις σε Αμερικανούς που ταξίδευαν στο μονοπάτι της Σάντα Φε και στη Νότια Οδό Μπάτερφιλντ, κυρίως όμως μέσα στο Μεξικό, καθώς περνούσαν τα σύνορα με τις Η.Π.Α.

Από μια λανθασμένη εκτίμηση ενός ενδοοικογενειακού επεισοδίου ξεκίνησε το 1861, πριν το Αμερικανικό Εμφύλιο η μεγάλη εξέγερση των Απάτσι υπό τον Κοτσίζ, αρχηγό των Τσιρικάουα Απάτσι. Συγκεκριμένα, ο ιδιοκτήτης ενός ράντσου, 65 χιλιόμετρα νότια του Τουσόν, Τζον Γουόρντ ξυλοκόπησε άγρια τον μιγά γιο του, ο οποίος έφυγε από το σπίτι. Ο Γουόρντ θεώρησε ότι ο μικρός είχε απαχθεί από ινδιάνους Τσιρικάουα, που είχαν αρχηγό τον Κοτσίζ. Παράλληλα «χρέωσε» και την αρπαγή ενός κοπαδιού του στον Κοτσίζ και ενημέρωσε σχετικά το απόσπασμα του Φρουρίου Μπιουκάναν. Ο Υπολοχαγός Τζορτζ Μπάσκομ συγκρότησε ένα απόσπασμα 54 ανδρών για να επιτεθεί στο πέρασμα των Απάτσι μέσω των βουνών Τσιρικάουα. Παράλληλα κάλεσε τον Κοτσίζ σε συνάντηση, έχοντας στήσει όμως παγίδα στον αρχηγό των Τσιρικάονα. Στις 4 Φεβρουαρίου 1861, ο Κοτσίζ, ανυποψίαστος πήγε στη σκηνή του Μπάσκομ, συνοδευόμενος από τον αδελφό του, δυο ανιψιούς του, μία γυναίκα και δύο παιδιά.
Αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή για όσα έγιναν στο ράντσο του Γουόρντ. Μάλιστα, θεωρώντας υπεύθυνους τους Κογιοτέρος, Απάτσι των Λευκών Ορέων πρότεινε να μεσολαβήσει για να απελευθερωθεί ο νεαρός. Ο Μπάσκομ απάντησε ότι ο Κοτσίζ και η συνοδεία του συλλαμβάνονται! Ο Κοτσίζ έβγαλε το μαχαίρι του και έσκισε τη σκηνή κατορθώνοντας να ξεφύγει. Όσοι τον συνόδευαν όμως κρατήθηκαν ως όμηροι. Έτσι, συνέλαβε τρεις λευκούς και άρχισε διαπραγματεύσεις για να τους ανταλλάξει με τους δικούς του ομήρους. Ο Μπάσκομ δεν δέχτηκε. Έξαλλος ο Κοτσίζ σκότωσε έναν όμηρο και τον έσυρε με το άλογό του, μπροστά σε ένα στρατιωτικό απόσπασμα, ενώ, καθώς δεν του επέστρεφαν τους δικούς του σκότωσε και τους άλλους δύο.
Για αντίποινα, οι λευκοί κρέμασαν έξι αθώους Τσιρικάουα. Ο Κοτσίζ και μια ομάδα πολεμιστών άρχισαν να στήνουν ενέδρες κατά μήκος του περάσματος του Μπάτερφιλντ σκοτώνοντας Μεξικανούς και συλλαμβάνοντας Αμερικανούς. Από μια επιπόλαια ενέργεια ενός Αμερικανού Υπολοχαγού ξεκίνησε ένας πόλεμος με τους ινδιάνους του Κοτσίζ που διήρκησε δέκα χρόνια! Οι Τσιρικάουα είχαν τη βοήθεια των Απάτσι των Λευκών Ορέων, όπως και των Απάτσι Μεμπρένο, υπό την ηγεσία του Μάνγκους Κολοράντο, πεθερού του Κοτσίζ. Κύριος στόχος τους ήταν οι κρατικές άμαξες που διέσχιζαν το πέρασμα Μπάτερφιλντ. Μετά από μια σειρά σκληρών μαχών, δύο Λόχοι Δραγόνων από το Φρούριο Μπρέκινριτζ οδήγησαν τους Απάτσι στο μεξικανικό έδαφος. Οι ινδιάνοι, πριν φύγουν, σκότωσαν όλους τους ομήρους. Με τη σειρά του, ο Μπάσκομ κρέμασε όλους τους ινδιάνους ομήρους που είχε συλλάβει, ανάμεσά τους και τον αδελφό του Κοτσίζ. Αυτό εξόργισε τους Απάτσι που μέσα σε δύο μήνες σκότωσαν τουλάχιστον 150 Αμερικανούς και Μεξικανούς.


Ο Εμφύλιος Πόλεμος των Η.Π.Α., όπως ήταν αναμενόμενο επηρέασε και τις επιχειρήσεις εναντίον των Απάτσι. Ο Αμερικανικός Στρατός εγκατέλειψε τα φρούρια στην περιοχή των Τσιρικάουα. Για να καλύψει το κενό και να εξασφαλίσει τη βόρεια και τη νότια οδό προς την Καλιφόρνια, ο κυβερνήτης της Τζον Ντάουνι οργάνωσε δύο φάλαγγες εθελοντών και έστειλε τη μία στη Γιούτα, υπό τον Συνταγματάρχη Πάτρικ Κόνορ και την άλλη στα νοτιοδυτικά υπό τον Συνταγματάρχη Πάτρικ Κόνορ και την άλλη στα νοτιοδυτικά υπό τον Συνταγματάρχη και μετέπειτα Στρατηγό Τζέιμς Κάρλτον. Ο Κοτσίζ και ο Μάνγκους Κολοράντο αποφάσισαν να αμυνθούν και οχυρώθηκαν κοντά στον εγκαταλελειμμένο σταθμό, κοντά στο πέρασμα των Απάτσι.
Ο Λόχος Εμπροσθοφυλακής του Κάρλτον, υπό τον Λοχαγό Τόμας Ρόμπερτς μπήκε στον σταθμό στις 15 Ιουλίου 1862, με δύο οβιδοβόλα και επαναληπτικά τυφέκια. Ο στρατιώτης Τζον Τιλ πυροβόλησε τον Μάνγκους Κολοράντο στο στήθος. Οι Απάτσι οπισθοχώρησαν προς την έρημο και μερικοί άνδρες μετέφεραν στο Γιάνος του Μεξικού τον Μάνγκο Κολοράντο, όπου με την απειλή όπλων υποχρέωσαν έναν γιατρό να βγάλει τη σφαίρα. Ο Κάρλτον αντιλήφθηκε τη σπουδαιότητα του περάσματος των Απάτσι και διέταξε την κατασκευή του Φρουρίου Μπάουι. Διέταξε τους στρατιώτες του να αντιμετωπίζουν τους Απάτσι σαν να είναι άγρια θηρία. Τον Σεπτέμβριο ανέλαβε τη διοίκηση του Νέου Μεξικού, διαδεχόμενος τον Στρατηγό Έντουαρντ Κάνμπι. Ο Στρατηγός Τζόζεφ Γουέστ ανέλαβε τη διοίκηση του νότιου Νέου Μεξικού.
Η δολοφονία του Μάνγκους Κολοράντο, ο Κιτ Κάρσον και η σφαγή του Σαντ Κρικ (1864)


Το 1864 έγινε ένα φρικιαστικό γεγονός, το οποίο δεν αφορά άμεσα τους Απάτσι, αλλά δύο άλλες φυλές γνωστές σε όσους έχουν διαβάσει, έστω και κόμικς με καουμπόηδες-ινδιάνους, τους Τσεγιέν και τους Αραπάχο. Πρόκειται για τη λεγόμενη «σφαγή του Σαντ Κρικ» (Sand Creek massacre), ουσιαστικά τη σφαγή αμάχων, ως επί το πλείστον, Αραπάχο και Τσεγιέν από τον Αμερικανικό Στρατό (29/11/1864). Μια δύναμη 675 ανδρών του Τρίτου Συντάγματος Ιππικού του Κολοράντο, υπό τη διοίκηση του εθελοντή Συνταγματάρχη Τζον Τσίβινγκτον επιτέθηκε και κατέστρεψε ένα χωριό Τσεγιέν και Αραπάχο στο ΝΑ Κολοράντο. 150 Ινδιάνοι, τα 2/3 των οποίων ήταν γυναικόπαιδα σκοτώθηκαν και ακρωτηριάστηκαν. Ο Τσίβινγκτον ισχυρίστηκε ότι οι νεκροί ήταν 500-600, ο αριθμός αυτός όμως είναι μάλλον υπερβολικός. Η τοποθεσία χαρακτηρίστηκε ως «Εθνικός Χώρος Ιστορικής Σφαγής του Σαντ Κρικ» και διοικείται από την Υπηρεσία Εθνικών Πάρκων.


Η σφαγή των Αραβάιπα (The massacre of Camp Grant)

Το απόγευμα της 28/4/1871, 6 Αγγλοαμερικανοί, 48 Αμερικανομεξικανοί και 92 Ινδιάνοι της φυλής Παπάγκο (οι οποίοι είχαν υποταγεί στους Ισπανούς και είχαν εκχριστιανιστεί από καθολικούς ιερείς) ξεκίνησαν για το φαράγγι Αραβάιπα, όπου έφτασαν τα ξημερώματα της 30ης Απριλίου 1871. Οι περισσότεροι άνδρες Απάτσι έλειπαν για κυνήγι στα βουνά. Μόνο οκτώ πολεμιστές είχαν μείνει στον καταυλισμό. Οι Παπάγκο ανέλαβαν τις δολοφονίες, ενώ Αγγλοαμερικανοί και Αμερικανομεξικανοί εμπόδιζαν τη φυγή των Ινδιάνων. Περίπου 144 Απάτσι και Πινάλ σκοτώθηκαν και ακρωτηριάστηκαν, ενώ σχεδόν όλοι είχαν αποκεφαλιστεί. Οι γυναίκες που επέζησαν βιάστηκαν και 27 από τα 29 παιδιά πουλήθηκαν ως σκλάβοι στο Μεξικό! Τα άλλα δύο δραπέτευσαν. Ο Ουίτμαν ασχολήθηκε με την ταφή των νεκρών. Μόνο μία γυναίκα επιβίωσε από τη σφαγή! Ο Ουίτμαν έστειλε διερμηνείς στα βουνά, που διαβεβαίωσαν τους Αραβάιπα ότι οι στρατιώτες του δεν είχαν καμία εμπλοκή στη σφαγή. Είναι άγνωστο αν αυτό ισχύει, δεν αποκλείεται όμως, αν σκεφτούμε ότι οι κάτοικοι της Αριζόνα θεωρούσαν τη σφαγή «δικαιολογημένη ανθρωποκτονία». Όταν πληροφορήθηκε ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. (από το 1869 ως το 1877) Olysses S. Grant τι είχε συμβεί έγινε έξαλλος. Ήταν αυτός που είχε σχεδιάσει τη μετεμφυλιοπολεμική πολεμική πολιτική και θεωρούσε απαράδεκτες τέτοιες σφαγές. Έστειλε μία επιτροπή ειρήνης στην Αριζόνα, υπό τον Στρατηγό Όλιβερ Χάουαρντ και τον Βίνσεντ Κόιλερ, με σκοπό την επίτευξη ειρήνης, ενώ διαμήνυσε στον Κυβερνήτη της Αριζόνα Σάφορντ ότι οι υπεύθυνοι της σφαγής πρέπει να δικαστούν και να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Τον Οκτώβριο του 1871 ξεκίνησε η δίκη 100 δραστών για 108 αδικήματα! Μετά από 2 μήνες ακροαματικής διαδικασίες, οι Απάτσι βρέθηκαν κατηγορούμενοι για λεηλασίες, καθώς εκεί επικεντρώθηκε τη δίκη! Τελικά χρειάστηκαν 19 (!) λεπτά για να εκδοθεί η απόφαση: όλοι αθώοι!

Το μόνο θετικό από την, καλοπροαίρετη κίνηση του Προέδρου των ΗΠΑ για ειρήνη είναι ότι βρέθηκαν τελικά έξι από τα 27 παιδιά που είχαν πουληθεί ως σκλάβοι. Δυστυχώς, καθώς οι αγοραπωλησίες είχαν γίνει μυστικά, τα υπόλοιπα 21 δεν βρέθηκαν ποτέ… Επίσης συγκροτήθηκαν 5 γραφεία για τους ινδιάνους (4 στην Αριζόνα και 1 στο Νέο Μεξικό). Ο Κοτσίζ, που παρέμενε επικεφαλής των Τσιρικάουα ζήτησε από τον Χάουαρντ να διατηρήσουν έναν καταυλισμό στο έδαφός τους, στο πέρασμα των Απάτσι, με υπεύθυνο τον συνοριοφύλακα Τόμας Τζέφορντς. Ο Κοτσίζ υποσχέθηκε διαφύλαξη της τάξης στους καταυλισμούς, κάτι που έγινε, ως τον θάνατό του το 1874.
Ο «ινδιανομάχος» Στρατηγός Κρουκ – Η ζωή των Απάτσι στους κυβερνητικούς καταυλισμούς
Το 1827-73 με 9 μικρά αποσπάσματα που είχαν ινδιάνους οδηγούς που είχαν «προσληφθεί» από τους καταυλισμούς, σε 20 αψιμαχίες εξόντωσαν 200 ινδιάνους. Ο στρατός του Κρουκ κέρδισε δύο πολύ σημαντικές μάχες στις 28/12/1872 και στις 27/3/1873. Από το Απρίλιο, καταπονημένοι οι Απάτσι και οι οικογένειές τους άρχισαν να παραδίδονται. Ο αριθμός των Απάτσι και των Γιαβαπάι που εγκαταστάθηκαν στους καταυλισμούς στην Αριζόνα και το Νέο Μεξικό, ως το φθινόπωρο του 1873 έφτασε τους 6.000. Η ζωή στους καταυλισμούς ήταν σκληρή δοκιμασία για τους Απάτσι. Ελλείψεις στην τροφοδοσία, πλήξη και ασθένειες, αποδεκάτισαν τον πληθυσμό τους. Πολλοί, για να αποφύγουν αυτή τη κατάσταση έμειναν εκτός καταυλισμών και ζούσαν από το κυνήγι τις λεηλασίες και τις επιδρομές. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, για να τους ελέγξει καλύτερα, αλλά και για να δώσει νέες εκτάσεις γης στους εποίκους διέταξε όλους τους Απάτσι που ζούσαν δυτικά του ποταμού Ρίο Γκράντε, να εγκατασταθούν στον ποταμό Τζίλα στην Αριζόνα, το 1875. Κάποιοι Απάτσι όμως, συνέχιζαν να αντιστέκονται…
Βικτόριο: ο διάδοχος του Μάνγκους Κολοράντο και το μυστηριώδες τέλος του

Αυτοί όμως κατόρθωναν να παραπλανούν τους διώκτες τους και να βγαίνουν αλώβητοι από πολλές μάχες. Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί στρατιώτες μπαινόβγαιναν στο μεξικανικό έδαφος παραβαίνοντας την κυβερνητική εντολή για «μη επέμβαση στο εξωτερικό». Ο Βικτόριο συνελήφθη κάποιες φορές, κατόρθωνε όμως πάντα να δραπετεύει. Ακόμα και οι αντίπαλοί του τον σέβονταν για τη γενναιότητα και την επιμονή του.

Τζερόνιμο: Ο θρυλικός Απάτσι, το όνομα του οποίου έγινε κραυγή στα χείλη των Αμερικανών αλεξιπτωτιστών
Από το 1876 ως το 1881, ο Τζερόνιμο ζούσε κατά καιρούς σε καταυλισμούς, από τους οποίους διέφευγε συχνά, αλλά επέστρεφε όταν ένιωθε ότι κινδυνεύει. Στις 30 Αυγούστου 1881, στρατιώτες από το Φορτ Απάτσι σκότωσαν τον Νακαϊντοκλίνι στον Κόλπο Κιμπέκουε. Αυτός δίδασκε μια νέα θρησκεία, με πίστη στην επιστροφή των νεκρών πολεμιστών, για να βοηθήσουν τους ιθαγενείς στις μάχες τους με τους λευκούς. Στο Σαν Κάρλος άρχισαν να φτάνουν πολλοί στρατιώτες, καθώς οι Ινδιάνοι είχαν εξαγριωθεί. Έναν μήνα μετά τη δολοφονία του Νακαϊντοκλίνι, ο Τζερόνιμο και ο Γιου, μαζί με τον Naiche, γιο του Κοτσίζ, τον γενναίο Τσάτο και άλλους 74 που τους ακολούθησαν, έφυγαν από το Σαν Κάρλος για το Μεξικό. Τον Απρίλιο του 1882 επέστρεψαν στον καταυλισμό, σκότωσαν τον αρχηγό της αστυνομικής δύναμης και ανάγκασαν τον Λόκο, αρχηγό τον Μεμπρένο Απάτσι με τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν νότια. Εναντίον των Αμερικανών κινήθηκαν και πολεμιστές των Λευκών Ορέων, που δεν είχαν ξεχάσει τη δολοφονία του Νακαϊντοκλίνι (μάχη του Μπιγκ Ντάι Γουότς). Ο Τζερόνιμο άρχισε να γίνεται θρύλος. Οι αμερικανικές αρχές έστειλαν πάλι τον Κρουκ στην Αριζόνα. Ο Τζερόνιμο παραδόθηκε παρελκυστικά, τον Ιανουάριο του 1884, αλλά τράπηκε εκ νέου σε φυγή από την περιοχή του Σαν Κάρλος τον Μάιο του 1885, μαζί με τους Naiche, Νάνα και 150 άντρες, λόγω της απαγόρευσης του Τίσγουιν, του οινοπνευματώδους ποτού των Ινδιάνων στον καταυλισμό.


Όλοι κατευθύνθηκαν προς την οροσειρά της Σιέρα Μάντρε. Ο Κρουκ άρχισε νέα ανηλεή καταδίωξη. Ο Τζερόνιμο παραδόθηκε στις 27 Μαρτίου 1886, στο φαράγγι Λος Εμπούδος συμφωνώντας με τους όρους του Κρουκ να εγκλειστεί σε περιοχή στα ανατολικά για δύο χρόνια. Λίγο πριν φτάσουν στο Φρούριο Μπάουι, ο Τζερόνιμο, ο Naiche και 24 ινδιάνοι διέφυγαν. Ο Κρουκ έπεσε σε δυσμένεια και αντικαταστάθηκε από έναν άλλον «ινδιανομάχο», τον Ταξίαρχο Νέλσον Μάιλς. Ο Μάιλς χρησιμοποίησε 5.000 στρατιώτες και 500 ινδιάνους «βοηθούς», για να συλλάβει τον Τζερόνιμο.
Στις 15 Ιουλίου 1886, ο Λοχαγός Χένρι Λότον συνέλαβε προσωρινά τον Τζερόνιμο, ο οποίος διέφυγε και πάλι. Στα τέλη Αυγούστου 1886 διαμήνυσε ότι θα παραδιδόταν μόνο στον Μάιλς. Είχε εντοπιστεί στα βουνά Σονόρα. Υπολογίζεται ότι είχε διανύσει 1.645 μίλια (περίπου 2.650 χιλιόμετρα, ένα μίλι= 1,609 μ.)! Στις 3-4 Σεπτεμβρίου 1886 στο Σκέλετον Κάνιον, στην Αριζόνα, ο Τζερόνιμο παραδόθηκε στον Μάιλς, που του υποσχέθηκε ότι θα μεταφερθούν στη Φλόριντα και μετά από κάποιο διάστημα θα γυρίσουν στην Αριζόνα. Αυτό δεν έγινε ποτέ… Ο Τζερόνιμο και 500 Απάτσι, ανάμεσά τους και πολλοί «βοηθοί» του Στρατού, μεταφέρθηκαν αλυσοδεμένοι (δείτε τη σχετική φωτογραφία) στο Φρούριο Πίκενς, στην Πενσακόλα της φλόριντα. Τον Μάιο του 1887 μόλις, του επιτράπηκε να δει την οικογένειά του. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του όρους Βέρνον στην Αλαμπάμα. Εκεί, από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης πέθανε το ¼ των Απάτσι. Οι Αραβάιπα του Εσκομίνζιν επέστρεψαν στην Αριζόνα, οι κάτοικοι (έποικοι) της οποίας όμως δεν δέχονταν τον Τζερόνιμο και τους Τσιρικάουα! Οι Κομάντσι και οι Καϊόβα προσφέρθηκαν να μοιραστούν τη γη τους με τους Απάτσι. Ούτε αυτό έγινε. Οι τελευταίοι οδηγήθηκαν στο Φορτ Σιλ της Οκλαχόμα το 1894. Ο Τζερόνιμο προσπάθησε να ενταχθεί στην «κοινωνία των λευκών». Ασχολήθηκε με τη γεωργία και εντάχθηκε στην Ολλανδική Μεταρρυθμιστική Εκκλησία, από την οποία αποβλήθηκε, λόγω εθισμού του στον τζόγο! Δεν επέστρεψε ποτέ στην Αριζόνα. Με ειδική άδεια του Υπουργείου Πολέμου, του επιτράπηκε να πουλά φωτογραφίες του εαυτού του και χειροτεχνήματα σε εκθέσεις. Το 1905 υπαγόρευσε στον SS Barrett την αυτοβιογραφία του («Geronimo: His Own Story»). Πέθανε το 1909. Πάντως, το όνομά του χρησιμοποιείται σήμερα ως κραυγή από τους Αμερικανούς αλεξιπτωτιστές!

Επίλογος
Το 1976, το νοτιοαφρικανικό μουσικό ντουέτο Bolland and Bolland (που έγιναν ευρύτερα γνωστοί με το «You’re in the army now», το 1981) κυκλοφόρησαν το τραγούδι «The Last Apache». Ένα ακόμα χιτ των B&B, που μάλλον μόνο ο κύριος Γιάννης Πετρίδης γνωρίζει, είναι το «The dogs of war». Δείτε εδώ το «The Last Apache» και, ειδικά οι νεότεροι, αναζητήστε και τα άλλα δύο στο You Τube…




















