Η διαδρομή του Ελληνοαμερικανού πράκτορα που συνομιλούσε καθημερινά με τον «αόρατο δικτάτορα», ιδίως τα κρίσιμα 24ωρα πριν από το πραξικόπημα στην Κύπρο
Ηταν τόσο στενή που, παρότι το 1974 ο Κορομηλάς είχε μετατεθεί σε άλλον σταθμό της CIA (στο Κάιρο), ήρθε στην Αθήνα μερικά 24ωρα πριν από το πραξικόπημα που ενορχήστρωσε ο φίλος του Μίμης -έτσι προσφωνούσε τον Ιωαννίδη- κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Κύπρο.
Η σχέση του, ο ρόλος που φέρεται να διαδραμάτισε εκείνες τις δραματικές ώρες είναι ένα μόνο κεφάλαιο από τη ζωή και τη δράση του Κορομηλά στον θολό κόσμο της κατασκοπείας.
Ηταν και αυτός ένας «εκλεκτός» του Τομ Καραμεσίνη, του ανθρώπου που δημιούργησε την ελληνική φατρία στη CIA, βάζοντας στους κόλπους της ανθρώπους όπως, μεταξύ πολλών άλλων, τον Γκαστ Αβράκωτο, τον Πίτερ Κορομηλά και τον Νίκολας Λεοντίρις.

Το μακρινό 1913 το Ντόβερ στην Πολιτεία του Ντέλαγουερ ήταν η πόλη στην οποία κατέληξαν οι Σπύρος και Αγγελική Κορομηλά, ένα ζευγάρι Ελλήνων που αναζητούσε μια καλύτερη τύχη στην Αμερική, όπως τόσα άλλα. Ο Πέτρος, που αργότερα έγινε Πίτερ, γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1928 και ήταν ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας, αφού οι γονείς του είχαν ήδη τον 4χρονο Τζέιμς, ενώ τέσσερα χρόνια μετά τη γέννησή του απέκτησαν και την κόρη τους Μαίρη.
Ο μικρός μεγάλωσε με όσα μπορούσαν να του προσφέρουν οι γονείς του, σε μια πόλη που για πολλούς ήταν και παραμένει άχρωμη και άοσμη. Οπως και ο αδερφός του, ήταν καλός μαθητής. Μετά το γυμνάσιο συνέχισε στο Κολέγιο του Αμχερστ και ακολούθως στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσαϊρ, όπου έκανε το μεταπτυχιακό του στη Χημεία.
Δεν είναι γνωστό πώς προσλήφθηκε στη CIA στα μέσα της δεκαετίας του ’50, αν και φέρεται να πήγε συστημένος στον Καραμεσίνη, η διαίσθηση του οποίου σε ό,τι είχε να κάνει ειδικά με Ελληνες υποψήφιους πολύ σπάνια αποδεικνυόταν λάθος.
Μετά την εκπαίδευσή του ως επιχειρησιακός πράκτορας και τις πρώτες του αποστολές στο εξωτερικό μετατέθηκε στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα.
Ηταν τόσο ικανός που τα επόμενα χρόνια έγινε το Νο 2 στον σταθμό της CIA στην Αθήνα (υποσταθμάρχης), δηλαδή έδινε λόγο μόνο στον εκάστοτε σταθμάρχη και είχε τον συντονισμό και την εποπτεία όλων των απόρρητων επιχειρήσεων στην Ελλάδα.
Παράλληλα, φρόντισε να αποκτήσει καλές γνωριμίες στις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις, χωρίς ίσως να φαντάζεται ότι εις εξ αυτών θα έφτανε λίγα χρόνια μετά να διαχειρίζεται τις τύχες της Ελλάδας και της Κύπρου το καυτό καλοκαίρι του 1974.

Ο Κορομηλάς φέρεται να είχε στενή συνεργασία με τον μετέπειτα μυθικό πράκτορα Γκαστ Αβράκωτο, ο οποίος του γνώρισε τον δικτάτορα Γιώργο Παπαδόπουλο και τον Ιωάννη Λαδά, σύμφωνα με δημοσιεύματα σε ελληνικά και ξένα ΜΜΕ. Οι «New York Times», σε άρθρο τους που δημοσιεύτηκε στις 2 Αυγούστου του 1974, αποκάλυψαν ότι υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ επανειλημμένως πίεζαν τη CIA να μην αναμειγνύεται στα εσωτερικά της Ελλάδας και να μη διατηρεί ειδικές σχέσεις με συγκεκριμένους πολιτικούς.
Αυτή η θέση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, απηχούσε τις «τωρινές απόψεις» του υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ και του διοικητή της CIA Γουίλιαμ Κόλμπι ότι η Αμερική δεν πρέπει να εμπλέκεται στην εσωτερική πολιτική ξένων χωρών. Κάτι που ηχεί τουλάχιστον ως αστείο αν αναλογιστεί κανείς τα μέτωπα που είχαν ανοίξει οι ΗΠΑ από το Βιετνάμ μέχρι τη Λατινική Αμερική, με τη CIA να αναλαμβάνει όλες τις βρόμικες δουλειές, όπως την ανατροπή του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή, και το State Department να επικροτεί σιωπηλά. Το ίδιο άρθρο επικαλείται πηγές από την Ελλάδα και πληροφορίες που δόθηκαν υπό το πρίσμα της ανωνυμίας από αξιωματούχους της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών, σύμφωνα με τις οποίες στελέχη της ήταν πολύ κοντά στη χούντα μέχρι την πτώση της.
Συγκεκριμένο στέλεχος είπε στην εφημερίδα ότι η CIA εξακολουθούσε να διατηρεί τουλάχιστον 60 πράκτορες ενεργούς στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια, από τις αρχές δηλαδή της δεκαετίας του ’60. Τόνισε, μάλιστα, ότι η υπηρεσία διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις όχι μόνο με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, αλλά και με τον άνθρωπο που τον ανέτρεψε για να αναλάβει αυτός την εξουσία, τον ταξίαρχο τότε Δημήτρη Ιωαννίδη. Αυτόν που συναντούσε πολύ τακτικά επί χρόνια ο Πίτερ Κόρομ, δηλαδή ο Κορομηλάς, που ως γνήσιος Ελληνοαμερικανός είχε κόψει το επίθετό του.
Ο Πίτερ και ο Μίμης
Το δημοσίευμα των «New York Times» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο πράκτορας που ήταν πιο κοντά στον στρατηγό Ιωαννίδη λέγεται ότι ήταν ο Πίτερ Κορομηλάς, ένας Ελληνοαμερικανός που ήταν επίσης γνωστός με το όνομα Κόρομ. Ενας Αμερικανός αξιωματούχος είπε ότι ο κ. Κορομηλάς είχε σταλεί στην Αθήνα για να συσκεφθεί με τον στρατηγό Ιωαννίδη λίγο πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου στην Κύπρο, του οποίου ηγούνταν Ελληνες αξιωματικοί».
Ο Κορομηλάς είχε μετατεθεί πλέον στο Κάιρο από τον σταθμό της CIA στην Αθήνα, αλλά φέρεται να διατηρούσε στενότατες επαφές σχεδόν σε καθημερινή βάση με τον Μίμη, όπως αποκαλούσε τον Ιωαννίδη.
Οταν μάλιστα ο Ρον Εστες ανέλαβε τη θέση του υποσταθμάρχη της υπηρεσίας στον πολυπληθή σταθμό της Αθήνας το 1973, ο Πίτερ Κορομηλάς τον σύστησε στον Ιωαννίδη.
Η συνάντηση, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Αλέξη Παπαχελά στο «Βήμα» το 2008, έλαβε χώρα στα γραφεία του σταθμού της CIA, που έδρευε στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, επί της Βουκουρεστίου.
Ο Κορομηλάς είπε μάλιστα στον Εστες να τον προσέχει ιδιαίτερα γιατί ήταν φίλος του, όμως ο διάδοχός του κατάλαβε τους επόμενους μήνες ότι ο Ιωαννίδης ήταν αυτό που περιέγραφαν οι εκθέσεις των αναλυτών της CIA: ο ισχυρός αλλά ταυτόχρονα απρόβλεπτος άνδρας της χούντας. Το καλοκαίρι του 1974 θα το διαπίστωναν όλοι οι εμπλεκόμενοι με τον πιο δραματικό τρόπο.
Το μυστικό ταξίδι
Το πόσο στενές σχέσεις διατηρούσε η χούντα με τη CIA είναι πολύ εύκολο να το διαπιστώσει κάποιος: σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times» στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ που έδωσε ο Τζέιμς Μ. Ποτς, σταθμάρχης της υπηρεσίας στην Ελλάδα μέχρι τον Αύγουστο του 1972, παρέστησαν όλοι οι πραξικοπηματίες.
Ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα Χένρι Τάσκα, που ήταν εκεί, έγινε έξαλλος με την παρουσία των «συνταγματαρχών», αποχώρησε από το πάρτυ και έστειλε τηλεγράφημα στην Ουάσινγκτον καυτηριάζοντας τον σταθμάρχη.
Ο Τάσκα προτιμούσε να συνομιλεί με πολιτικά πρόσωπα και ήταν αντίθετος στην ανατροπή του Γεώργιου Παπαδόπουλου από τον Δημήτρη Ιωαννίδη, η οποία, παρότι δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί, φέρεται να έγινε με τις ευλογίες της CIA.
Ο στρατηγός που δεν είχε ταξιδέψει σχεδόν ποτέ στο εξωτερικό και δεν μιλούσε καλά την αγγλική γλώσσα αντιπαθούσε σφόδρα τον Μακάριο και πίστευε ότι αυτός θα μπορούσε να δώσει λύση στο Κυπριακό.
Η έπαρση του Ιωαννίδη ότι σε ένα 24ωρο θα έχει λύσει το Κυπριακό ανατρέποντας τον Μακάριο τρόμαζε το State Department, το οποίο τον Ιούνιο του 1974 ζήτησε να σταλεί ξεκάθαρο μήνυμα στον δικτάτορα.
Το μήνυμα έλεγε ότι οι ΗΠΑ δεν συναινούσαν στην αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης στην Κύπρο, παρότι όλοι γνώριζαν ότι ο Χένρι Κίσινγκερ δεν ήθελε καν να ακούει το όνομα του Αρχιεπισκόπου.
Ο Τάσκα ζήτησε συνάντηση με τον Ιωαννίδη, αλλά ο τελευταίος τον αγνόησε προτιμώντας να μιλάει με τον Ρον Εστες και τον Κορομηλά που εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στον σταθμό της CIA του Καΐρου.
Η ουσία είναι ότι εκείνη την περίοδο άλλες ήταν οι βουλές των αξιωματούχων του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ -ο Κίσινγκερ εξαιρείται- και άλλες οι βουλές της CIA, στελέχη της οποίας φέρονται να ενθάρρυναν τον Ιωαννίδη να προχωρήσει στο πραξικόπημα.
Η μυστική συνάντηση και το πραξικόπημα
Τελικά το αποφάσισε στις 2 Ιουλίου του 1974. Οταν την επομένη ο Μακάριος του ζήτησε την απομάκρυνση της Εθνοφρουράς από το νησί, το νερό, όπως λέμε, μπήκε στο αυλάκι. Λίγα 24ωρα πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα, ο Πίτερ Κορομηλάς φέρεται να μετέβη εσπευσμένα στην Αθήνα για να συναντηθεί με τον φίλο του Μίμη, πιθανώς ύστερα από προτροπή του Ρον Εστες.
Ο τελευταίος σε μια συνάντηση που είχε με τον στρατηγό αντιλήφθηκε ότι ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει στο σχέδιό του και του είπε ότι η Τουρκία πιθανότατα θα εισβάλει στο νησί μετά το πραξικόπημα. Η έλευση του Κορομηλά και το τι συζήτησε με τον Δημήτρη Ιωαννίδη παραμένουν ένα μυστήριο και αν υπάρχει αναφορά -έμπειροι πρώην επιχειρησιακοί πράκτορες λένε ότι μπορεί να μη συντάχθηκε-, το πιθανότερο είναι να μην αποχαρακτηριστεί ποτέ.
Εκείνες τις ημέρες ο στρατηγός επισήμως είχε υιοθετήσει μια μετριοπαθή στάση, σύμφωνα με εκθέσεις και αναφορές που λάμβανε το State Department, αλλά τελικά η CIA φέρεται να ακολουθούσε τη δική της διαφορετική εξωτερική πολιτική.
Στις 15 Ιουλίου το ξημέρωμα εκδηλώθηκε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και σφραγίστηκε η μοίρα της Κύπρου, αφού οι Τούρκοι βρήκαν την αφορμή για την εισβολή που ακολούθησε.
Ο Κορομηλάς φέρεται να έμαθε τα νέα στο Κάιρο, αλλά δεν έχει γίνει γνωστό μέχρι σήμερα αν επικοινώνησε ξανά με τον Ιωαννίδη και τι ειπώθηκε σε αυτές τις συνομιλίες. Η μετέπειτα καριέρα του στη CIA περιελάμβανε τη θέση του σταθμάρχη στον σταθμό της πρεσβείας στη Χάγη της Ολλανδίας από το 1980 μέχρι το 1983, ενώ επέστρεψε στο Κάιρο τη διετία 1987-1989.
Αυτή ήταν η τελευταία του μετάθεση, αφού μετά από 38 χρόνια στη CIA συνταξιοδοτήθηκε και του απονεμήθηκε το μετάλλιο επιχειρησιακής αριστείας. Εζησε ήρεμα τα επόμενα 18 χρόνια και πέθανε την Κυριακή 10 Ιουνίου του 2007 σε ηλικία 78 ετών χτυπημένος από καρκίνο, έχοντας δίπλα του την οικογένειά του. Μίλαγε άπταιστα την ελληνική γλώσσα και εξαιρετικά τη γαλλική, την ολλανδική, τη γερμανική και την αραβική. Παντρεύτηκε τη Μαίρη-Αν και απέκτησαν δύο παιδιά, την Πόλα και τον Σπένσερ.
Του άρεσαν η φιλοσοφία, οι τέχνες, η μουσική, το κολύμπι, το ψάρεμα, το κυνήγι και απολάμβανε με φίλους μια καλή παρτίδα πόκερ. Δεν δέχτηκε ποτέ να μιλήσει για τα πεπραγμένα του στη CIA, ειδικά για τη δράση του στην Ελλάδα επί χρόνια και το δραματικό καλοκαίρι του 1974 που σημάδεψε για πάντα την Ελλάδα και την Κύπρο.






